Αριθμός 1789/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ζήση Βασιλόπουλο- Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1620/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", πρώην "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσία δικηγόρο Ιφιγένεια Καρανδρέα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1354/2007. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του νόμου 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/1972) "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε. Όσον αφορά την υποβολή έγκλησης ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠΔ, στις οποίες ρητώς παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι έν ή πλείονα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το διοικητικόν συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί ν' ασκείται ολικά η μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, την εκπροσώπηση αυτού στα δικαστήρια και τη δυνατότητα ν' αποφασίζει τούτο για τη διοίκηση και τη διαχείριση της περιουσίας του, προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει (22 παρ.1) για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε., κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον ενεργείται με βάση μια από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογή της τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων, που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 του καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό ν' αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να γίνει προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως όταν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί ο νόμος, όπως όταν πρόκειται για υποβολή έγκλησης ή για δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το Δ.Σ. της Α.Ε., για την υλοποίηση της απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλώς πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Δ.Σ., που περιέχει τη σχετική απόφασή του, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 έδ. γ' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 18-7-2007 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 1620/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών και έξι μηνών και σε χρηματική ποινή 10.000 € κατά συχώνευση για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (έκδοσης ακάλυπτης επιταγής) κατά συρροή. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν έπαυσε την ποινική δίωξη κατ' αυτού, για το προαναφερόμενο αδίκημα, αφού δεν κατατέθηκε εντός τριών μηνών από την τέλεση της πράξης νομότυπη έγκληση από τον παθόντα και ως εκ τούτου το άνω δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκήθηκε μετά από υποβολή εγκλήσεως από την εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", κομίστρια της επιταγής. Την έγκληση κατέθεσε στον εισαγγελέα πρωτοδικών Χαλκίδας, για λογαριασμό της άνω εταιρίας η δικηγόρος Αθηνών Ιφιγένεια Καρανδρέα. Για τη νομιμοποίηση της τελευταίας η έγκληση συνοδευόταν από απόσπασμα του .......... πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της εταιρίας, υπογραφόμενο από τον ........., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, ο οποίος το εξέδωσε και βεβαίωσε την ακρίβειά του και του οποίου η γνησιότητα της υπογραφής βεβαιώθηκε από δικηγόρο. Για την κατάθεση της έγκλησης, για λογαριασμό της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ", από την προαναφερόμενη δικηγόρο, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, ενήργησε ως εντολοδόχος του Δ.Σ. της εγκαλούσας, ο κατηγορούμενος υποστήριξε νομότυπα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ότι η έγκληση δεν είναι νόμιμη διότι το απόσπασμα των πρακτικών του Δ.Σ. της εγκαλούσας δεν υπογράφονταν από όλα τα μέλη του Δ.Σ. και το γνήσιο της υπογραφής τούτων δεν βεβαιωνόταν από Αρχή ή από δικηγόρο και ως εκ τούτου αφού δεν υπήρξε νόμιμη έγκληση μέσα στην τρίμηνη προθεσμία (ΠΚ 117 παρ. 1) έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί και τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' αναιρετικό λόγο, για υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η κατάθεση της έγκλησης από την άνω εντολοδόχο δικηγόρο συνοδευόταν από ακριβές και επικυρωμένο απόσπασμα των πρακτικών συνεδρίασης του Δ.Σ. της εγκαλούσας, που αφορούν την απόφαση αυτού για κατάθεση της έγκλησης κατά του αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 8 και 9 του νόμιμα δημοσιευθέντος καταστατικού αυτής (ΦΕΚ Α΄ 59/20-3-98) κατά το οποίο "τα αντίγραφα και αποσπάσματα των πρακτικών του Δ.Σ. υπογράφονται από τον Πρόεδρο....." και "τον Πρόεδρο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνει ο διευθύνων σύμβουλος....." ιδιότητες που είχε αυτός που το εξέδωσε, βεβαίωσε και επικύρωσε το ανωτέρω απόσπασμα που συνόδευσε την έγκληση κατά του αναιρεσείοντος. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 εδ. α' του ν. 5960/1933 περί επιταγής "η εμφάνισις εις συμψηφιστικόν γραφείον ισοδυναμεί προς εμφάνισιν προς πληρωμήν". Με βάση τη διάταξη αυτή και επειδή δεν εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα που προβλέπεται από το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης, το οποίο ορίζει ποια θεωρούνται συμψηφιστικά γραφεία στην Ελλάδα, ιδρύθηκαν με σύμβαση μεταξύ των Ελληνικών Τραπεζών, συμψηφιστικά γραφεία προς διευκόλυνση των μεταξύ τους, εντός της χώρας, συναλλαγών. Ειδικότερα τα συμψηφιστικά γραφεία είναι οργανώσεις στις οποίες οι Τράπεζες εμφανίζουν τις επιταγές, τις οποίες κατέχουν ως κομίστριες και οι οποίες έχουν εκδοθεί επί άλλων Τραπεζών (μελών του συμψηφιστικού γραφείου) για να πληρωθούν με αμοιβαίο μεταξύ των μελών τους συμψηφισμό. Με βάση τα ανωτέρω τελευταίοι κομιστές των τραπεζικών επιταγών που κομίζονται στα Γραφεία Συμψηφισμού από τις συνεργαζόμενες με αυτά -και τις πληρώτριες Τράπεζες- δεν είναι οι τελευταίοι οπισθογράφοι (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) αλλά τα πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζες), τα οποία, αφού πρώτα πλήρωσαν στους πελάτες τους ή πίστωσαν τους τυχόν υπάρχοντες λογαριασμούς τους τις προσκόμισαν ακολούθως προς συμψηφισμό στα άνω Γραφεία, οπότε από αυτά, κατόπιν ελέγχου μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας Τράπεζας, βεβαιώνεται η μή πληρωμή τους και δεν επέρχεται συμψηφισμός των αμοιβαίων, μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, που μετέχουν στα γραφεία συμψηφισμού, απαιτήσεων. Επομένως η Τράπεζα αυτή, ως κομίστρια της επιταγής νομιμοποιείται ν' ασκήσει έγκληση, κατά αυτού που εξέδωσε, χωρίς να έχει τ' αντίστοιχα κεφάλαια, την επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά το νόμο 2408/1996. Επίσης έγκληση νομιμοποιείται να καταθέσει και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής αυτής, διότι αυτός τελικώς ζημιώθηκε. Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δικαιούχος της αποζημίωσης από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δε συνάγεται ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ και 40-47 του ν. 5960/33 ούτε από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, κατά την οποία η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και τούτο διότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι χρησιμοποιείται στην άνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολ. ΑΠ 29/2007). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο, καταρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο για ν' αναιρεθεί απόφαση συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς επίσης και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στην απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη υπόθεση Α) από την επισκόπηση των επιταγών, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η οπισθογράφηση αυτών προς τη CITI-BANK έγινε "ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ στο λογαριασμό της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ" δηλαδή της εγκαλούσας. Τούτο σημαίνει ότι οι επιταγές δε μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα, αλλά μόνο ότι εξουσιοδοτήθηκε η τελευταία να εισπράξει το αναγραφόμενο σ' αυτές ποσό και να το καταθέσει στον λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας, η οποία, ως εκ τούτου δεν έπαψε να είναι κομίστρια των επιταγών, και να νομιμοποιείται, συνεπώς, να καταθέσει έγκληση κατά τον εκδότη. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που η εγκαλούσα είναι εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών, όπως σαφώς αφήνει να εννοηθεί ο αναιρεσείων. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 περ. Ε' και Η' του ΚΠΔ, για παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/33, όπως ισχύει μετά το ν. 2408/96 και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά συρροή δεχόμενο με βάση τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο αιτιολογικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Από τα σώματα των επίδικων επιταγών προκύπτει ότι τελευταία κομίστρια αυτών είναι η εγκαλούσα και όχι άλλος τρίτος τις. Η τελευταία εμφάνισε τις επιταγές προς πληρωμή, οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Πρέπει, συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είναι αυτός ο εκδότης των επιταγών ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Έτσι ο τελευταίος στη Χαλκίδα στις ........ εν γνώσει εξέδωσε τις ..........., ........., .......... και ........... ποσών 86.289.921, 15.000.000, 11.000.000 και 86.289.921 δραχμών, αντιστοίχως, τα οποία δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής. Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 8-9-1999, 13-9-99, 4-10-99 και 1-10-99, δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, τη μή ύπαρξη των οποίων γνώριζε ο κατηγορούμενος. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τ' απαιτούμενα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη στοιχεία για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της και δεν υπάρχει παραβίαση των ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η ειδικότερη αιτίαση ότι τις επιταγές τις εξέδωσε ο αναιρεσείων ως εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΙΤ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ" και όχι ατομικώς απορρίφθηκε αρκούντως αιτιολογημένα από την απόφαση, αφού έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι όπως προκύπτει από τα σώματα των επιταγών και τις λοιπές αποδείξεις, αυτές τις εξέδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν δικαιολογείται στην απόφαση η γνώση του αναιρεσείοντος περί της μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός είχε τέτοια γνώση και κατά το χρόνο της έκδοσης και κατά το χρόνο της εμφάνισης προς πληρωμή των επιταγών, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς ο τρίτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ με τον ο ποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όσα αναφέρονται ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1620/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την 1η Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ