Αριθμός 579/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σφυρή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76151/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 434/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν. 3346/2005. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 και 2 του ν. 3346/2005 προκύπτει, ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17-6-2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημερομηνία εκτιθεί παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από την 17-6-2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Εξάλλου κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ αν από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 3180/9-7-2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παράβαση των άρθρων 31 παρ. 4, 30 παρ. 12 και 30 παρ. 7 του Αγορανομικού Κώδικα σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών και χρηματική ποινή 200.000 δρχ. για την πρώτη πράξη και 6 μηνών για καθεμία από τις λοιπές και συνολικώς σε ποινή φυλακίσεως 13 μηνών, η οποία μετετράπη προς 1.500 δρχ. ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, η οποία εκδικάσθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την 5-12-2005 δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3346/2005, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 76151/2005 απόφασή του εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και επέβαλε στον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως 5 μηνών για κάθε πράξη και συνολικώς ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, μετατραπείσα προς 4.40 ευρώ ημερησίως. Όμως, λόγω της επελθούσης παραγραφής υπό όρο, κατά το άρθρο 32 του ν. 3346/2005, από την κατά την 17-6-2005 έναρξη ισχύος αυτού, της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, έπρεπε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 76151/2005απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να διαταχθεί η παραγραφή των καταγνωσθεισών πρωτόδικων ποινών υπό τον προβλεπόμενο στοάρθρο αυτό όρο όσον αφορά εις τις δύο ποινές των έξι (6) μηνών (παράβαση άρθρου 30 παρ. 12 και 30 παρ. 7 Αγορανομικού Κώδικα). Επομένως με το να προχωρήσει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για τις άνω αξιόποινες δύο πράξεις, αντί να εφαρμόσει όπως όφειλε τον παραπάνω επιεικέστερο για τον κατηγορούμενο ν. 3346/2005, υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως αβάσιμος ο ορθώς εκτιμώμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ως άνω διάταξή της και κατ' εφαρμογή του προαναφερόμενου άρθρου 32 του ν. 3346/2005, να διαταχθεί η παραγραφή της καταγνωσθείσας στον αναιρεσείοντα, με την υπ' αριθμ. 3180/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ποινής υπό τον προβλεπόμενο στο ίδιο άρθρο όρο. Επειδή, μετά από την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), δια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, κατά την ισχύουσα παράγραφο 1 του αυτού άρθρου 36, ΄για κάθε αγορανομική παράβαση εις τα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης" του καταστήματος, εργοστασίου κ.λ.π. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του αυτού Αγορανομικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 2 του ν.δ. 69/1974, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή, όποιος (εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 292 του Ποινικού Νόμου ήτοι, ήδη, του άρθρου 281 του ΠΚ περί νοθείας τροφίμων), παραποιεί, ή νοθεύει τρόφιμα και εν γένει είδη βιοτικών αναγκών, προορισμένα προς εμπορίαν, η δε υπό του δράστη πώληση, θέση εις κυκλοφορίαν ή κατοχή προς πώληση ή χρήση του κοινού τοιούτων αντικειμένων αποτελεί ιδιαίτερη επιβαρυντική περίσταση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να έχει η καταδικαστικής, για την αγορανομική αυτή παράβαση, απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεώς της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απαιτείται, μεταξύ άλλων, να εκτίθεται σ' αυτήν (απόφαση), ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, μια από τις τρεις ως άνω ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν στον κατηγορούμενο μια από τις ιδιότητες αυτές και μάλιστα όταν η επιχείρηση δεν είναι ατομική του κατηγορουμένου αλλά ανήκει σε νομικό πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για αγορανομική παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν.Δ. 136/1946, και δη (ένοχο) του ότι, ο κατηγορούμενος, στο Χαϊδάρι Αττικής, στις 27-8-1999, τυγχάνων ιδιοκτήτης και διευθυντής καταστήματος πρατηρίου υγρών καυσίμων στην ....., από πρόθεση, εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 281 ΠΚ νόθευσε είδη βιοτικής ανάγκης και ειδικότερα διέθεσε στη κατανάλωση πετρέλαιο κίνησης, το οποίο, αφού εξετάστηκε από το Γ.Χ.Κ. βρέθηκε νοθευμένο γιατί περιείχε θειάφι σε ποσοστό 0,078% αντί του μεγίστου επιτρεπομένου για το πετρέλαιο κίνησης 0,050%, γεγονός που απαγορεύει τη διάθεσή στην κατανάλωση ως πετρελαίου κίνησης, αλλά μόνον ως πετρελαίου θέρμανσης ή εφοδιασμού πλοίων, οπότε θα έπρεπε για τον ευκολότερο εντοπισμό του να έχει καθορισμένο χρωματισμό και ιχνηθέτη. Η απουσία, λοιπόν, του χρώματος και του ιχνηθέτη οφείλεται είτε στη σκόπιμη μη προσθήκη αρχικού είτε στην παράνομη επεξεργασία απομάκρυνσης αυτών. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επαναλαμβάνονται ακριβώς τα ως άνω αναφερόμενα στο διατακτικό περιστατικά, με την διαφορά ότι εκεί (δηλ. στο σκεπτικό) ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων φέρεται ως "νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία ".... ΕΕ" που διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων στην ....". Έτσι, δημιουργείται αντίφαση, ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επί πλέον, ενώ ο αναιρεσείων κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ότι από πρόθεση νόθευσε είδη βιοτικής ανάγκης, δηλαδή διέθεσε στην κατανάλωση νοθευμένο πετρέλαιο κίνησης, στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν αναφέρεται κανένα απολύτως περιστατικό, ως προς την εγκληματική αυτή ενέργειά του, ούτε εάν εγνώριζε ότι το πετρέλαιο ήταν νοθευμένο και εν γνώσει της νοθείας το διέθεσε στην κατανάλωση και από ποία περιστατικά προέκυπτε η γνώση αυτή του αναιρεσείοντος ή εάν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια και ποία τα περιστατικά που θεμελιώνουν αυτήν, δοθέντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33 Αγορανομικού Κώδικα η διωκομένη αξιόποινη πράξη τιμωρείται και εξ αμελείας τελεσθείσα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παράβαση του άρθρου 31 παρ. 14 Αγορ. Κώδ., είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί (η προσβαλλομένη) και κατά την καταδικαστική της διάταξη για την εν λόγω παράβαση (του άρθρου 31 παρ. 4 του Αγορ. Κώδ.) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμ. 76151/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραγράφει τις καταγνωσθείσες στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθμ. 3180/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ποινές για τις παραβάσεις του άρθρου 30 παρ. 12 και 30 παρ. 7 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 32 του ν. 3346/2005 όρο. Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 16 Μαρτίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ