Αριθμός 594/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσέκο-Βλαχανδρέα, για αναίρεση της 40413/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1581/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 470 εδ. α΄ ΚΠΔ, σε περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του. Η παραβίαση της υπό της διατάξεως αυτής καθιερουμένης αρχής της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου που άσκησε έφεση συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Η΄ ΚΠΔ. Τέτοια παραβίαση της ανωτέρας αρχής υφίσταται και όταν το δικαστήριο που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως κηρύσσει αυτόν ένοχο για δύο συρρέοντα εγκλήματα, αν και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά της οποίας μόνον ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση τον είχε κηρύξει ένοχο μόνο για ένα από αυτά, ενώ για τον άλλο τον είχε κηρύξει αθώο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί: α)Για καταπάτηση δημοσίας δασικής εκτάσεως (άρθρ. 280 παρ. 1 Ν.Δ 86/1969, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 13 ΝΔ 996/1971) και β)Για το ότι ενήργησε επί εκχερσωθείσης παράνομα δασικής εκτάσεως, πράξεις διακατοχής, ανεγείροντας κτίσμα (άρθρ. 71 παρ. παρ. 1,3 Ν.998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 46 Ν.2145/1993), κηρύχθηκε αθώος της πιο πάνω πρώτης αξιοποίνου πράξεως και ένοχος της δεύτερης, επιβληθείσης εις αυτόν ποινής φυλακίσεως 7 μηνών, η οποία ανεστάλη επί 3ετίαν. Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του και ενώ είχε ασκηθεί έφεση μόνο από τον κατηγορούμενο κατά της καταδικαστικής διατάξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - μη μεταβιβασθείσης της υποθέσεως, κατά το μέρος που κήρυξε αθώο αυτόν, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο - κήρυξε ένοχο αμφοτέρων των πράξεων και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών (για αμφότερες τις πράξεις, την οποία ανέστειλε επί 3ετίαν. Ενόψει, όμως, του ότι κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είχε ασκήσει έφεση μόνον ο κατηγορούμενος, το δικάσαν κατ΄ έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε εξουσία να κρίνει για το μέρος της πρωτόδικης αποφάσεως που αφορά την πρώτη των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, για την οποία είχε κηρυχθεί αθώος αυτός και το οποίο μέρος δεν είχε αχθεί με την έφεση τούτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 502 παρ. 2 ΚΠΔ). Με την προαναφερόμενη κρίση του, το δικάσαν κατ΄ έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών χειροτέρευσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τη θέση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, έστω και αν επέβαλε σ΄ αυτόν και για τα δύο ως άνω συρρέοντα εγκλήματα μικρότερη ποινή από εκείνη που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η΄ ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την καταδικαστική διάταξή της για παράβαση του άρθρου 280 παρ. 1 του ΝΔ 86/1969, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 13 ΝΔ 996/1971. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την πληττόμενη απόφασή του και μετά από εκτίμηση όλων τω ν αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις που προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω ποινή με το εξής σκεπτικό: "αποδείχθηκε ότι κατασκεύασε προσθήκη αυθαιρέτου κτίσματος με κεραμοσκεπή 3 Χ 10 μ, σε επέκταση προϋπάρχοντος κτίσματος του ιδίου καταπατώντας έτσι δημόσια δασική έκταση ".... " και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 29 ΠΚ". Η αιτιολογία αυτή είναι εντελώς τυπική και όχι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως αξιώνουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του κωδ. Ποιν. Δικονομίας, αφού δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από το οποίο οδηγήθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, αλλ΄ ούτε και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος του αναιρεσείοντος. Εντεύθεν, πρέπει να γίνει δεκτός και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως να αναιρεθεί η απόφαση και κατά το μέρος της που αφορά την καταδικαστική διάταξή της για την παράβαση του άρθρου 71 παρ. παρ. 1, 3 Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 46 Ν. 2145/1993. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ), μόνο κατά το μέρος της που αφορά την καταδικαστική της διάταξη για το έγκλημα του άρθρου 71 παρ. παρ. 1,3 Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 Ν. 2145/1993 και την επιβολή της ποινής, όχι όμως και κατά το μέρος της που αφορά την καταδικαστική της διάταξη για την παράβαση του άρθρου 280 παρ. 1 ΝΔ 86/1969, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 13 ΝΔ 996/1971, αφού η παραπομπή για το εν λόγω έγκλημα, είναι, ενόψει της αθωωτικής κρίσεως ως προς αυτό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς αντικείμενο. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 40413/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο μόνο για την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 71 παρ. παρ. 1,3 Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 46 Ν. 2145/1993. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ