Αριθμός 180/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Eισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: .... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αυγουστή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1445/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την .... . Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 717/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του Π.Κ., με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλο της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης. Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως πρέπει, εκτός από άλλα, να αναφέρονται όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας, αλλά και ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία αυτός γνώριζε. Πρέπει επίσης να αναφέρεται και η αρχή ενώπιον της οποίας δόθηκε η κατάθεση του μάρτυρα για να κριθεί αν αυτή είναι ή όχι αρμοδία να ενεργεί ένορκη εξέταση. Εξάλλου κατ' άρθρ. 650 ΚΠολΔ στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη, υπό τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η πρώτη των κατηγορουμένων, .... κατά το χρόνο και στον τόπο που αναφέρεται στο διατακτικό, κατά την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ήταν αρμόδιος να διενεργεί ένορκες βεβαιώσεις επί αστικών διαφορών, εν γνώσει της κατέθεσε ψέμματα. Ειδικότερα, βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του άνω Ειρηνοδίκη, κατόπιν αιτήσεως προς αυτόν της εταιρίας με την επωνυμία ".... ΕΠΕ - ..... " με έδρα στο .... , εκπροσωπούμενη, νομίμως από το δεύτερο των κατηγορουμένων ... , ως διαχειριστή αυτής και προς υποστήριξη της από 23-6-1995 εφέσεως της άνω εταιρίας κατά της 6.282/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας μισθωτικών διαφορών) κατά του πολιτικώς ενάγοντος, ... , στη με αριθμό 10.487/2000 ένορκη βεβαίωση του άνω Ειρηνοδίκη, που συντάχθηκε για την παραπάνω κατάθεσή της. Σε αυτή, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδώς ότι "......εξ αρχής μέχρι και σήμερα χρησιμοποιούνται σαν αποθηκευτικοί χώροι (τα διαμερίσματα Υ-ΙΑ και Υ-ΙΒ της ευρισκόμενης στην οδό ... αρ. .. και ... στο ..., πολυκατοικίας) και έχουν τοποθετηθεί σε αυτούς διάφορα παλαιά έπιπλα (φοριαμοί, τραπέζια, ντουλάπες, καρέκλες κλπ), καθώς και το αρχείο της εταιρείας (... ΕΠΕ)." Η αλήθεια όμως ήταν ότι οι άνω, Υ-ΙΑ και Υ-ΙΒ χώροι της πολυόροφης αυτής οικοδομής, είχαν διαμερισματοποιηθεί και, ως ενοποιημένος χώρος, χρησιμοποιείτο ως κατοικία. Συγκεκριμένα, είχαν οι χώροι αυτοί ενοποιηθεί, είχε τοποθετηθεί ύδρευση, καθώς και καλοριφέρ σε αυτά παράνομα και είχε κατασκευαστεί κουζίνα. Κατά δε την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα και της μάρτυρα, αδελφής του, ...., διέμενε στο χώρο αυτό κάποιο, άγνωστο σε αυτούς άτομο. Η κατηγορουμένη, γνώριζε την κατάσταση αυτή, διότι διέμενε στην άνω οικοδομή και τότε ήταν και διαχειρίστρια. Το ψευδές γεγονός που κατέθεσε (χρησιμοποίηση των άνω χώρων ως αποθηκευτικών χώρων), θα είχε έννομες συνέπειες, διότι η ένορκη αυτή βεβαίωσή της θα προσκομιζόταν από τη διάδικο άνω εταιρία κατά τη συζήτηση στις 23.4.2000 εφέσεως της κατά του ήδη πολιτικώς ενάγοντος και της 6282/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του τελευταίου κατά της άνω εταιρίας και είχε γίνει δεκτό ότι από την εναγομένη εταιρία έγινε αλλαγή της χρήσεως των χώρων αυτών σε κατοικίες. Ήδη δε με την 9275/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ή έφεσή της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων ... , κατά τον ίδιο χρόνο και στον αυτό τόπο, με πρόθεση προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως η πρώτη αυτή κατά τα άνω αναφέρεται και την οποία αυτή διέπραξε για να υποστηρίξει με την ένορκη βεβαίωσή της την άνω έφεση της εκπροσωπούμενης από αυτόν ΕΠΕ κατά της άνω αποφάσεως του ΜΠΑθ και του ήδη πολιτικώς ενάγοντος, παραπείθοντας αυτός την πρώτη κατηγορουμένη, μετά πειθούς να καταθέτει τα άνω ψευδή γεγονότα. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις άνω καταθέσεις (πολ. Ενάγοντος και μάρτυρα) καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν αναιρούνται από την κατάθεση των δεύτερου μάρτυρα, καθώς και του μάρτυρα υπερασπίσεως, ούτε από τις απολογίες των κατηγορουμένων, που αρνούνται τις πράξεις τους. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που κατηγορούνται." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεως των άρθρων 46 παρ. 1 περ. α και 224 παρ. 1, 2 του ΠΚ που ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα μέσα προκλήσεως της αποφάσεως τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας στη ψευδορκία μάρτυρα, αναφέρει, τον τρόπο και τα μέσα προκλήσεως της αποφάσεως τελέσεως της πράξεως και γίνεται δεκτό ότι προκάλεσε ο αναιρεσείων την απόφαση για τέλεση της πράξης με πρόθεση παραπείθοντος αυτός την αυτουργό μετά πειθούς να καταθέσει τα ως άνω ψευδή για να υποστηρίξει με την ένορκη βεβαίωσή της την ως άνω έφεση της εκπροσωπούμενης από αυτόν ΕΠΕ κατά της πρωτοβαθμίου πολιτικής αποφάσεως, επιπλέον δε αναφέρονται αυτά στο αποδεικτέο θέμα και συνδέονται αναποσπάστως με αυτό, καθόσον εννοιολογικά κατατείνουν στο αυτό αποτέλεσμα. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε΄ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα. Κατόπιν αυτών, πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1445/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ