Αριθμός 678/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα, για αναίρεση της με αριθμό 695/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) ....., 2) ...., 3) .... και 4) ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γιαννάκη Ιωάννου. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1358/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και μόνο ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στους πολιτικώς ενάγοντες, να απαλειφθεί η διάταξη αυτή και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του Ν.2408/1996), 321 παρ. 1 στοιχ. δ΄, ε΄ και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού Νόμου που την προβλέπει - και ως τέτοιο νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή - την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Μπορεί, όμως, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει και στην δευτεροβάθμια δίκη (άρθρ. 173 παρ.1 του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς μπορεί να επισκοπήσει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ'αριθ. Α.Τ. 01/15/15-2-2001 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, που επιδόθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 13-2-2002, παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας κατά τη δικάσιμο της 27-4-2004, προκειμένου να δικασθεί σε πρώτο βαθμό για την πλημμεληματική πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο ως άνω κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του προαναφερόμενου Δικαστηρίου και προέβαλε νομίμως και εγκαίρως, δηλαδή πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ένσταση, με την οποία ζήτησε να κηρυχθεί άκυρο το επιδοθέν σ'αυτόν κλητήριο θέσπισμα, γιατί δεν ανέφερε το τελευταίο τα άρθρα 61 και 63 του ΠΚ, που προβλέπουν την επιβολή της παρεπόμενης ποινής της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων επί καταδίκης σε ποινή φυλακίσεως. Απορρίφθηκε, όμως, η σχετική περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στη συνέχεια καταδικάσθηκε αυτός, με την υπ'αριθ. 619/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Επακολούθησε εκ μέρους του κατηγορουμένου άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, στην έκθεση της οποίας, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, περιελήφθη, εκτός των άλλων, ως ειδικός λόγος εφέσεως, και σχετική αιτίαση του, σύμφωνα με την οποία κακώς και εσφαλμένως απερρίφθη η στρεφόμενη κατά του φερόμενου ως άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του, με αποτέλεσμα να μην καλυφθεί η ακυρότητα του τελευταίου και να μεταβιβασθεί το αντίστοιχο σκέλος της πρωτόδικης υπ'αριθ. 619/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε επίσης τη συγκεκριμένη ένσταση με την ακόλουθη αιτιολογία: ".. ο λόγος εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών-κατηγορούμενος αιτείται σφάλμα της εκκαλουμένης, διότι δεν ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα που είχε προσβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιος δικαστήριο, αφού στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναγράφονταν ειδικώς τα άρθρα 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β', 51, 53, 57, 61, 63, 79 και 94 ΠΚ, πρέπει ν' απορριφθεί διότι στο κλητήριο θέσπισμα αναγράφονταν ειδικώς τα άρθρα βάσει των οποίων στοιχειοθετούντο οι νομοτυπικές μορφές των εγκλημάτων, βάσει των οποίων παρεπέμπετο ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τα άρθρα που περιέχουν γενικούς ορισμούς δεν περιλαμβάνονται σ' αυτά που πρέπει να αναγράφονται, κατ' άρθρο 321 ΚΠΔ στο κλητήριο θέσπισμα (βλ. ΑΠ 2005/2001 ΠΧρ. ΝΒ/794)", ακολούθως δε κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή. Προβάλλονται, κατόπιν τούτου, από τον αναιρεσείοντα οι αιτιάσεις ότι δεν είναι η παραπάνω αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη, ότι δεν καλύφθηκε στην προκειμένη περίπτωση η προβληθείσα από αυτόν σχετική ακυρότητα του επιδοθέντος στον ίδιο κλητηρίου θεσπίσματος, με αποτέλεσμα να μην αρχίσει η κυρία διαδικασία, ούτε να επέλθει αναστολή της παραγραφής του πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε το πλημμέλημα αυτό (26-8-2000) μέχρι τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (6-6-2006) είχε συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 111 § 3 του ΠΚ χρόνος παραγραφής αυτού, η οποία, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδ. β' του ΚΠΔ, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν κατ' έφεση την υπόθεση Τριμελές Εφετείο Λάρισας τις περί παραγραφής ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 §§ 1 & 3, 112 και 113 του ΠΚ, αφού τον κήρυξε ένοχο για το προαναφερόμενο πλημμέλημα, αντί να παύσει οριστικώς την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Όπως προαναφέρθηκε, στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται, με ποινή ακυρότητα αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρ. 61 και 63 ΠΚ) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη και η επιβολή της παρεπόμενης ποινής είναι θέμα ουσίας. Επομένως, όλες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του λόγου εφέσεως για μη ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρ. 584 παρ. 1Δ΄ ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ΄ αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ΄ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ΄ αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομέγη υπ΄ αριθμ. 695/2006 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει, εδέχθη ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 28-1-2000 και περί ώρα 22:00, ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...... αυτοκίνητο της ΕΛΑΣ, έβαινε επί της οδού ....... με κατεύθυνση προς ..... Στο ύψος του 11.5ου χιλιομέτρου, ο άνω οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο τούτου (ομορρόπως) υπ' αριθμ. ...... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Χ1 , 56 ετών, ο οποίος ενεργούσε στροφή αριστερή, εν σχέσει με την πορεία του, για να εισέλθει σε αγροτικό ανώνυμο δρόμο και χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα επί του μοτοποδηλάτου και να τραυματιστεί βαρύτατα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ως μόνη δε ενεργό αιτία από τα άνω τραύματα του να επέλθει ο θάνατος του. Η άνω διπλής κατευθύνσεως οδός στο σημείο συγκρούσεως έχει πλάτος 7, 10 μ. (3, 55 μ. για κάθε κατεύθυνση) με διακεκομμένη, μονή, λευκή διαγράμμιση στο οδόστρωμα, ευθεία, σε μήκος 500 μέτρων, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90 χλμ/ώρα για το αυτοκίνητο, επικρατούσε δε εκείνη την ώρα σκοτάδι, χωρίς τεχνητό φωτισμό (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα τροχαίας). Τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων είναι το εμπρόσθιο, στο κέντρο και προς τα αριστερά του αυτοκινήτου, και οπίσθιο αριστερό τμήμα του μοτοποδηλάτου. Ο κατηγορούμενος, αντιληφθείς το μοτοποδήλατο σε απόσταση 40 μέτρων, έκανε χρήση πέδης που άφησε ίχνη επί του οδοστρώματος 22, 50 μ. ο δεξιός τροχός και 24 μ. ο αριστερός, μέχρι του σημείου συγκρούσεως, πλην όμως δεν ακινητοποιήθηκε, αλλά ολισθαίνοντας πλαγίως, διήνυσε επί πλέον 31 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Από τα ίχνη πεδήσεως αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έβαινε στο κέντρο της οδού, όπου έγινε και η σύγκρουση, επί της διαχωριστικής, διακεκομμένης γραμμής. Βάσει των ιχνών πεδήσεως και του συντελεστή τριβής του οδοστρώματος, 0,70, η ταχύτητα του οχήματος αντιστοιχεί στα 64 χιλ/ώρα. Ο κατηγορούμενος συνομολογεί ταχύτητα 70 χιλ/ώρα. Ομως, λαμβανομένης υπόψη της σφοδρότητας της συγκρούσεως, (το αυτοκίνητο της ΕΛΑΣ κατεστράφη ολοσχερώς) της κινήσεώς του μετά τη σύγκρουση δια της πλαγίας ολισθήσεως του επί 31 μέτρα, η ταχύτητα του οχήματος υπερέβαινε τα 80 χλμ/ώρα. Λαμβανομένων υπόψη, των συνθηκών που επικρατούσαν (σκοτάδι(λόγω νυκτός) της χρήσεως των φώτων διασταυρώσεως (μεσαίων φώτων βλ. απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) η ταχύτητα αυτή είναι υπερβολική. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είδε το μοτοποδήλατο από απόσταση 25 μέτρων. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα ίχνη πεδήσεως είναι μήκους 24 μέτρων, τόση δε απόσταση διανύει περίπου το όχημα από τον χρόνο που αντιλαμβάνεται ο οδηγός τον κίνδυνο μέχρι της χρήσης πέδης, ο κατηγορούμενος συνάγεται ότι είδε το μοτοποδήλατο από απόσταση 40 μέτρων. Η υπερβολική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα και ηέλλειψη σύνεσης και συνεχούς τεταμένης της προσοχής του κατηγορουμένου, συνετέλεσαν στην επέλευση του αποτελέσματος. Κατόπιν των παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι αμέλεια, (ήτοι από έλλειψη της προ-σοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του), βαρύνει και τον κατηγορούμενο γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την αξιουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αφού εκτίθεται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, αντιφατικών ή ελλειπών αιτιολογιών και έτσι αυτή (απόφαση) δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα είναι αβάσιμες όλες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον: α) προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα αμέλειας (μη συνειδητή), β) προσδιορίζεται επίσης ειδικώς η αμέλεια την οποία επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων και η οποία συνίσταται στο ότι, κατά την οδήγηση του υπ'αριθ. ........ αυτοκινήτου της ΕΛ.ΑΣ, δεν κατέβαλε την προσοχή που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε άλλος μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ήτοι οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 80 χιλ/ω, ενώ σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες (σκοτάδι, λόγω νυκτός) και λόγω της χρήσεως των φώτων διασταυρώσεως, η ταχύτητα αυτή ήταν υπερβολική, και δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο τούτου (ομορρόπως) υπ'αριθ. ....... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Χ1 , 56 ετών, ο οποίος ενεργούσε στροφή αριστερή, εν σχέσει με την πορεία του, για να εισέλθει σε αγροτικό ανώνυμο δρόμο και χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας), με αποτέλεσμα να παρασύρει τον ως άνω παθόντα και να τον τραυματίσει θανασίμως, και γ) προσδιορίζεται, τέλος, η απόσταση (40 μέτρα) από την οποία είδε αναιρεσείων το μοτοποδήλατο, με βάση τα ανευρεθέντα και έχοντα μήκος 24 μέτρων ίχνη πεδήσεως. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το γεγονός ότι η επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα άνευ συνειδήσεως αμέλεια θεμελιώνεται στο μεν σκεπτικό της στην υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο το οδηγούμενο από αυτόν όχημα, στο δε διατακτικό της στο ότι "δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη προσοχή, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να πραγματοποιήσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και να ανακόψει την ταχύτητα του", καθόσον γίνεται σε αμφότερα μνεία τόσο της μειώσεως της ταχύτητας με την οποία εκινείτο το όχημα του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι έτρεχε κατά τη διάρκεια της νύκτας, όσο και της ελλείψεως συνέσεως και συνεχούς τεταμένης προσοχής που επέδειξε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και να συμπληρώνονται αμφότερα παραδεκτώς. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του ιδίου και του επελθόντος αποτελέσματος της συγκρούσεως του υπ'αυτού οδηγούμενου οχήματος, με το οδηγούμενο από τον παθόντα Χ1 δίκυκλο μοτοποδήλατο, με περαιτέρω αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του δευτέρου. Ακόμη, δεν απητείτο να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι είχε ο αναιρεσείων τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, αφού αναφέρεται στο διατακτικό της ότι εξετέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την. οποία καταδικάσθηκε, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Έτι περαιτέρω, όσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις οποίες α) επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι, αν και αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, το οποίο του αποδίδεται, έλαβε χώρα κατά την υπ'αυτού εκτέλεση των δημοσίων και υπηρεσιακών καθηκόντων του ως αστυνομικού, οδηγούντος το προαναφερόμενο υπηρεσιακό αυτοκίνητο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, παρά ταύτα οι τέσσερις συγγενείς του θύματος (δηλαδή οι ...., ..... , .... και .....) στην κατ' αυτού ποινική δίκη, δεν περιορίστηκαν να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες προς υποστήριξη της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας και μόνο, όπως εδικαιούντο, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του Ν. 2145/1993, αλλά παρέστησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως πολιτικώς ενάγοντες και ζήτησαν την επιδίκαση συγκεκριμένου χρηματικού ποσού (15 ευρώ) ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, ποσό το οποίο και επιδικάσθηκε σ' αυτούς με την προσβαλλόμενη απόφαση, και β) υπερέβη εν πάση περιπτώσει το δίκασαν κατ' έφεση την υπόθεση Τριμελές Εφετείο Λάρισας την εξουσία του, με το να επιδικάσει στον καθένα από τους ως άνω πολιτικώς ενάγοντες το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 85 §1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 611/1977, προκύπτει, ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις του άρθρου αυτού δημόσιος υπάλληλος δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις του, που προήλθαν από δόλο ή βαρεία αμέλεια του και έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ'αυτόν δημοσίας εξουσίας, αλλ'υπέχει ευθύνη μόνο έναντι του Δημοσίου για την αποζημίωση, την οποία κατά το άρθρο 105 εδ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ., κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει το τελευταίο στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 3 § 1 του ν. 2145/1993, ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 § 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου και συνεπώς δεν του επιδικάζονται. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πλην η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς την διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτική αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Λάρισας, αν και αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο αναιρεσείων ..... τέλεσε, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια εις βάρος του παθόντος Χ1 κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του ως αστυνομικού, οδηγούντος το υπ' αριθ. ........ υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ελληνικής Αστυνομίας, επεδίκασε στους νομίμως παρασταθέντες και στο δεύτερο βαθμό ως πολιτικώς ενάγοντες προς υποστήριξη και μόνο της κατ' αυτού κατηγορίας ...., ... , .... και ..... , δεκαπέντε (15) ευρώ στον καθένα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την προδιαληφθείσα αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος εις βάρος του θανόντος στενού συγγενούς των. Έτσι όμως το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, χωρίς να υπάρχει κακή παράσταση της πολιτικής αγωγής και χωρίς να δημιουργείται εξ αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική ικανοποίηση και γι' αυτό, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αναιρετικού λόγου της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξη της, της οποίας πρέπει να διαταχθεί η απάλειψη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 § 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του αυτού Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δ' αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται από τον ως άνω αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Λάρισας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ενοχή ή αθωότητα του έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα στις σελίδες 5 και 10 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι α) έκθεση συλλήψεως, β) ιατροδικαστική έκθεση και έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και γ) πρόχειρο σχεδιάγραμμα με την έκθεση αυτοψίας, των οποίων, όμως, εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην απόφαση η ταυτότητα και επήλθε έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι το έγγραφο αυτό (και όχι κάποιο άλλο) αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος προσδιορισμός της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, παρά την ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός εξ αυτών, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους. Άλλωστε, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων, αφού δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους ως άνω προσδιορισμούς. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μόνο κατά την περί επιδικάσεως στους πολιτικώς ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως και να απορριφθεί η ίδια αίτηση κατά τα λοιπά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ΄αριθμ. 695/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και δή μόνο κατά την περί επιδικάσεως στους πολιτικώς ενάγοντες ....,....., ..... και ..... , χρηματικής ικανοποιήσεως εκ δεκαπέντε (15) ευρώ στον καθένα, λόγω ψυχικής οδύνης, διάταξή της. Διατάσσει την απάλειψη της διατάξεως αυτής. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Ιουλίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ