Αριθμός 276/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου Αθηνών, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 917/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ι. Ζύγουρα με αριθμό 417/28.09.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και δ' ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου ...., κατοίκου Αθηνών, οδός ...., από 13 Ιουνίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμ. 917/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: 1) Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου και επεκυρώθη το υπ' αριθμ. 2981/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού ανεδιετυπώθη μερικώς το διατακτικόν του, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον, δια να δικασθή διά απάτην κατ' εξακολούθησιν, υπό υπαιτίου διαπράττοντος απάτας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (άρθρ. 386 παρ. 1 και 3 εδ. α Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων διά της ενδίκου αιτήσεως του προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και δ΄ λόγους αναιρέσεως. 2) Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράστασις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (Α.Π. 635/2005 Π ΛΟΓ. 2005 σελ. 579 κ.ά). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α΄ ιδίου άρθρου 386, όπως αντικατ. δι' άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττη απάτας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ΄ Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, ή εκ της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτη σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθειαν τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτη ελευθέρα ροπή τούτου προς διάπραξιν του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείον της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεσις συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ΄ εξακολούθησιν, αφού πρόκειται δια μορφήν πραγματικής ομοιοειδούς συρροής (Α.Π. 1174/2005 Ποιν. Δικ. 2005 σελ. 1485 κ.α.). Εξ άλλου κατ΄ επάγγελμα τέλεσις υπάρχει, και όταν η πράξις τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν εκ της υποδομής, πού έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητος του, με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτη σκοπός του προς πορισμόν εισοδήματος (Α.Π. 2439/2005 Ποιν. Δικ. 2006σελ. 674 κ. ά.) 3) Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, πού εξέδωσεν το πληττόμενον βούλευμα, με καθολικήν αναφοράν εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό Εισαγγελική πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τον Δεκέμβριο ως τον Φεβρουάριο του 1987 ο κατηγορούμενος .... ηργάζετο στην Hewlett- Packard Aθηνών και δη στο γραφείο αντιπροσωπείας και στο υποκατάστημα του ομίλου της στην Ελλάδα ως υπεύθυνος πωλήσεων των μηχανημάτων υπερήχων κατασκευής της Hewllet- Packard για τη Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική. Η εταιρεία Ηewlett-Packard B.V (HP) είχε έδρα την Ολλανδία με υποκατάστημα στη Γενεύη, αποτελούσα μέλος ομίλου Hewlett- Packard με έδρα τις ΗΠΑ. Το 1987 ο κατηγορούμενος δημιούργησε την εταιρεία ".... ΕΠΕ", της οποίας είναι εκπρόσωπος, που θα ανελάμβανε την ευθύνη διανομής στην Ελληνική Επικράτεια των ιατρικών προϊόντων της Hewlett- Packard και η συνεργασία τους συνεχίσθηκε έως 30 Νοεμβρίου 1993 με ετήσιες ανανεούμενες συμβάσεις στα πλαίσια των υπό στοιχεία ... και .... σχετικών συμβάσεων. Την 1-12-93 τέθηκε σε ισχύ νέα σύμβαση μεταξύ των μερών υπό στοιχεία .... , συμφωνία διανομής, που υπέκειτο σε ετήσιες ανανεώσεις την 1 Νοεμβρίου εκάστου έτους με ανώτατη διάρκεια ισχύος 3 ετών, που έληγε την 31-12-1996. Όταν άρχισε την 25-9-1995 η διαδικασία ανανέωσης για την τελευταία ετήσια περίοδο, η εκ μέρους της Hewlett-Packard συνολική βαθμολόγηση της απόδοσης της ".... ΕΠΕ" και στο θέμα των πληρωμών ήτο αρνητική και την 24-10-1995 η Ηewlett-Packard (HP) απεφάσισε την μείωση της πίστωσης της ".... ΕΠΕ". Οι συνεχείς και πολύμηνες διαπραγματεύσεις για την τελευταία ανανέωση της σύμβασης διανομής δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα και την 13-8-1996 η ΗΡ κατήγγειλε την μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία, μάλιστα δε την 23/1/1996 περιήλθε σε γνώση της από λανθασμένη επιστολή FAX ότι η ΗΡ (Hewlett-Packard) ήδη ερευνούσε για την ανεύρεση άλλου διανομέα των προϊόντων της στην Ελλάδα, πράγμα που κατέστησε καχύποπτο το κλίμα των διαπραγματεύσεων, παρά τις περί του αντιθέτου, με το περιεχόμενο του FAX, διαβεβαιώσεις της HP και τελικώς τα μέρη οδηγήθηκαν σε δικαστική αντιδικία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατόπιν της από 5-10-1996 αιτήσεως της ".... ΕΠΕ", το οποίο εξέδωσε την υπ΄αριθ. 9281/AC/DB/15-7-2001 απόφασή του, η οποία εκηρύχθη εκτελεστή με την υπ΄αριθ. 8042/11-11-2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Εν τω μεταξύ από 1-5-1996 οι υφιστάμενες συμβάσεις και δεσμεύσεις μεταξύ ".... ΕΠΕ" ΚΑΙ Ηewlett-Packard SA είχαν μεταβιβασθεί στην Ηewlett-Packard Europe BV (εγκαλούσα), πράγμα που εγνωστοποιήθη στην ".... Ε.Π.Ε". Από το προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: α) με την από 11-9-1995 σύμβαση μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας και της "....ΕΠΕ" συνεστήθη ενέχυρο επί της απαιτήσεως της "... ΕΠΕ" κατά του ΙΑΣΩ ύψους 369.975.000 πλέον ΦΠΑ προερχομένης από προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού δυνάμει του από 27-7-1995 σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού προς εξασφάλιση της χορηγηθείσης πιστώσεως της Τράπεζας Εργασίας προς την "..ΕΠΕ" από αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 300.000.000 δρχ. β) με την από 17-6-1996 σύμβαση μεταξύ επίσης της Τράπεζας Εργασίας και της "... ΕΠΕ" συνεστήθη ενέχυρο επί απαιτήσεως της "...ΕΠΕ" κατά του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ύψους 32.216.000 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. προερχομένης από προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού δυνάμει της από 29-3-96 σχετικής συμβάσεως προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω χορηγηθείσης πιστώσεως της Τράπεζας Εργασίας προς την "....ΕΠΕ" . Ο κατηγορούμενος .... , ενεργών ως εκπρόσωπος της "...ΕΠΕ" με τις από 9-10-1995 δύο επιστολές του προς την Τράπεζα Εργασίας εξεχώρησεν σ΄αυτήν την απαίτησή του κατά του νοσοκομείου ΙΑΣΩ ύψους 654.405,58 δολλαρίων ΗΠΑ με την ανέκκλητη εξουσιοδότηση και εντολή να μεταφέρουν το ποσό αυτό εις πίστωση της SUISSE Γενεύης υπέρ του λογαριασμού της Hewlett-Packard A.Ε. Το ποσό αυτό αφορούσε στην προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού της Ηewlett-Packard, βάσει προτιμολογίων πού είχε και επεσύναψε στην άνω εντολή της η "....ΕΠΕ". Ακολούθως η Τράπεζα Εργασίας με την από 10-10-1995 επιστολήν της εγνωστοποίησε την αποδοχή της άνω εκχωρήσεως στην Ηewlett-Packard με την υπόσχεση ότι το άνω χρηματικό ποσό θα απεδεσμεύετο υπέρ αυτής ευθύς ως ετίθετο στην διάθεση της Τραπέζης. Το ίδιο επανελήφθη και για απαίτηση της "...ΕΠΕ" κατά του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, που αφορούσε στην προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού της Ηewlett-Packard, με την από 19-6-1996 επιστολήν του ...., εκπροσώπου της "....ΕΠΕ" για ποσό 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ, βάσει σχετικών προτιμολογίων και με την από 19-6-96 επιστολήν της Τράπεζας Εργασίας προς την Ηewlett-Packard για αποδοχή της εκχώρησης και την ρητή υπόσχεση για αποδέσμευση του άνω ποσού, ευθύς ως ετίθετο στην διάθεσή της. Με την από 6-6-1996 επιστολήν της η Τράπεζα Εργασίας εγνωστοποίησε προς την Ηewlett-Packard ότι αναφορικά προς την εκχώρηση της σύμβασης του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, περί της οποίας η από 2-5-1996 προηγούμενη επιστολή της, αντιμετώπιζε ήσσονος σημασίας νομικό πρόβλημα και με την πεποίθηση ότι τούτο θα επελύετο συντόμως παρακαλούσε την άνω εταιρεία να προχωρήσει στην φόρτωση των εμπορευμάτων που περιεγράφοντο στα προτιμολόγια .... , ... της 1-5-1996 συνολικής αξίας 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ, προτιθέμενη μάλιστα, σε αντίθετη περίπτωση, να εκδώσει τραπεζική εγγυητική επιστολή υπέρ της άνω εταιρείας καλύπτουσα την ανωτέρω φόρτωση. Όμως παρά τις παραπάνω εκχωρήσεις και εντολές ο κατηγορούμενος .... ενεργών ως εκπρόσωπος της "... ΕΠΕ" την 14-3-96 εισέπραξε από το νοσοκομείο ΙΑΣΩ ποσό 110.992.550 δρχ. και την 24-4-96 ποσό 270.082.290 δρχ. και στις σχετικές αποδείξεις αναγράφεται η ένδειξη "για λογαριασμό Τράπεζας Εργασίας", ενεργήσας μάλλον δια παρενθέτου προσώπου, χωρίς τα χρήματα αυτά να κατατεθούν στην άνω Τράπεζα ή χωρίς να αποσταλούν στην εταιρεία Hewlett - Packard στην οποίαν τα ώφειλε. Επίσης την 27-9-96 εισέπραξε από το νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ το ποσό των 36.220.263 δρχ. χωρίς πάλι να τα καταθέσει στην Τράπεζα Εργασίας ή να τα αποστείλει στην άνω εταιρεία ΗΡ, στην οποίαν τα ώφειλε. Και στις τρεις ως άνω περιπτώσεις ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς καμιά εξουσιοδότηση από την Τράπεζα Εργασίας. Περί τούτου καταθέτουν οι .... και .... , υπάλληλοι της Τράπεζας Εργασίας, οι οποίοι ρητώς αποκλείουν την ύπαρξη σχετικής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Τράπεζας Εργασίας προς τον κατηγορούμενο. Μάλιστα στο από 6-6-96 πρακτικό του Δ.Σ. του ΙΑΣΩ αναφέρεται ότι ο εντεταλμένος τις πληρωμές λογιστής .... ανεγνώρισε ότι ούτος λόγω φόρτου εργασίας με την σύνταξη του ισολογισμού από καθαρά δική του αβλεψία παρέδωσε τις αντίστοιχες προς το τίμημα τραπεζικές επιταγές στους προμηθευτές και όχι στις Τράπεζες όπως θα έπρεπε. Τα αυτά επαναλαμβάνει και ο ως μάρτυς εξετασθείς .... την 24-2-99. Το Νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ με την από 14-2-97 επιστολήν του προς τον κατηγορούμενο εζήτησε την επιστροφήν των παρατύπως εισπραχθέντων χρημάτων, ο δε αρμόδιος υπάλληλος του νοσοκομείου .... στην από 16-11-98 κατάθεσή του διευκρινίζει ότι υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας κατά την καταβολήν του άνω χρηματικού ποσού και δεν θυμήθηκε την εκχώρηση. Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζοντας την οφειλήν του προς την άνω εταιρεία ισχυρίζεται, πέραν των όσων αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεώς του, ότι η διαφορά τους είναι αστικής φύσεως, ότι η εκχώρηση δεν ήτο ανέκκλητη, ότι νομίμως προέβη στην είσπραξη των άνω χρηματικών ποσών, καθ΄ όσον η εκχώρηση συνηρτάτο με την ύπαρξη της συμβάσεως ενεχύρου, η οποία δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της εισπράξεως των άνω χρηματικών ποσών. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν έχουν ουσιαστικήν και νομικήν βασιμότητα και αποτελούν υποκειμενικές ερμηνείες προκειμένου να δικαιολογηθεί η άνω συμπεριφορά του, η οποία ενέχει τα στοιχεία της απάτης όπως προεξετέθησαν. Πέραν του ότι η σχετική αλληλογραφία για τον συναφή αλληλόχρεο λογαριασμό και εντεύθεν για την σύμβαση ενεχύρου έγινε μόλις την 5-2-98, αυτά τα οποία αβιάστως προκύπτουν από το άνω αποδεικτικό υλικό είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος διατελώντας με τη βάσιμη υπόνοια ότι δεν επρόκειτο να συνεχισθεί η συνεργασία του με την Hewlett - Packard (ΗΡ), λόγω των μεταξύ τους προβλημάτων ηθέλησε να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από την μεταξύ τους εν τοις πράγμασι συνέχιση των σχετικών με την παράταση της συμβάσεως διανομής διαπραγματεύσεων. Προς τούτο προέβη στην παραγγελίαν ιατρικού εξοπλισμού και προκειμένου να πεισθεί η εταιρεία ΗΡ για την παράδοσή του έγινε η άνω μεθόδευση της εκχωρήσεως των σχετικών απαιτήσεων. Τούτο δεν προκύπτει μόνον από την κατάθεση του .... αλλ΄ επιβεβαιούται από το παραπάνω, της 6-6-96, έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας, η οποία εμμέσως πλην σαφώς διαβεβαιώνει την ΗΡ για την εκ μέρους της εξασφάλιση της απαιτήσεώς της των 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ. Όταν ο κατηγορούμενος εξησφάλισε την παράδοση του ιατρικού εξοπλισμού προέβη εις ετέραν μεθόδευση αυτήν της απατηλής είσπραξης του τιμήματός του και την ιδιοποίησή του με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της παραπάνω πωλήτριας εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα δεν προκύπτει ότι ικανοποίησε την απαίτησή της και χωρίς ο κατηγορούμενος να δίδει κάποιαν πειστική εξήγηση γιατί δεν της αποδίδει τα οφειλόμενα. Με την υπ΄ αριθ. 33612/12-12-96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 29-10-96 αιτήσεως της "....ΕΠΕ" και η οποία ακολούθως ανεκλήθη με την υπ΄ αριθ. 26627/30-9-97 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η εταιρεία Hewlett - Packard υπεχρεώθη πλην των άλλων να παραδώσει στην αιτούσα ιατρικό εξοπλισμό αξίας 323.881,44 δολ. ΗΠΑ που αφορούσε στο νοσοκομείο της Λάρισας με χρόνο παράδοσης την 29-10-96, ήτοι μετά τον χρόνο της άνω καταγγελίας της μεταξύ τους συνεργασίας. Εκ τούτου φαίνεται η προσπάθεια του κατηγορουμένου, ανεπιτυχής εν προκειμένω, να επωφεληθεί και του ποσού τούτου. Με την ίδια απόφαση διετάχθη η Τράπεζα Εργασίας να μη καταβάλει στην ΗΡ το ποσό των 811.238 δολ. ΗΠΑ μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Βάσει αυτής η "....ΕΠΕ" επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση του "εις χείρας" της ευρισκομένου χρηματικού ποσού των 604.608,61 δολ. ΗΠΑ, ήτοι ποσού, το οποίο κατά την εν λόγω απόφαση έπρεπε να ευρίσκεται κατατεθειμένο στην Τράπεζα Εργασίας σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Το γεγονός τούτο επιτείνει την δολία προαίρεση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος εισέπραξε τα άνω χρηματικά ποσά: α) αφ΄ενός μεν ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ενεργεί κατόπιν εξουσιοδοτήσεως από την Τράπεζα Εργασίας, στην περίπτωση του νοσοκομείου ΙΑΣΩ και υπό στοιχείο Α της επί μέρους πράξεως της απάτης και είναι αδιάφορον αν ενήργησε αυτοπροσώπως ή δια παρενθέτου και υπό τις οδηγίες του προσώπου β) αφ΄ ετέρου δε αποκρύπτοντας αθεμίτως ότι το τίμημα είχεν εκχωρηθεί στην Τράπεζα Εργασίας, στην περίπτωση του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και υπό στοιχείο Β της επί μέρους πράξεως της απάτης, εκμεταλλευόμενος μάλιστα τον φόρτο εργασίας των αρμοδίων υπαλλήλων και έχοντας πλήρως αποσιωπήσει από την ΗΡ την εν τω μεταξύ είσπραξη και ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών που εισέπραξε από τα άνω νοσοκομεία. Η άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου θεωρουμένη και κρινομένη στο σύνολό της σαφώς εμπεριέχει τα στοιχεία της κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης. ΙV.- Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν είς το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν διά το προαναφερθένατιολογίαν διά το προαναφρθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης (άρθρ. 386 παρ. 3 εδ. α΄ Π.Κ.), αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τάς αποδείξεις, από τάς οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά εις την προαναφερθείσαν ποινικήν διάταξιν, που εφήρμοσε, την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασεν. Ειδικώτερον το Συμβούλιον εδέχθη, δι΄ αναφοράς εις την Εισαγγελικήν πρότασιν, ότι αι μερικώτεραι πράξεις της απάτης, που έχουν σχέσιν με το θεραπευτήριον ΙΑΣΩ, ετελέσθησαν διά της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, ενώ η πράξις της απάτης, που έχει σχέσιν με το Νοσοκομείον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, ετελέσθη δι΄αθεμίτου αποκρύψεως και παρασιωπήσεως αληθών γεγονότων. Συνεπώς είναι αβάσιμοι αι σχετικαί αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι προϋπόθεσις του δεδικασμένου είναι μεταξύ άλλων ή ταυτότης της πράξεως. Τοιαύτη ταυτότης δεν υφίσταται, όταν διαφέρη το πρόσωπον του παθόντος (Α.Π. 1672/2003 Π. Λογ. 2003 σελ. 1893 κ.α.). Εν προκειμένω, το Συμβούλιον Εφετών νομίμως απέρριψε τον ισχυρισμόν του κατηγορουμένου περί υπάρξεως δεδικασμένου, προκύπτοντος εκ του υπ΄αριθμ. 5165/2000 αμετακλήτου αθωωτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εν απαρχή με την πράξιν της απάτης που έχει σχέσιν με το Νοσοκομείον Ευαγγελισμός, δεχθέν ότι δεν υφίσταται ταυτότης πράξεων, αφού εις το εν λόγω βούλευμα παθόν είναι το Νοσοκομείον Ευαγγελισμός, ενώ επί της προκειμένης υποθέσεως επί της οποίας έκρινε παθούσα είναι η εταιρία HEWLET PACKARD EUROPE BY. Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί παραβιάσεως του δεδικασμένου. Κατ΄ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι.- Να απορριφθή η από 13-6-2006 αίτησις αναιρέσεως του ...., κατοίκου Αθηνών οδός .... , κατά του υπ΄αριθμ. 917/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . ΙΙ.- Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ. Αθήνα, 17-7-2006 Ο Εισαγγελεύς Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος τελουμένου κατ' εξακολούθηση αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β΄ του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 917/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2981/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωθείσα εις αυτό εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του σκέψεις και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό ουσιαστικής κρίσης του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Από τον Δεκέμβριο ως τον Φεβρουάριο του έτους 1987 ο κατηγορούμενος .... ηργάζετο στην Hewlett-PacKard Αθηνών και δη στο γραφείο αντιπροσωπείας και στο υποκατάστημα του ομίλου της στην Ελλάδα ως υπεύθυνος πωλήσεων των μηχανημάτων υπερήχων κατασκευής της Hewlett- PacKard για τη Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική. Η εταιρία Hewlett - packard B.V (HP) είχε έδρα την Ολλανδία με υποκατάστημα στη Γενεύη, αποτελούσα μέλος ομίλου Hewlett- Packard με έδρα τις ΗΠΑ. Το 1987 ο κατηγορούμενος δημιούργησε την εταιρεία "....ΕΠΕ", της οποίας είναι εκπρόσωπος, που θα ανελάμβανε την ευθύνη διανομής στην Ελληνική Επικράτεια των ιατρικών προϊόντων της Hewlett- Packard και η συνεργασία τους συνεχίσθηκε έως 30 Νοεμβρίου 1993 με ετήσιες ανανεούμενες συμβάσεις στα πλαίσια των υπό στοιχεία ... και ... σχετικών συμβάσεων. Την 1-12-93 τέθηκε σε ισχύ νέα σύμβαση μεταξύ των μερών υπό στοιχεία ..., συμφωνία διανομής, που υπέκειτο σε ετήσιες ανανεώσεις την 1 Νοεμβρίου εκάστου έτους με ανώτατη διάρκεια ισχύος 3 ετών, που έληγε την 31-12-1996. Όταν άρχισε την 25-9-1995 η διαδικασία ανανέωσης για την τελευταία ετήσια περίοδο, η εκ μέρους της Hewlett-Packard συνολική βαθμολόγηση της απόδοσης της "....ΕΠΕ" και στο θέμα των πληρωμών ήτο αρνητική και την 24-10-1995 η Ηewlett-Packard (HP) απεφάσισε την μείωση της πίστωσης της "...ΕΠΕ". Οι συνεχείς και πολύμηνες διαπραγματεύσεις για την τελευταία ανανέωση της σύμβασης διανομής δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα και την 13-8-1996 η ΗΡ κατήγγειλε την μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία, μάλιστα δε την 23/1/1996 περιήλθε σε γνώση της "....ΕΠΕ" από λανθασμένη επιστολή FAX ότι η ΗΡ (Hewlett-Packard) ήδη ερευνούσε για την ανεύρεση άλλου διανομέα των προϊόντων της στην Ελλάδα, πράγμα που κατέστησε καχύποπτο το κλίμα των διαπραγματεύσεων, παρά τις περί του αντιθέτου, με το περιεχόμενο του FAX, διαβεβαιώσεις της HP και τελικώς τα μέρη οδηγήθηκαν σε δικαστική αντιδικία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατόπιν της από 5-10-1996 αιτήσεως της "....ΕΠΕ", το οποίο εξέδωσε την υπ΄αριθ. 9281/AC/DB/15-7-2001 απόφασή του, η οποία εκηρύχθη εκτελεστή με την υπ΄αριθ. 8042/11-11-2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Εν τω μεταξύ από 1-5-1996 οι υφιστάμενες συμβάσεις και δεσμεύσεις μεταξύ "....ΕΠΕ" ΚΑΙ Ηewlett-Packard SA είχαν μεταβιβασθεί στην Ηewlett-Packard Europe BV (εγκαλούσα), πράγμα που εγνωστοποιήθη στην ....Ε.Π.Ε. Δέχεται περαιτέρω το βούλευμα ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: α) με την από 11-9-1995 σύμβαση μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας και της "... ΕΠΕ" συνεστήθη ενέχυρο επί της απαιτήσεως της "....ΕΠΕ" κατά του ΙΑΣΩ ύψους 369.975.000 πλέον ΦΠΑ προερχομένης από προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού δυνάμει του από 27-7-1995 σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, προς εξασφάλιση της χορηγηθείσης πιστώσεως της Τράπεζας Εργασίας προς την ....ΕΠΕ από αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 300.000.000 δρχ. β) με την από 17-6-1996 σύμβαση μεταξύ επίσης της Τράπεζας Εργασίας και της "...ΕΠΕ" συνεστήθη ενέχυρο επί απαιτήσεως της "....ΕΠΕ" κατά του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ύψους 32.216.000 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. προερχομένης από προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού δυνάμει της από 29-3-1996 σχετικής συμβάσεως προς εξασφάλιση της ιδίας ως άνω χορηγηθείσης πιστώσεως της Τράπεζας Εργασίας προς την ".....ΕΠΕ" . Ο κατηγορούμενος ....., ενεργών ως εκπρόσωπος της "....ΕΠΕ" με τις από 9-10-1995 δύο επιστολές του προς την Τράπεζα Εργασίας εξεχώρησεν σ΄αυτήν την απαίτησή του κατά του νοσοκομείου ΙΑΣΩ ύψους 654.405,58 δολλαρίων ΗΠΑ με την ανέκκλητη εξουσιοδότηση και εντολή να μεταφέρουν το ποσό αυτό εις πίστωση της SUISSE Γενεύης υπέρ του λογαριασμού 3273601 της Hewlett-Packard A.Ε. Το ποσό αυτό αφορούσε στην προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού της Ηewlett-Packard, βάσει προτιμολογίων πού είχε και επεσύναψε στην άνω εντολή της η "....ΕΠΕ". Ακολούθως η Τράπεζα Εργασίας με την από 10-10-1995 επιστολήν της εγνωστοποίησε την αποδοχή της άνω εκχωρήσεως στην Ηewlett-Packard με την υπόσχεση ότι το άνω χρηματικό ποσό θα απεδεσμεύετο υπέρ αυτής ευθύς ως ετίθετο στην διάθεση της Τραπέζης. Το ίδιο επανελήφθη και για απαίτηση της ΜΕΝΤΙΚΕΡ ΕΠΕ κατά του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, που αφορούσε στην προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού της Ηewlett-Packard, με την από 19-6-1996 επιστολήν του .... , εκπροσώπου της ".... ΕΠΕ" για ποσό 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ, βάσει σχετικών προτιμολογίων και με την από 19-6-96 επιστολήν της Τράπεζας Εργασίας προς την Ηewlett-Packard για αποδοχή της εκχώρησης και την ρητή υπόσχεση για αποδέσμευση του άνω ποσού, ευθύς ως ετίθετο στην διάθεσή της. Με την από 6-6-1996 επιστολήν της η Τράπεζα Εργασίας εγνωστοποίησε προς την Ηewlett-Packard ότι αναφορικά προς την εκχώρηση της σύμβασης του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, περί της οποίας η από 2-5-1996 προηγούμενη επιστολή της, αντιμετώπιζε ήσσονος σημασίας νομικό πρόβλημα και με την πεποίθηση ότι τούτο θα επελύετο συντόμως παρακαλούσε την άνω εταιρεία να προχωρήσει στην φόρτωση των εμπορευμάτων που περιεγράφοντο στα προτιμολόγια .... της 1-5-1996 συνολικής αξίας 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ, προτιθέμενη μάλιστα, σε αντίθετη περίπτωση, να εκδώσει τραπεζική εγγυητική επιστολή υπέρ της άνω εταιρείας καλύπτουσα την ανωτέρω φόρτωση. Όμως παρά τις παραπάνω εκχωρήσεις και εντολές ο κατηγορούμενος ..... ενεργών ως εκπρόσωπος της ".... ΕΠΕ" την 14-3-96 εισέπραξε από το νοσοκομείο ΙΑΣΩ ποσό 110.992.550 δρχ. και την 24-4-96 ποσό 270.082.290 δρχ. και στις σχετικές αποδείξεις αναγράφεται η ένδειξη "για λογαριασμό Τράπεζας Εργασίας", ενεργήσας μάλλον δια παρενθέτου προσώπου, χωρίς τα χρήματα αυτά να κατατεθούν στην άνω Τράπεζα ή χωρίς να αποσταλούν στην εταιρεία Hewlett - Packard στην οποίαν τα ώφειλε. Επίσης την 27-9-96 εισέπραξε από το νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ το ποσό των 36.220.263 δρχ. χωρίς πάλι να τα καταθέσει στην Τράπεζα Εργασίας ή να τα αποστείλει στην άνω εταιρεία ΗΡ, στην οποίαν τα ώφειλε. Και στις τρεις ως άνω περιπτώσεις ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς καμιά εξουσιοδότηση από την Τράπεζα Εργασίας. Περί τούτου καταθέτουν οι .... και ..... , υπάλληλοι της Τράπεζας Εργασίας, οι οποίοι ρητώς αποκλείουν την ύπαρξη σχετικής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Τράπεζας Εργασίας προς τον κατηγορούμενο. Μάλιστα στο από 6-6-96 πρακτικό του Δ.Σ. του ΙΑΣΩ αναφέρεται ότι ο εντεταλμένος τις πληρωμές λογιστής .... ανεγνώρισε ότι ούτος λόγω φόρτου εργασίας με την σύνταξη του ισολογισμού από καθαρά δική του αβλεψία παρέδωσε τις αντίστοιχες προς το τίμημα τραπεζικές επιταγές στους προμηθευτές και όχι στις Τράπεζες όπως θα έπρεπε. Τα αυτά επαναλαμβάνει και ο ως μάρτυς εξετασθείς .... την 24-2-99. Το Νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ με την από 14-2-97 επιστολήν του προς τον κατηγορούμενο εζήτησε την επιστροφήν των παρατύπως εισπραχθέντων χρημάτων, ο δε αρμόδιος υπάλληλος του νοσοκομείου .... στην από 16-11-98 κατάθεσή του διευκρινίζει ότι υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας κατά την καταβολήν του άνω χρηματικού ποσού και δεν θυμήθηκε την εκχώρηση. Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζοντας την οφειλήν του προς την άνω εταιρεία ισχυρίζεται, πέραν των όσων αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεώς του, ότι η διαφορά τους είναι αστικής φύσεως, ότι η εκχώρηση δεν ήτο ανέκκλητη, ότι νομίμως προέβη στην είσπραξη των άνω χρηματικών ποσών, καθ΄ όσον η εκχώρηση συνηρτάτο με την ύπαρξη της συμβάσεως ενεχύρου, η οποία δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της εισπράξεως των άνω χρηματικών ποσών. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν έχουν ουσιαστικήν και νομικήν βασιμότητα και αποτελούν υποκειμενικές ερμηνείες προκειμένου να δικαιολογηθεί η άνω συμπεριφορά του, η οποία ενέχει τα στοιχεία της απάτης όπως προεξετέθησαν. Πέραν του ότι η σχετική αλληλογραφία για τον συναφή αλληλόχρεο λογαριασμό και εντεύθεν για την σύμβαση ενεχύρου έγινε μόλις την 5-2-98, αυτά τα οποία αβιάστως προκύπτουν από το άνω αποδεικτικό υλικό είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος διατελώντας με τη βάσιμη υπόνοια ότι δεν επρόκειτο να συνεχισθεί η συνεργασία του με την Hewlett - Packard (ΗΡ), λόγω των μεταξύ τους προβλημάτων ηθέλησε να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από την μεταξύ τους εν τοις πράγμασι συνέχιση των σχετικών με την παράταση της συμβάσεως διανομής διαπραγματεύσεων. Προς τούτο προέβη στην παραγγελίαν ιατρικού εξοπλισμού και προκειμένου να πεισθεί η εταιρεία ΗΡ για την παράδοσή του έγινε η άνω μεθόδευση της εκχωρήσεως των σχετικών απαιτήσεων. Τούτο δεν προκύπτει μόνον από την κατάθεση του .... αλλ΄ επιβεβαιούται από το παραπάνω, της 6-6-96, έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας, η οποία εμμέσως πλην σαφώς διαβεβαιώνει την ΗΡ για την εκ μέρους της εξασφάλιση της απαιτήσεώς της των 100.195,57 δολλαρίων ΗΠΑ. Όταν ο κατηγορούμενος εξησφάλισε την παράδοση του ιατρικού εξοπλισμού προέβη εις ετέραν μεθόδευση αυτήν της απατηλής είσπραξης του τιμήματός του και την ιδιοποίησή του με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της παραπάνω πωλήτριας εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα δεν προκύπτει ότι ικανοποίησε την απαίτησή της και χωρίς ο κατηγορούμενος να δίδει κάποιαν πειστική εξήγηση γιατί δεν της αποδίδει τα οφειλόμενα. Με την υπ΄ αριθ. 33612/12-12-96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 29-10-96 αιτήσεως της "..... ΕΠΕ" και η οποία ακολούθως ανεκλήθη με την υπ΄ αριθ. 26627/30-9-97 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η εταιρεία Hewlett - Packard υπεχρεώθη πλην των άλλων να παραδώσει στην αιτούσα ιατρικό εξοπλισμό αξίας 323.881,44 δολ. ΗΠΑ που αφορούσε στο νοσοκομείο της Λάρισας με χρόνο παράδοσης την 29-10-96, ήτοι μετά τον χρόνο της άνω καταγγελίας της μεταξύ τους συνεργασίας. Εκ τούτου φαίνεται η προσπάθεια του κατηγορουμένου, ανεπιτυχής εν προκειμένω, να επωφεληθεί και του ποσού τούτου. Με την ίδια απόφαση διετάχθη η Τράπεζα Εργασίας να μη καταβάλει στην ΗΡ το ποσό των 811.238 δολ. ΗΠΑ μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Βάσει αυτής η ".... ΕΠΕ" επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση του "εις χείρας" της ευρισκομένου χρηματικού ποσού των 604.608,61 δολ. ΗΠΑ, ήτοι ποσού, το οποίο κατά την εν λόγω απόφαση έπρεπε να ευρίσκεται κατατεθειμένο στην Τράπεζα Εργασίας σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Το γεγονός τούτο επιτείνει την δολία προαίρεση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος εισέπραξε τα άνω χρηματικά ποσά: α) αφ΄ενός μεν ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ενεργεί κατόπιν εξουσιοδοτήσεως από την Τράπεζα Εργασίας, στην περίπτωση του νοσοκομείου ΙΑΣΩ και υπό στοιχείο Α της επί μέρους πράξεως της απάτης και είναι αδιάφορον αν ενήργησε αυτοπροσώπως ή δια παρενθέτου και υπό τις οδηγίες του προσώπου β) αφ΄ ετέρου δε αποκρύπτοντας αθεμίτως ότι το τίμημα είχεν εκχωρηθεί στην Τράπεζα Εργασίας, στην περίπτωση του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και υπό στοιχείο Β της επί μέρους πράξεως της απάτης, εκμεταλλευόμενος μάλιστα τον φόρτο εργασίας των αρμοδίων υπαλλήλων και έχοντας πλήρως αποσιωπήσει από την ΗΡ την εν τω μεταξύ είσπραξη και ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών που εισέπραξε από τα άνω νοσοκομεία. Η άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου θεωρουμένη και κρινομένη στο σύνολό της σαφώς εμπεριέχει τα στοιχεία της κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης. Ο κατηγορούμενος ενήργησε βάσει σχεδίου προς πορισμό εισοδήματος, η δε κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης καταδεικνύει ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδαφ. στ΄ και 386 παρ. 1, 3β Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ο κατηγορούμενος αιτιάται το βούλευμα ότι για την πράξη της απάτης, αναφορικά με την περίπτωση του Νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, έχει αντιφατικές παραδοχές διότι ενώ αρχικώς διαλαμβάνεται σ' αυτό ότι η παραπλάνηση του αρμοδίου υπαλλήλου του άνω νοσοκομείου συντελέστηκε με παράσταση ψευδών γεγονότων, στη συνέχεια δέχεται ότι η παραπλάνηση του άνω υπαλλήλου έγινε με την αθέμιτη απόκρυψη γεγονότος. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Η αναφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος ως τρόπου παραπλάνησης στην περίπτωση του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, γίνεται στο βούλευμα από προφανή παραδρομή, ως τούτο προκύπτει από τους εν συνεχεία συλλογισμούς του βουλεύματος με τους οποίους το συμβούλιο ρητώς δέχεται ότι η πράξη έχει τελεστεί με αθέμιτη απόκρυψη και κατά τούτο, μάλιστα, διαλαμβάνει στο διατακτικό διορθωτική και συμπληρωματική του πρωτόδικου βουλεύματος διάταξη. Περαιτέρω, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται από τις παραδοχές του βουλεύματος α) ότι η Τράπεζα Εργασίας είχε χρηματοδοτήσει την εταιρία ".... ΕΠΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο κατηγορούμενος β) ότι για την προς την άνω εταιρεία πίστωση είχε συσταθεί ενέχυρο επί της απαιτήσεως την οποία η τελευταία (εταιρία) είχε εκ του τιμήματος πωλήσεως ιατρικών μηχανημάτων που εκείνη πώλησε στα νοσοκομεία ΙΑΣΩ και ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ γ) ότι ο κατηγορούμενος με την άνω ιδιότητά του εξεχώρησε την άνω κατά τον νοσοκομείων απαίτηση στην Τράπεζα Εργασίας με την ειδικότερη συμφωνία το ποσό των απαιτήσεων να καταβληθεί απ' ευθείας στην αλλοδαπή εταιρία Hewlett-Pacard από την οποία με προτιμολόγια είχε προμηθευτεί τα μηχανήματα και δ) ότι στην περίπτωση του νοσοκομείου ΙΑΣΩ ψευδώς παρέστησε ότι είχε από την Τράπεζα εξουσιοδότηση να εισπράξει το προς αυτήν εκχωρηθέν τίμημα το οποίο και εισέπραξε στην δε περίπτωση του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ αθέμιτα παρασιώπησε την έναντί του νοσοκομείου αυτού εκχώρηση της απαιτήσεώς του στην ίδια Τράπεζα. Τούτο δε γιατί και στις δύο περιπτώσεις, με την εκχώρηση της απαιτήσεώς του, δεν ενομιμοποιείτο πλέον να εισπράξει ο ίδιος και είναι αδιάφορο για την εν προκειμένω διάπραξη της απάτης, για ποιους λόγους η Τράπεζα, έχουσα σχετικό δικαίωμα από το άρθρο 1254 εδ. γ΄ του Α.Κ, ζήτησε να της εκχωρηθεί η άνω ενεχυρασθείσα απαίτηση και κατά ποιό περιεχόμενο συμφωνιών η αυτή Τράπεζα την εκχωρηθείσα απαίτηση θα πίστωνε σε λογαριασμό της άνω αλλοδαπής εταιρίας, η οποία από την άνευ δικαιώματος είσπραξη του τιμήματος από τον κατηγορούμενο, είναι η αμέσως εκ της πράξεως της απάτης ζημιωθείσα. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. δ ΄και β΄ του Κ.ΠοινΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ.1 και 3 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται : α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Δεν υπάρχει δε ταυτότητα πράξης στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά προς το πρόσωπο του παθόντος. Στην προκείμενη περίπτωση το συμβούλιο εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέκρουσε τον περί υπάρχοντος αρνητικού δεδικασμένου ισχυρισμό του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος προκύπτοντος από το υπ' αριθμ. 5165/2000 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δεχθέν ότι για τη μερικότερη πράξη της απάτης η οποία έχει σχέση με το νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως αφού εις το προαναφερόμενο βούλευμα εφέρετο ως παθών πρόσωπο το νοσοκομείο, ενώ επί της προκειμένης υποθέσεως επί της οποίας έκρινε το προσβαλλόμενο βούλευμα, παθούσα εκ της πράξεως του κατηγορουμένου είναι η αλλοδαπή εταιρία Hewlett-Packard Europe BY. Με αυτά που δέχθηκε και για το ζήτημα αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν παρεβίασε τις περι δεδικασμένου διατάξεις και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ΄ Κ.Ποιν.Δ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-6-2006 αίτηση του .... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 917/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ