ΑΡΙΘΜΟΣ 1573/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαϊου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 335/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2040/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 117/14.3.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες κατά το άρθρο 485 παρ.1 του Κ.Π.Δ, μετά της συνημμένης δικογραφίας, την από 12.12.2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 , κατά του υπ. αρ. 335/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, εκθέτομεν τα εξής: Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν η υπ. αρ. 2/2006 έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά του υπ. αρ. 25/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ηλείας, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (κακουργημάτων), για να δικαστεί για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέντος σε αυτήν, ως εντολοδόχου και β) πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως (άρθρα 375 παρ. 1α ,2α και 216 παρ.1 του Π.Κ., όπως το 375 αντικαταστήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 και 14 του Ν. 2721/1999. II. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τ' άρθρα 473 παρ.1, 474 και 482 παρ. 1α και 3 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003, δια της από 12.12.2006 δηλώσεως της αναιρεσείουσας στον Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, για την οποία συντάχθηκε η υπ. αρ. 11/2006 έκθεση αναιρέσεως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα της επιδόθηκε στις 4.12.2006. III. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η υπέρβαση εξουσίας, γ) η έλλειψη νομίμου βάσεως και δ) η απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχεία α', β', δ', στ' του Κ.Π.Δ). IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 του Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 2122/2005 Π.ΧΡ. ΝΣΤ 596.). Εξάλλου, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 428/2001, Π.ΧΡ. ΝΒ 21). Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 286/2006, Π.ΧΡ. ΝΣΤ. 819). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με επιτρεπτώς καθολική αναφορά στην σε αυτό ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία γίνεται μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχτηκε ότι απεδείχθησαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 23.7.2001 στην .... συνέβη οδικό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο ετραυματίσθη ο εγκαλών Σ1 Βούλγαρος υπήκοος, ηλικίας 21 ετών. Ο θείος του εγκαλούντος ..... (πατέρας του επίσης τραυματισθέντος εξαδέλφου του ......), ανέθεσε στην κατηγορουμένη, δικηγόρο Αθηνών, λόγω γνωριμίας τους από την εργασία του σε αγροκτήματα αυτής, την διεκπεραίωση της υποθέσεως αποζημιώσεων των παθόντων από το ατύχημα. Η κατηγορουμένη προέβη άμεσα (την 9.8.2001) στην σύνταξη και κατάθεση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του υπαιτίου οδηγού, του ιδιοκτήτη του οχήματος και της ασφαλιστικής εταιρείας. Την 20.9.2001 ο εγκαλών υπέγραψε το υπ' αριθμ. .... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που συνετάγη από την Συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ανδριανή Κλάδη, και με το οποίο διόριζε πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο την κατηγορουμένη για τον χειρισμό της υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένου και του εξωδίκου συμβιβασμού. Την 27.9.2001 η κατηγορουμένη συνέταξε τακτική αγωγή αποζημιώσεως, την οποία δεν κατέθεσε, έθεσε, όμως, υπόψη των αντιδίκων, ώστε εν τέλει, μετά από σχετική ενημέρωση και έγκριση του εγκαλούντος, να επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός. Δεν συνέβη το ίδιο με τον έτερο των παθόντων, θεωρήσαντα το προτεινόμενο ποσόν ελάχιστο. Το συνταγέν πρακτικό συμβιβασμού την 2.11.2001 η κατηγορουμένη προσκομίζει στην .... το υπογράφει σε όλες του τις σελίδες ο εγκαλών, το γνήσιο δε της υπογραφής του βεβαιώνεται από αστυνομικό του AT ......, ακολούθως υπογράφεται και από την ιδία και από όλα τα λοιπά μέρη στην Αθήνα την 14.11.2001. Το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εγκαλούντα και ανεγράφετο τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως ανήρχετο σε αυτό των 16.000.000 δρχ. Η εδρεύουσα στην Αθήνα ασφαλιστική εταιρεία "NORDSTERN COLONIA HELLAS Α.Ε.", μετά ταύτα, εξέδωσε δύο εξοφλητικές αποδείξεις την υπ' αριθμ ....., ποσού 16.000.000 δρχ., και αιτιολογία "αποζημίωση" και την υπ' αριθμ. ....., ποσού 1.000.000 δρχ. και αιτιολογία "δικαστική δαπάνη". Τα ανωτέρω ποσά (συνολικά 17.000.000 δρχ.) έλαβε την 12.11.2001 η κατηγορουμένη. Την 19.11.2001 η κατηγορουμένη κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό του εγκαλούντος και συγκεκριμένα σε βιβλιάριο του υποκαταστήματος της ΑΤΕ ..... που ανοίχθηκε για το λόγο αυτό, ποσό 19.075,57 Ευρώ (6.495.231 δρχ.) και κατέβαλε στον ίδιο τον παθόντα σε μετρητά ποσό 500.000 δρχ. Ο εγκαλών πληροφορηθείς ότι το καταβληθέν σε αυτόν ποσό (συνολικά 7 εκατ. δρχ.) υπελείπετο αυτού, το οποίο είχε καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στην κατηγορουμένη για αποζημίωση και ανεγράφετο στο σχετικό πρακτικό συμβιβασμού (16 εκατ. δρχ. μη γνωρίζων εισέτι ότι είχε καταβληθεί και ποσόν 1 εκατ. δρχ. για δικαστική δαπάνη ), άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την υπ' αριθμ. 295/1.10.2002 αγωγή, με την οποία ζητούσε από την τότε εναγομένη (νυν κατηγορουμένη) το οφειλόμενο ποσό των 9.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής α) προσεκόμισε την με ημερομηνία 19.11.2001 εξοφλητική απόδειξη ποσού 14.400.000 δρχ. υπογραφομένη από τον εγκαλούντα β) ισχυρίσθηκε ότι παρεκράτησε ποσό 1.600.000 δρχ. ως αμοιβή της (10 % επί του ποσού των 16 εκατ.). Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 556/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αφού υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.600.000 δρχ. (παρακρατηθέν ως αμοιβή της), για το λόγο ότι δεν είχε υπογραφεί σχετικό εργολαβικό για το οποίο θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί οι σχετικές διατυπώσεις του νόμου. Ο εγκαλών πληροφορηθείς αργότερα ότι πλέον των 16 εκατ. δρχ. είχε καταβληθεί στην κατηγορουμένη και επί πλέον ποσό του 1.000.000 (αφορά την δευτέρα εξοφλητική απόδειξη της ασφαλιστικής εταιρείας με αιτιολογία "δικαστική δαπάνη"), ήσκησε αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρήνης) και ζήτησε το ποσό αυτό, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 22/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, σχετική δε έφεση της εναγομένης απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 86/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Ο εγκαλών εκτός των προαναφερθεισών αγωγών υπέβαλε σε βάρος της κατηγορουμένης και α) την από 5.2.2003 έγκληση του, με την οποία κατήγγειλε ότι αυτή του παρακράτησε το συνολικό ποσό των 10 εκατ. δρχ. αφού τον διαβεβαίωσε ότι είχε λάβει μόνον το ποσό των 7 εκατ. δρχ., αυτός δε αγνοών την ελληνική γλώσσα, χωρίς να αντιληφθεί το αναγραφόμενο στο πρακτικό συμβιβασμού ποσό των 16 εκατ. δρχ. και έχων απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν αρκέσθηκε στις διαβεβαιώσεις της, και β) την από 9.7.2003 έγκληση του, με την οποία κατήγγειλε ότι η προσκομισθείσα από την κατηγορουμένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας εξοφλητική απόδειξη είχε συμπληρωθεί από αυτήν ως προς το ποσό και το όνομα του εν αγνοία του. Με αφορμή τις ανωτέρω εγκλήσεις διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηλείας απέρριψε τις εγκλήσεις με την υπ' αριθμ. 18/2004 διάταξη του. Κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών αυτή εγένετο εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 114/2004 διάταξή του και διετάχθη η άσκηση ποινικής διώξεως για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας που της το είχαν εμπιστευθεί ως εντολοδόχου και β) πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση (άρθρα 94§1, 375§§2-1, 216§1β ΠΚ). Η ασκηθείσα προσφυγή ήταν νόμιμος, ως ασκηθείσα υπό δικαιουμένου προσώπου, έχοντος την ιδιότητα του εγκαλούντος (άρθρο 48 ΚΠΔ), και ουχί αυτή του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης μη αποκτήσαντος την ιδιότητα αυτή, ως εκ της εκπροθέσμου (παρέλευση εξαμήνου από της αδικοπραξίας, κατ' άρθρο 73 §5 Εισαγ. Ν. Κωδ. Πολ.Δικ) υποβολής των πολιτικών αξιώσεων του και κατά συνέπεια ουδεμία ακυρότητα υφίσταται ως προς την άσκηση της ποινικής διώξεως, ως αβασίμως υποστηρίζει η κατηγορουμένη. Ο εγκαλών υποστηρίζει ότι ναι μεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, δεν γνωρίζει όμως και ελληνική γραφή και έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της δικηγόρου του και σε όσα αυτή τον διαβεβαίωσε περί του ύψους του χρηματικού ποσού που θα κατεβάλλετο σε αυτόν από την ασφαλιστική εταιρεία υπέγραψε το σχετικό πρακτικό συμβιβασμού, χωρίς να αντιληφθεί ότι στο πρακτικό ανεγράφετο το ποσό των 16 εκατ. δρχ., επίσης υπέγραψε και την σχετική εξοφλητική απόδειξη, χωρίς σε αυτή να αναγράφεται οποιοδήποτε ποσό, αλλά και πάλι ενεργήσας με καλοπιστία υπέγραψε και το σχετικό έγγραφο που του παρουσίασε η κατηγορουμένη, χωρίς να αμφισβητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την γνησιότητα της υπογραφής του. Το νεαρό της ηλικίας του παθόντος, το γεγονός ότι αυτός εργάζετο σε αγροτικές εργασίες ως οικονομικός μετανάστης συνηγορούν στην παραδοχή του ισχυρισμού του ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γραφή, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός, όπως υποστηρίζει η κατηγορουμένη, ότι στο σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς αυτήν δήλωσε στην συμβολαιογράφο Ζακύνθου ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Η παραδοχή ότι προκύπτουν ενδείξεις για την κατακράτηση του ιδιαιτέρως μεγάλου ποσού των 9 εκατ. δρχ. από την κατηγορουμένη δεν στηρίζεται μόνον στις μαρτυρικές καταθέσεις του εγκαλούντος, του θείου και της θείας του που προτάθηκαν από αυτόν και εξετάσθηκαν αλλά και στα εξής στοιχεία: α) στο γεγονός ότι η κατηγορουμένη όχι μόνον στον εγκαλούντα αλλά ούτε και στο Δικαστήριο δεν απεκάλυψε ότι είχε λάβει και το ποσόν του 1 εκατ. δρχ. από την ασφαλιστική εταιρεία με αιτιολογία "δικαστική δαπάνη", αφού παρεδέχετο ότι είχε λάβει μόνον το ποσόν των 16 εκατ. δρχ. και από αυτά είχε κατακρατήσει ποσό 1.600.000 δρχ. (δηλ το 10% του ποσού αυτού) ως αμοιβή της, γεγονός που έχει, ως προανεφέρθη, με τελεσίδικη απόφαση κριθεί ως οφειλόμενο, και η αποκάλυψη του οφείλεται μόνον στις αναζητήσεις του εγκαλούντος περί του πραγματικού καταβληθέντος ποσού από την ασφαλιστική εταιρεία και μάλιστα χρονικά μετά την αποκάλυψη της εξοφλητικής αποδείξεως των 16 εκατ. δρχ. και σε τούτο οφείλεται και η επακολουθήσασα δεύτερη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρήνης β) στο γεγονός ότι στο βιβλιάριο καταθέσεως στην ΑΤΕ έχει κατατεθεί την ίδια ημέρα που έχει υπογραφεί η εξοφλητική απόδειξη (19.11.2001) ποσόν 6.500.000 δρχ. (χωρίς να παραλλάσσει τα πράγματα ότι η κατάθεση έγινε σε ευρώ -19.075,57- και το ποσό από την μετατροπή ανέρχεται ακριβώς στις 6.495.231 δρχ.) και είναι πέραν της συνήθους πρακτικής και της κοινής πείρας και λογικής να κατατίθεται ποσόν μικρότερον εκείνου που δίδεται σε μετρητά, χωρίς μάλιστα την επίκληση οιουδήποτε λόγου που θα επέβαλλε ένα τέτοιο τρόπο πληρωμής. Αλλά και πέραν της κοινής πείρας, λογικής και συνήθους συμβαίνοντος, στην προκειμένη περίπτωση περίτρανα καταδεικνύεται ότι ο εγκαλών δεν είχε λάβει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά από το γεγονός ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα των 9 ημερών έχει προβεί τέσσερις φορές σε αναλήψεις μετρητών από τον λογαριασμό του, όπως αυτό εμφαίνεται από φωτοαντίγραφο του σχετικού βιβλιαρίου καταθέσεως, γ) στο γεγονός ότι η προσκομισθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας από την κατηγορουμένη εξοφλητική απόδειξη, ως προς το ποσό 14.400.000 δρχ. που φέρεται να έλαβε ο εγκαλών, συνέπιπτε με τους αναληθείς ισχυρισμούς που προέβαλε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, προς αντίκρουση της εναντίον της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι έλαβε μόνον το ποσό των 16 εκατ. δρχ. ενώ, ως προελέχθη, απέκρυψε ότι είχε λάβει με ξεχωριστή απόδειξη και το ποσόν του 1 εκατ. δρχ. και κατεκράτησε ως αμοιβή της το ποσόν των 1.600.000 δρχ., οπότε με την προσκόμιση της εξοφλητικής αποδείξεως, ήθελε να αποδείξει ότι είχε καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων. Είναι φανερό ότι την ίδια ημέρα που έγινε η κατάθεση στον λογαριασμό της ΑΤΕ η κατηγορουμένη έλαβε και την υπογραφή του εγκαλούντος σε εξοφλητική απόδειξη, χωρίς όμως, σε αυτήν να αναγράφεται το ποσό, ως τούτο καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι η αναγραφή του ποσού (όπως και του ονόματος του λαβόντος-εγκαλούντος) έχουν αναγραφεί με διαφορετικό στυλό από εκείνον που έχει αναγραφεί το λοιπό τμήμα της αποδείξεως, η συμπλήρωση δε του ποσού έγινε εν αγνοία του εγκαλούντος και μόνον όταν παρέστη ανάγκη αντικρούσεως της αγωγής, προσαρμοζόμενου του ποσού απολύτως στους προβληθέντας ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου. Να επισημανθεί ότι η κατηγορουμένη για το κυρίαρχο αυτό ζήτημα της καταβολής των χρημάτων ουδαμού καταθέτει πώς αυτή έλαβε χώρα (με χαρακτηριστικό ότι δεν κάνει μνεία και αυτού του αναμφισβήτητου περιστατικού της καταθέσεως στο βιβλιάριο των 6,5 εκ. δρχ.), διαμαρτυρόμενη μάλιστα για την παραδοχή του βουλεύματος ότι ο ισχυρισμός της είναι ότι η καταβολή του υπολοίπου ποσού έγινε σε μετρητά (βλ. έκθεση εφέσεως, όπου χαρακτηριστικά καταθέτει" απορεί για ποιο λόγο βάζει λόγια στο στόμα της που ποτέ δεν είπε"), αρκουμένη στον ισχυρισμό ότι η εξοφλητική απόδειξη αποδεικνύει ότι κατεβλήθη το οφειλόμενο ποσό. Εξάλλου, ευεξήγητη είναι η άρνηση της κατηγορουμένης να προσκομίσει, όπως επιμόνως της εζητήθη κατά τη διαδικασία των αστικών δικαστηρίων, αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων της στην τράπεζα, με δεδομένο ότι αυτή διατηρούσε λογαριασμό και τα χρήματα που πράγματι κατέθεσε στον λογαριασμό του εγκαλούντος τα ανέλαβε από το βιβλιάριό της. Η κατηγορουμένη, αρνούμενη την κατηγορία, προς κατάδειξη της αναξιοπιστίας του εγκαλούντος επισημαίνει διάφορες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στις καταθέσεις του, στις αγωγές, στην μήνυση κλπ. Πράγματι υπάρχουν διαφοροποιήσεις και συγκεκριμένα α) στο ποσό της προκαταβολής που έλαβε, ενώ στις από 1.10.2002 και 11.7.2003 αγωγές αναφέρει ότι ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των 400.000 δρχ. στην μήνυση του αναφέρει το ποσό των 200.000 δρχ. στην προανακριτική του κατάθεση καταθέτει ότι εδόθη από την μητέρα του, πλην, όμως, είναι τόσον ασήμαντες και εκτός του βασικού ερευνωμένου θέματος (δεν είχε ποτέ τεθεί θέμα προκαταβολής ή ύψους της αμοιβής), ώστε δεν μπορεί ούτε κατ' ελάχιστον να κλονίσει την αξιοπιστία του β) η διαφοροποίηση η οποία είναι σημαντική έγκειται στο ότι αυτός (εγκαλών) στην από 14.5.2003 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη του είπε ότι το ποσό της αποζημιώσεως ήταν αυτό των 8.000.000 και αυτή θα κρατούσε ως αμοιβή το 10% δηλ 800.000 δρχ. κατέθεσε δε στο βιβλιάριο του 7.200.000 δρχ. ενώ σε όλα τα προηγούμενα στάδια (αγωγές, μηνύσεις) έκανε λόγο για 7.000.000 δρχ., από τα οποία 6,5 εκ κατέθεσε στον λογαριασμό και 500.000 δρχ. κατέβαλε στον ίδιο σε μετρητά. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε αυτή η διαφοροποίηση κλονίζει την αξιοπιστία του εγκαλούντος, αφού το κυρίως ερευνώμενο θέμα, η παρακράτηση δηλ. οφειλομένου μεγάλου χρηματικού ποσού, καταδεικνύεται εκ των προαναφερθέντων. Είχε, όμως, την σημασία της, αφού η κατηγορία που απαγγέλθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετεί την άποψη αυτή, η οποία και είναι η ευμενεστέρα για την κατηγορουμένη (μείωση του οφειλομένου ποσού από αυτού των 10 εκ δρχ. σε αυτό των 9 εκατ. δρχ.). Από όσα προεκτέθηκαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσης κατηγορουμένης προέκυψαν, αρκούσες κατά νόμον για την παραπομπή και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορουμένη και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στην ουσία η υπό κρίση έφεση. V. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης (νυν αναιρεσείουσας) για την τέλεση από αυτή των ως άνω αξιόποινων πράξεων και έτσι απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της, επικυρώνοντας ως προς αυτά τα κεφάλαια το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά δε που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1α, 2α και 216 Π.Κ., (ως κατά τα άνω το πρώτο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε), τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και, επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις αυτής είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, αβασίμως αυτή προβάλλει ότι ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν ανήκει στην κυριαρχική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, καθόσον η κρίση του αν αυτή είναι μικρή ή μεγάλη είναι ζήτημα πραγματικό (ΑΠ 311/2005 Π.ΧΡ. ΝΕ. 970). Επίσης, απαραδέκτως προβάλλονται όλες οι, υπό τον αναιρετικό λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, α', β', γ', δ', ε' αιτιάσεις, διότι και αυτές ανάγονται στην επί των πραγμάτων κυριαρχικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Η υπό στοιχείο στ', υπό τον αυτό αναιρετικό λόγο, αιτίαση της, περί μη μνείας των αποδεικτικών μέσων, (αβασίμως προβάλλεται, διότι όπως αναφέρθηκε στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών γίνεται μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, οι υπό τον αναιρετικό λόγο της υπερβάσεως εξουσίας προ βαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και επομένως είναι απαράδεκτες. Ακόμη, οι περί απολύτου ακυρότητος προ βαλλόμενοι ειδικότεροι λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον εκ της επιτρεπτής αναδιφήσεως στην από 8.9.2006 έκθεση εφέσεως της κατηγορουμένης κατά του πρωτόδικου βουλεύματος προκύπτει, ότι αυτή δεν υπέβαλε αίτηση για να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών. Ανεξαρτήτως δε αυτού, η αναιρεσείουσα στην από 6.10.2006 σχετική αίτηση της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών ομολογεί ότι έλαβε γνώση της προτάσεως αυτού. Επίσης, αβασίμως προβάλλει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 101 του Κ.Π.Δ, η Ανακρίτρια δεν της ανακοίνωσε το περιεχόμενο των κατηγοριών, δοθέντος ότι η ίδια ομολογεί, ότι, όταν το πρώτον στις 19.12.2005 προσήλθε στην Ανακρίτρια, η τελευταία της ανακοίνωσε τις κατηγορίες. Προσθέτει δε, ότι κατά την ημερομηνία αυτή ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί και πράγματι απολογήθηκε στις 10.1.2006. Εν τω μεταξύ, η ίδια αναφέρει ότι έλαβε φωτοαντίγραφα της δικογραφίας. Εν πάση περιπτώσει, μη υπάρχοντος αντιθέτου στοιχείου, δεν προκύπτει ότι αυτή δεν πληροφορήθηκε το περιεχόμενο των κατηγοριών και όλων ανεξαιρέτως των σχετικών με αυτές αποδεικτικών στοιχείων. Απαραδέκτως, ακόμη, προβάλλει ότι δεν ειδοποιήθηκε για να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, δοθέντος ότι δεν ειδοποιήθηκε, γιατί το εν λόγω Συμβούλιο αιτιολογημένα απέρριψε το σχετικό αίτημα της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το πρωτόδικο υπ. αρ. 25/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, τη σύνθεση τούτου αποτέλεσαν ο Προεδρεύων Πρωτοδίκης Μιχαήλ-Άγγελος Γιαννακάκος, ο οποίος νομίμως αναπλήρωσε την ευρισκόμενη σε δικαστικές διακοπές Πρόεδρο Μαγδ. Νικολοπούλου, η Πλημμελειοδίκης Ευμορφία Καραβασίλη και η Ειρηνοδίκης Ωλένης Βάια Σερέτη, ως αναπληρώνουσα τους ευρισκόμενους σε δικαστικές διακοπές Πρωτοδίκες. Η, τοιουτοτρόπως, συγκροτηθείσα σύνθεση του Δικαστικού Συμβουλίου είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 γ', 5 παρ. 1 Α δ, 5 παρ. 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1968/1991 (ΑΠ 167/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ. 791). Επομένως, απαραδέκτως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι δύο και όχι ένας Πρωτοδίκης αντικαταστάθηκε από Ειρηνοδίκη. Τέλος, οι αιτιάσεις ότι ο πολιτικώς ενάγων παρανόμως την εμήνυσε και παρανόμως δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ως ασκήσας τα δικαιώματα αυτά μετά την παρέλευση εξαμήνου, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι οι αιτιάσεις αυτές, έχουσες επί λέξει: "Παραβιάσθηκε το άρθρο 73 παρ. 5 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ, διότι δεν ηδύνατο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ο εγκαλών, αφού άσκησε τις μηνύσεις του όσο και την αγωγή του μετά την πάροδο του εξαμήνου από την τέλεση των πράξεων που με κατηγορεί", είναι εντελώς αόριστες. Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, νόμιμο είναι να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ). Το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση πρέπει να απορριφθεί, γιατί οι απόψεις της και οι ισχυρισμοί της αναπτύσσονται εκτεταμένα στην έκθεση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ i. Να απορριφθεί η από 12.12.2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ. αρ. 335/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, και ii. Να απορριφθεί το αίτημα αυτής για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.ιιι. Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23.2.2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, όπως εκτιμάται, προς διασάφηση των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις της και οι ισχυρισμοί της αναπτύσσονται εκτεταμένα σε αυτήν . ΙΙ. Η κρινόμενη 11/12-12-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ1 κατά του 335/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτής κατά του 25/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, που παρέπεμψε αυτήν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων ) Πατρών, για να δικαστεί για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εμπιστευθέντος σε αυτήν, ως εντολοδόχου και β) πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως (άρθρα 375 παρ. 1α ,2α και 216 παρ.1,2 και 94 του Π.Κ., όπως το 375 αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 και 14 του Ν. 2721/1999), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι΄αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 3160/2003, "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας, οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία... Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της πρότασης του εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλουν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών αλλά και σ' αυτή ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρ. 485 παρ. 1 του ΚΠΔ), η παραβίασή της δε όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί ανάγεται στη στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από τα σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον διάδικο, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεώς του, προϋποθέτει σχετικό αίτημα, που υποβάλλεται σε αυτόν και όχι σε άλλη δικαστική υπηρεσία και μάλιστα πριν αυτός καταρτίσει την πρότασή του. Επίσης, η μη δυνατότητα εισαγωγής της δικογραφίας στο Συμβούλιο "πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση", προϋποθέτει ότι ο διάδικος έχει υποβάλει αίτημα να λάβει γνώση της δικογραφίας, όπως τούτο προκύπτει και από το ότι η δεκαήμερη προθεσμία αφετηριάζεται από την "ειδοποίηση" του εισαγγελέα, η οποία γίνεται μόνο, όπως προαναφέρθηκε, όταν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον διάδικο. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή κατά την οποία δεν υποβλήθηκε το πιο πάνω αίτημα, όπως και στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε για την κατάθεση της πρότασης του εισαγγελέα και προσήλθε στο αρμόδιο γραφείο και έλαβε γνώση, ικανοποιείται ο σκοπός του νόμου και δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει η πρόταση στο γραφείο του γραμματέα επί δέκα ημέρες, αλλά μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση, στο δικαστικό συμβούλιο για περαιτέρω έρευνά της, δίχως να προκύπτει ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε υποβάλει με την έφεσή της ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αίτημα στην αρμόδια εισαγγελική αρχή , για να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, πριν από την κατάρτιση αυτής. Άλλωστε, η ίδια η αναιρεσείουσα στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρει σχετικά ότι γνωστοποίησε στον αρμόδιο εισαγγελέα την επιθυμία της να λάβει γνώση της προτάσεώς του, αλλά ότι "καθημερινά τηλεφωνούσε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Πατρών" (κάτι το οποίο δεν αποδεικνύεται κατά το οριζόμενο στην διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 εδ. β τρόπο). Επομένως, δεν υπήρχε υποχρέωση γνωστοποιήσεως της εισαγγελικής προτάσεως ούτε λόγος να παραμείνει η δικογραφία επί δεκαήμερο στη γραμματεία της εισαγγελίας. Πάντως, ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, προέκυψε, ότι η αναιρεσείουσα ,όπως, άλλωστε και ή ίδια δέχεται στην αίτησή της, έλαβε τελικά γνώση της εισαγγελικής προτάσεως. Aβάσιμη, επίσης, είναι και η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι δεν ειδοποιήθηκε για να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, δοθέντος ότι δεν ειδοποιήθηκε, γιατί το εν λόγω Συμβούλιο αιτιολογημένα απέρριψε το σχετικό αίτημα της. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι ,κατά παράβαση του άρθρου 101 του Κ.Π.Δ, η Ανακρίτρια δεν της ανακοίνωσε το περιεχόμενο των κατηγοριών, δοθέντος ότι η ίδια δέχεται -και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας- , όταν το πρώτον στις 19.12.2005 προσήλθε στην Ανακρίτρια, η τελευταία της ανακοίνωσε τις κατηγορίες και της εξήγησε σαφώς τα άρθρα 101-103 του ΚΠΔ. Επίσης, κατά την ημερομηνία αυτή, έλαβε φωτοαντίγραφα της δικογραφίας και πήρε προθεσμία για να απολογηθεί και πράγματι απολογήθηκε στις 10.1.2006, οπότε και κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα. Εξάλλου, η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται ότι πριν απολογηθεί (στις 10/1//2006) η Ανακρίτρια της γνωστοποίησε το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Προβάλλει δε μόνο την αιτίαση ότι τότε διαπίστωσε ότι υπήρχε διαφορά ως προς το ύψος των ποσών που αναφερόταν (στο αρχικό κατηγορητήριο) ότι υπεξαίρεσε, χωρίς να προσδιορίζεται το μέγεθος αυτής της διαφοράς. Ανεξάρτητα όμως από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε διαφορά της κατηγορίας που ανακοινώθηκε στην αναιρεσείουσα όταν προσήλθε για πρώτη φορά στην ανακρίτρια, αυτή απολογήθηκε με βάση το κατηγορητήριο το περιεχόμενο του οποίου, όπως η ίδια δέχεται της ανακοινώθηκε. Αν πράγματι είχε διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη διαφορά, που, κατά τους ισχυρισμούς της, θα την στερούσε από την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων της, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας αυτής ως δικηγόρου, θα το είχε επισημάνει στην Ανακρίτρια και, τουλάχιστον, θα ζητούσε νέα προθεσμία να απολογηθεί (102 παρ.2 ΚΠΔ) με βάση τα διαφορετικά περιστατικά που αναφερόταν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, στο κατηγορητήριο. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα εξαιτίας όλων των πιο πάνω (αβασίμων) αιτιάσεων και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί , ως αβάσιμος. IV. Kατά το άρθρο 305 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ το συμβούλιο πλημμελειοδικών συγκροτείται όπως ορίζει το άρθρο 5 παρ.1. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη το δικαστήριο των πλημμελειοδικών αποτελείται από τρεις τακτικούς δικαστές. Επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή από πάρεδρο στο πρωτοδικείο, από πταισματοδίκη ή από ειρηνοδίκη, όταν για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση. Αν ο πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, μπορεί να προσλάβει έως δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές για την αναπλήρωση εκείνων των δικαστών για τους οποίους τυχόν θα προκύψει κώλυμα κατά τη διάρκεια της δίκης. Σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου, την προεδρία την αναλαμβάνει ο αρχαιότερος από αυτούς που απομένουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμπαρεδρεύοντες. Εξάλλου κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ΄ και 5 παρ. 1 περ. Α΄ εδ. δ΄ και παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνο πρωτοδίκης Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρωτόδικο 25/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, τη σύνθεση τούτου αποτέλεσαν ο Προεδρεύων Πρωτοδίκης Μιχαήλ - Άγγελος Γιαννακάκος, ο οποίος νομίμως αναπλήρωσε την ευρισκόμενη σε δικαστικές διακοπές Πρόεδρο Μαγδ. Νικολοπούλου, η Πλημμελειοδίκης Ευμορφία Καραβασίλη και η Ειρηνοδίκης Ωλένης Βάια Σερέτη, ως αναπληρώνουσα τους ευρισκόμενους σε δικαστικές διακοπές Πρωτοδίκες. Η, κατά τον τρόπο αυτόν, γενομένη συγκρότηση της σύνθεσης του Δικαστικού Συμβουλίου, είναι νόμιμη και ουδεμία επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τις εν λόγω αναπληρώσεις, η δε αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 305 του ΚΠΔ αναπληρώθηκαν δύο δικαστές, είναι αβάσιμη και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος. Επίσης απορριπτέος είναι και ο από την αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι "παραβιάστηκε το άρθρο 73 παρ.5 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, διότι δεν ηδύνατο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ο εγκαλών, αφού άσκησε τις μηνύσεις του όσο και την αγωγή του μετά την πάροδο εξαμήνου από την τέλεση των πράξεων που με κατηγορεί", προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού απόλυτη ακυρότητα προκαλείται μόνο από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου (171 παρ.2 ΚΠΔ),ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει παράσταση του εγκαλούντος ως πολιτικώς ενάγοντος. V. Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη. γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές. Γιαυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Το πότε το αντικείμενο είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς και ανέλεγκτα. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, διατηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 375 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αλλά επιπλέον στη μεν παράγραφο 1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης από το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παράγραφο 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτήν κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξης υπερβαίνει το ίδιο προαναφερόμενο ποσό. Εξάλλου, από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του πιο πάνω άρθρου 216. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο 335/20056 βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Την 23.7.2001 στην ....συνέβη οδικό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο ετραυματίσθη ο εγκαλών Σ1 Βούλγαρος υπήκοος, ηλικίας 21 ετών. Ο θείος του εγκαλούντος ..... (πατέρας του επίσης τραυματισθέντος εξαδέλφου του ....), ανέθεσε στην κατηγορουμένη, δικηγόρο Αθηνών, λόγω γνωριμίας τους από την εργασία του σε αγροκτήματα αυτής, την διεκπεραίωση της υποθέσεως αποζημιώσεων των παθόντων από το ατύχημα. Η κατηγορουμένη προέβη άμεσα (την 9.8.2001) στην σύνταξη και κατάθεση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του υπαιτίου οδηγού, του ιδιοκτήτη του οχήματος και της ασφαλιστικής εταιρείας. Την 20.9.2001 ο εγκαλών υπέγραψε το υπ' αριθμ. .... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που συνετάγη από την Συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ανδριανή Κλάδη, και με το οποίο διόριζε πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο την κατηγορουμένη για τον χειρισμό της υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένου και του εξωδίκου συμβιβασμού. Την 27.9.2001 η κατηγορουμένη συνέταξε τακτική αγωγή αποζημιώσεως, την οποία δεν κατέθεσε, έθεσε, όμως, υπόψη των αντιδίκων, ώστε εν τέλει, μετά από σχετική ενημέρωση και έγκριση του εγκαλούντος, να επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός. Δεν συνέβη το ίδιο με τον έτερο των παθόντων, θεωρήσαντα το προτεινόμενο ποσόν ελάχιστο. Το συνταγέν πρακτικό συμβιβασμού την 2.11.2001 η κατηγορουμένη προσκομίζει στην ....., το υπογράφει σε όλες του τις σελίδες ο εγκαλών, το γνήσιο δε της υπογραφής του βεβαιώνεται από αστυνομικό του ΑΤ ....., ακολούθως υπογράφεται και από την ιδία και από όλα τα λοιπά μέρη στην Αθήνα την 14.11.2001. Το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εγκαλούντα και ανεγράφετο τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως ανήρχετο σε αυτό των 16.000.000 δρχ. Η εδρεύουσα στην Αθήνα ασφαλιστική εταιρεία "ΝΟRDSTERN CΟLΟΝΙΑ ΗΕLLΑS Α.Ε.", μετά ταύτα, εξέδωσε δύο εξοφλητικές αποδείξεις, την υπ' αριθμ. ....., ποσού 16.000.000 δρχ., και αιτιολογία "αποζημίωση" και την υπ' αριθμ. ......, ποσού 1.000.000 δρχ. και αιτιολογία "δικαστική δαπάνη". Τα ανωτέρω ποσά (συνολικά 17.000.000 δρχ.) έλαβε την 12.11.2001 η κατηγορουμένη. Την 19.11.2001 η κατηγορουμένη κατέθεσε στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό του εγκαλούντος και συγκεκριμένα σε βιβλιάριο του υποκαταστήματος της ΑΤΕ ..... που ανοίχθηκε για το λόγο αυτό, ποσό 19.075,57 Ευρώ (6.495.231 δρχ.) και κατέβαλε στον ίδιο τον παθόντα σε μετρητά ποσό 500.000 δρχ. Ο εγκαλών, πληροφορηθείς ότι το καταβληθέν σε αυτόν ποσό (συνολικά 7 εκατ. δρχ.) υπελείπετο αυτού, το οποίο είχε καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στην κατηγορουμένη για αποζημίωση και ανεγράφετο στο σχετικό πρακτικό συμβιβασμού (16 εκατ. δρχ.), μη γνωρίζων εισέτι ότι είχε καταβληθεί και ποσόν 1 εκατ. δρχ. για δικαστική δαπάνη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την υπ' αριθμ. 295/1.10.2002 αγωγή, με την οποία ζητούσε από την τότε εναγομένη (νυν κατηγορουμένη) το οφειλόμενο ποσό των 9.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής α) προσεκόμισε την με ημερομηνία 19.11.2001 εξοφλητική απόδειξη ποσού 14.400.000 δρχ. υπογραφομένη από τον εγκαλούντα β) ισχυρίσθηκε ότι παρεκράτησε ποσό 1.600.000 δρχ. ως αμοιβή της (10 % επί του ποσού των 16 εκατ.). Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ1 αριθμ. 556/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αφού υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.600.000 δρχ. (παρακρατηθέν ως αμοιβή της), για το λόγο ότι δεν είχε υπογραφεί σχετικό εργολαβικό για το οποίο θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί οι σχετικές διατυπώσεις του νόμου. Ο εγκαλών, πληροφορηθείς αργότερα ότι πλέον των 16 εκατ. δρχ. είχε καταβληθεί στην κατηγορουμένη και επί πλέον ποσό του 1.000.000 (αφορά την δευτέρα εξοφλητική απόδειξη της ασφαλιστικής εταιρείας με αιτιολογία "δικαστική δαπάνη"), ήσκησε αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρήνης) και ζήτησε το ποσό αυτό, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 22/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, σχετική δε έφεση της εναγομένης απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 86/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Ο εγκαλών, εκτός των προαναφερθεισών αγωγών, υπέβαλε σε βάρος της κατηγορουμένης και α) την από 5.2.2003 έγκλησή του, με την οποία κατήγγειλε ότι αυτή του παρακράτησε το συνολικό ποσό των 10 εκατ. δρχ. αφού τον διαβεβαίωσε ότι είχε λάβει μόνον το ποσό των 7 εκατ. δρχ., αυτός δε, αγνοών την ελληνική γλώσσα, χωρίς να αντιληφθεί το αναγραφόμενο στο πρακτικό συμβιβασμού ποσό των 16 εκατ. δρχ. και έχων απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν αρκέσθηκε στις διαβεβαιώσεις της, και β) την από 9.7.2003 έγκληση του, με την οποία κατήγγειλε ότι η προσκομισθείσα από την κατηγορουμένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας εξοφλητική απόδειξη είχε συμπληρωθεί από αυτήν ως προς το ποσό και το όνομα του εν αγνοία του. Με αφορμή τις ανωτέρω εγκλήσεις διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηλείας απέρριψε τις εγκλήσεις με την υπ' αριθμ. 18/2004 διάταξη του. Κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών αυτή εγένετο εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 114/2004 διάταξη του και διετάχθη η άσκηση ποινικής διώξεως για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας που της το είχαν εμπιστευθεί ως εντολοδόχου και β) πλαστογραφία (νόθευση) με χρήση (άρθρα 94§1, 375§§2-1, 216§1 β ΠΚ). Η ασκηθείσα προσφυγή ήταν νόμιμος, ως ασκηθείσα υπό δικαιουμένου προσώπου, έχοντος την ιδιότητα του εγκαλούντος (άρθρο 48 ΚΠΔ), και ουχί αυτή του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης μη αποκτήσαντος την ιδιότητα αυτή, ως εκ της εκπροθέσμου (παρέλευση εξαμήνου από της αδικοπραξίας, κατ' άρθρο 73 §5 Εισαγ. Ν. Κωδ. Πολ.Δικ) υποβολής των πολιτικών αξιώσεων του και κατά συνέπεια ουδεμία ακυρότητα υφίσταται ως προς την άσκηση της ποινικής διώξεως, ως αβασίμως υποστηρίζει η κατηγορουμένη. Ο εγκαλών υποστηρίζει ότι ναι μεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, δεν γνωρίζει όμως και ελληνική γραφή και έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της δικηγόρου του και σε όσα αυτή τον διαβεβαίωσε περί του ύψους του χρηματικού ποσού που θα κατεβάλλετο σε αυτόν από την ασφαλιστική εταιρεία υπέγραψε το σχετικό πρακτικό συμβιβασμού, χωρίς να αντιληφθεί ότι στο πρακτικό ανεγράφετο το ποσό των 16 εκατ. δρχ., επίσης υπέγραψε και την σχετική εξοφλητική απόδειξη, χωρίς σε αυτή να αναγράφεται οποιοδήποτε ποσό, αλλά και πάλι ενεργήσας με καλοπιστία υπέγραψε και το σχετικό έγγραφο που του παρουσίασε η κατηγορουμένη, χωρίς να αμφισβητήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την γνησιότητα της υπογραφής του. Το νεαρό της ηλικίας του παθόντος, το γεγονός ότι αυτός εργάζετο σε αγροτικές εργασίες ως οικονομικός μετανάστης συνηγορούν στην παραδοχή του ισχυρισμού του ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γραφή, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός, όπως υποστηρίζει η κατηγορουμένη, ότι στο σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς αυτήν δήλωσε στην συμβολαιογράφο Ζακύνθου ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Η παραδοχή ότι προκύπτουν ενδείξεις για την κατακράτηση του ιδιαιτέρως μεγάλου ποσού των 9 εκατ. δρχ. από την κατηγορουμένη δεν στηρίζεται μόνον στις μαρτυρικές καταθέσεις του εγκαλούντος, του θείου και της θείας του που προτάθηκαν από αυτόν και εξετάσθηκαν αλλά και στα εξής στοιχεία: α) στο γεγονός ότι η κατηγορουμένη όχι μόνον στον εγκαλούντα αλλά ούτε και στο Δικαστήριο δεν απεκάλυψε ότι είχε λάβει και το ποσόν του 1 εκατ. δρχ. από την ασφαλιστική εταιρεία με αιτιολογία "δικαστική δαπάνη", αφού παρεδέχετο ότι είχε λάβει μόνον το ποσόν των 16 εκατ. δρχ. και από αυτά είχε κατακρατήσει ποσό 1.600.000 δρχ. (δηλ το 10% του ποσού αυτού) ως αμοιβή της, γεγονός που έχει, ως προανεφέρθη, με τελεσίδικη απόφαση κριθεί ως οφειλόμενο, και η αποκάλυψη του οφείλεται μόνον στις αναζητήσεις του εγκαλούντος περί του πραγματικού καταβληθέντος ποσού από την ασφαλιστική εταιρεία και μάλιστα χρονικά μετά την αποκάλυψη της εξοφλητικής αποδείξεως των 16 εκατ. δρχ. και σε τούτο οφείλεται και η επακολουθήσασα δεύτερη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρήνης, β) στο γεγονός ότι στο βιβλιάριο καταθέσεως στην ΑΤΕ έχει κατατεθεί την ίδια ημέρα που έχει υπογραφεί η εξοφλητική απόδειξη (19.11.2001) ποσόν 6.500.000 δρχ. (χωρίς να παραλλάσσει τα πράγματα ότι η κατάθεση έγινε σε ευρώ -19.075,57- και το ποσό από την μετατροπή ανέρχεται ακριβώς στις 6.495.231 δρχ.) και είναι πέραν της συνήθους πρακτικής και της κοινής πείρας και λογικής να κατατίθεται ποσόν μικρότερον εκείνου που δίδεται σε μετρητά, χωρίς μάλιστα την επίκληση οιουδήποτε λόγου που θα επέβαλλε ένα τέτοιο τρόπο πληρωμής. Αλλά και πέραν της κοινής πείρας, λογικής και συνήθους συμβαίνοντος, στην προκειμένη περίπτωση περίτρανα καταδεικνύεται ότι ο εγκαλών δεν είχε λάβει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά από το γεγονός ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα των 9 ημερών έχει προβεί τέσσερις φορές σε αναλήψεις μετρητών από τον λογαριασμό του, όπως αυτό εμφαίνεται από φωτοαντίγραφο του σχετικού βιβλιαρίου καταθέσεως, γ) στο γεγονός ότι η προσκομισθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας από την κατηγορουμένη εξοφλητική απόδειξη, ως προς το ποσό 14.400.000 δρχ. που φέρεται να έλαβε ο εγκαλών, συνέπιπτε με τους αναληθείς ισχυρισμούς που προέβαλε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, προς αντίκρουση της εναντίον της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι έλαβε μόνον το ποσό των 16 εκατ. δρχ. ενώ, ως προελέχθη, απέκρυψε ότι είχε λάβει με ξεχωριστή απόδειξη και το ποσόν του 1 εκατ. δρχ. και κατεκράτησε ως αμοιβή της το ποσόν των 1.600.000 δρχ., οπότε, με την προσκόμιση της εξοφλητικής αποδείξεως, ήθελε να αποδείξει ότι είχε καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων. Είναι φανερό ότι την ίδια ημέρα που έγινε η κατάθεση στον λογαριασμό της ΑΤΕ η κατηγορουμένη έλαβε και την υπογραφή του εγκαλούντος σε εξοφλητική απόδειξη, χωρίς όμως, σε αυτήν να αναγράφεται το ποσό, ως τούτο καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι η αναγραφή του ποσού (όπως και του ονόματος του λαβόντος-εκκαλούντος) έχουν αναγραφεί με διαφορετικό στυλό από εκείνον που έχει αναγραφεί το λοιπό τμήμα της αποδείξεως, η συμπλήρωση δε του ποσού έγινε εν αγνοία του εγκαλούντος και μόνον όταν παρέστη ανάγκη αντικρούσεως της αγωγής, προσαρμοζόμενου του ποσού απολύτως στους προβληθέντας ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου. Να επισημανθεί ότι η κατηγορουμένη για το κυρίαρχο αυτό ζήτημα της καταβολής των χρημάτων ουδαμού καταθέτει πώς αυτή έλαβε χώρα (με χαρακτηριστικό ότι δεν κάνει μνεία και αυτού του αναμφισβήτητου περιστατικού της καταθέσεως στο βιβλιάριο των 6,5 εκ. δρχ.), διαμαρτυρόμενη μάλιστα για την παραδοχή του βουλεύματος ότι ο ισχυρισμός της είναι ότι η καταβολή του υπολοίπου ποσού έγινε σε μετρητά (βλ. έκθεση εφέσεως, όπου χαρακτηριστικά καταθέτει "απορεί για ποιο λόγο βάζει λόγια στο στόμα της που ποτέ δεν είπε"), αρκουμένη στον ισχυρισμό ότι η εξοφλητική απόδειξη αποδεικνύει ότι κατεβλήθη το οφειλόμενο ποσό. Εξάλλου, ευεξήγητη είναι η άρνηση της κατηγορουμένης να προσκομίσει, όπως επιμόνως της εζητήθη κατά τη διαδικασία των αστικών δικαστηρίων, αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων της στην τράπεζα, με δεδομένο ότι αυτή διατηρούσε λογαριασμό και τα χρήματα που πράγματι κατέθεσε στον λογαριασμό του εγκαλούντος τα ανέλαβε από το βιβλιάριό της. Η κατηγορουμένη, αρνούμενη την κατηγορία, προς κατάδειξη της αναξιοπιστίας του εγκαλούντος επισημαίνει διάφορες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στις καταθέσεις του, στις αγωγές, στην μήνυση κλπ. Πράγματι υπάρχουν διαφοροποιήσεις και συγκεκριμένα α) στο ποσό της προκαταβολής που έλαβε, ενώ στις από 1.10.2002 και 11.7.2003 αγωγές αναφέρει ότι ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των 400.000 δρχ. στην μήνυσή του αναφέρει το ποσό των 200.000 δρχ. στην προανακριτική του κατάθεση καταθέτει ότι εδόθη από την μητέρα του, πλην, όμως, είναι τόσον ασήμαντες και εκτός του βασικού ερευνωμένου θέματος (δεν είχε ποτέ τεθεί θέμα προκαταβολής ή ύψους της αμοιβής), ώστε δεν μπορεί ούτε κατ' ελάχιστον να κλονίσει την αξιοπιστία του β) η διαφοροποίηση η οποία είναι σημαντική έγκειται στο ότι αυτός (εγκαλών) στην από 14.5.2003 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη του είπε ότι το ποσό της αποζημιώσεως ήταν αυτό των 8.000.000 και αυτή θα κρατούσε ως αμοιβή το 10% δηλ 800.000 δρχ. κατέθεσε δε στο βιβλιάριο του 7.200.000 δρχ. ενώ σε όλα τα προηγούμενα στάδια (αγωγές, μηνύσεις) έκανε λόγο για 7.000.000 δρχ., από τα οποία 6,5 εκ κατέθεσε στον λογαριασμό και 500.000 δρχ.κατέβαλε στον ίδιο σε μετρητά. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε αυτή η διαφοροποίηση κλονίζει την αξιοπιστία του εγκαλούντος, αφού το κυρίως ερευνώμενο θέμα, η παρακράτηση δηλ. οφειλομένου μεγάλου χρηματικού ποσού, καταδεικνύεται εκ των προαναφερθέντων. Είχε, όμως, την σημασία της, αφού η κατηγορία που απαγγέλθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετεί την άποψη αυτή, η οποία και είναι η ευμενεστέρα για την κατηγορουμένη (μείωση του οφειλομένου ποσού από αυτού των 10 εκ δρχ. σε αυτό των 9 εκατ. δρχ.). Από όσα προεκτέθηκαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσης κατηγορουμένης προέκυψαν, αρκούσες κατά νόμον για την παραπομπή και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορουμένη και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στην ουσία η υπό κρίση έφεση. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαιρέσεως, και το πλημμέλημα της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση (94,παρ.1, 375 παρ.1, 2, 216 παρ.1,2 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου 25/20056 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στην κατηγορούμενη- αναιρεσείουσα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων , τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ.2-1, 216 παρ.1,2 ΠΚ, όπως ισχύουν, και, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν ανήκει στην κυριαρχική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, καθόσον η κρίση του αν αυτή είναι μικρή ή μεγάλη είναι ζήτημα πραγματικό. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών, με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές του, δεχόμενο, πλην άλλων, ότι η αναιρεσείουσα "συμπλήρωσε στην από 19-11-2001 απόδειξη εξοφλήσεως τα στοιχεία "δρχ 14.400.000... Σ1 κάτοικος ....... ως άνω" (και όχι απλώς ότι μέρος αυτού του εγγράφου έχει γραφεί με διαφορετικό στυλό, όπως υποστηρίζει η εγκαλούσα), περιέλαβε τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να θεωρηθεί το έγγραφο νοθευμένο. Επομένως, οι αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Συμβούλιο δεχόμενο, με όσα διαλαμβάνει στην αιτιολογία του, ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν μεγάλης αξίας και ότι τελέστηκε το αδίκημα της νοθεύσεως εγγράφου, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ.β και δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της υπέρβασης εξουσίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα της Χ1, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου και την 11/12-12-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της ιδίας κατά του 335/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ