Αριθμός 1732/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 67149/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παρ. 2 εδ. α΄ του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παρ. 1γ του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 ΦΕΚ Α΄135/4-7-2006) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (ΟλΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ περ. δ΄ του ΚΠοινΔ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, και β) η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 46 ΚΠοινΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη δε από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 67149/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η κατ' αυτού ποινική δίωξη ασκήθηκε απαραδέκτως, γιατί η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΔΜΟΣ ΕΠΕ" δεν ήταν τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια των επίμαχων επιταγών που εμφανίσθηκαν προς πληρωμή, αλλά τρίτο νομικό πρόσωπο, και δη η εταιρία με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", στην οποία οι επιταγές αυτές είχαν μεταβιβασθεί από την εγκαλούσα με οπισθογράφηση. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αποφάνθηκε επί του ισχυρισμού αυτού με την περί ενοχής άνω απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη δε περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε αυτό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη ...., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, την .... και ..... εξέδωσε με πρόθεση δυο επιταγές, που δεν πληρώθηκαν στην τελευταία νόμιμη κομίστρια ομόρρυθμη εταιρία "......", γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΙΤ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ" εξέδωσε με πρόθεση τις υπ' αριθμ. ..... και ...... , αντίστοιχα, επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα Εργασίας, ποσού δραχμών 3.500.000 η καθεμιά απ' αυτές, σε διαταγή της εταιρίας "ΚΑΔΜΟΣ ΕΠΕ", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο υποβαλών την έγκληση....... Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή την .... και την ...., αντίστοιχα, στην πληρώτρια Τράπεζα από την πιο πάνω τελευταία κομίστριά τους, αλλά δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα. Η εγκαλούσα πιο πάνω ΕΠΕ δικαιούτο να υποβάλει, δια του άνω νομίμου εκπροσώπου της, την έγκληση, γιατί είναι προηγούμενη από οπισθογράφηση κομίστρια των επιταγών αυτών, έγινε δε νόμιμος κάτοχος αυτών, γιατί η ίδια κατέβαλε (δια του εκπροσώπου της) τα εξ αναγωγής οφειλόμενα από τις επιταγές χρηματικά ποσά, στην εμφανίσασα αυτές στην πιο πάνω Τράπεζα παραπάνω τελευταία κομίστρια τους. Επομένως, η ένσταση του κατηγορουμένου για απαράδεκτη έγκληση της εγκαλούσας ΕΠΕ πρέπει να απορριφθεί, γιατί αυτή δικαιούται σε έγκληση κατά τα προαναφερόμενα (ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα δεν παρέστη και ως πολιτικώς ενάγουσα). Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι η ειρημένη ΕΠΕ, ως από αναγωγή υπόχρεη, που εξόφλησε τις επίμαχες επιταγές στην τελευταία κομίστρια πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρία, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του εκδότη των επιταγών αυτών και ως εκ τούτου η βάσει της από 20-12-1999 εγκλήσεώς της ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, αφού απέρριψε τον περί του αντιθέτου πιο πάνω ισχυρισμό του, κήρυξε αυτόν ένοχο εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην αρχή της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σ' αυτό της παρ. 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του ν. 2408/1996 και στην παρ. 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του ν. 2721/1999, δεχόμενο ότι η εξ αναγωγής υπόχρεος άνω ΕΠΕ, που πλήρωσε τις επιταγές, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μη κηρύξει τη με βάση την άνω έγκληση ασκηθείσα εναντίον τούτου ποινική δίωξη απαράδεκτη, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Ενόψει όλων αυτών οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. E΄, Η΄ περ. δ΄ και Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 67149/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ