Αριθμός 1620/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72920/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 807/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, με το άρθρο δε 1255 ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "ενεχύραση τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ενώ ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης από αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση και ασκεί με βάση το ενέχυρο ίδιο εκ του τίτλου δικαίωμα εισπράξεως της ενσωματωμένης στον τίτλο απαιτήσεως και μάλιστα στο όνομά του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία, όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι, όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 1255 ΑΚ. Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος, αφού η απαίτηση του ενεχυρούχου δανειστή δεν θίγεται. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται και από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων, με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933). Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Άλλωστε, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.). Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος και ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών. Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών (άρθρ. 44-45 του Ν. 5960/1933), δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική. Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, με βάση αυτή, απήγγειλε καταδίκη για το καταγγελλόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου της αναίρεσης, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 72920/2005 απόφασή του καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής' με το αιτιολογικό, ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), από πρόθεση ενεργώντας, στην Αθήνα στις ......... εξέδωκε μεταξύ άλλων και την υπ' αριθμ. ............επιταγή ποσού 3.772.881 δρχ. σε διαταγή του εγκαλούντος ..............., πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά την ημέρα της έκδοσης και για οκτώ ημέρες μετά από αυτήν, με αποτέλεσμα, όταν η επιταγή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα, να μην πληρωθεί για το λόγο αυτό. Την απόφαση αυτή πλήττει ο αναιρεσείων με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της υπέρβασης εξουσίας του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι ο εγκαλέσας αυτόν για την ένδικη αξιόποινη πράξη δεν υπήρξε νόμιμος κομιστής της προαναφερόμενης επιταγής και, ως εκ τούτου, δεν εδικαιούτο να υποβάλει την έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του η σχετική ποινική δίωξη. Όπως προκύπτει από το σώμα της επίμαχης ως άνω υπ' αριθμ. ........... επιταγής, παραδεκτά, κατά τα ανωτέρω, επισκούμενης προς έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, αυτή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ΚΟΝΦΕΞΙΟΝ-ΤΕΞ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΕΒΕ, σε διαταγή του εγκαλούντα ............ Ο τελευταίος μεταβίβασε αυτή λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, με οπισθογράφηση, όπως αυτό προκύπτει από την στην οπίσθια όψη αυτής ένδειξη "πληρώστε σε διαταγή της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, ΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ" και επ' αυτής υπογραφή τούτου. Συνεπώς, τελευταία νόμιμη κομίστρια της επίμαχης επιταγής ήταν η παραπάνω Τράπεζα και όχι ο ενεχυράσας αυτήν ............... Σύμφωνα όμως με τα στην προηγούμενη νομική σκέψη εκτεθέντα, ο τελευταίος, στην κατοχή του οποίου περιήλθε η εν λόγω επιταγή λόγω πληρωμής της από αυτόν, πράγμα που δεν αμφισβητείται με την αναίρεση, ενομιμοποιείτο να υποβάλει έγκληση κατά του εκδόσαντος την ακάλυπτη επιταγή. Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που, δεχόμενο ότι παραδεκτά υποβλήθηκε, από τον ως άνω εγκαλέσαντα, η κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος από 27-3-1998 μήνυση (έγκληση) αυτού, προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική, κατ' είδος, αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τί προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στη κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και μηνυτή ............,η οποία υπάρχει στα ενσωματωμένα στη προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, εκ του ότι στο σκεπτικό αυτής γίνεται αναφορά μόνο στην κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης και όχι κατηγορίας. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι η διαγραφή από το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης της στο έντυπο υπάρχουσας λέξης "κατηγορίας" αντί της λέξης "υπεράσπισης" οφείλεται πρόδηλα σε παραδρομή και τούτο διότι, όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας υπεράσπισης, ενώ, αντίθετα, εξετάσθηκε ως μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας, ο ανωτέρω ............, στην κατάθεση του οποίου, αποκλειστικά στηρίχθηκαν οι παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου, αφού, όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, δεν απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, αφού ήταν απών, ούτε αναγνώσθηκε κάποιο έγγραφο, αλλά αναγνώσθηκαν μόνο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, από τα οποία προκύπτει, το μεν ότι δεν φέρεται αναγνωσθέν κανένα έγγραφο, το δε ότι εξετάσθηκε χωρίς όρκο ο ανωτέρω μηνυτής. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από την μετατροπή της ποινής και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου και εν απουσία ακόμη αυτού, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως, αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής, συγχρόνως δε να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ερήμην αυτού, για τα εγκλήματα παράβασης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 (έκδοσης ακάλυπτης επιταγής) του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ. Περαιτέρω, το ανωτέρω Δικαστήριο, καίτοι επέβαλε στον αναιρεσείοντα την προαναφερόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εντούτοις, παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής, η οποία είναι κατώτερη του ορίου των δύο ετών και, χωρίς την επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία, προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική, υπολογιζόμενη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με αποτέλεσμα, έτσι, να υπερβεί αρνητικώς την εξουσία του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον καθ΄ όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξη αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το εν λόγω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 72920/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 27 Μαρτίου 2006 αίτηση του ................, για αναίρεση της παραπάνω απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ