Αριθμός 75/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 9302/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 10 Νοεμβρίου 2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Προς στοιχειοθέτηση της από την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α του ΠΚ προβλεπόμενης υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαιτείται: α)ξένο ολικά ή μερικά, κινητό πράγμα, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο, ως τέτοιο θεωρείται εκείνο, που ανήκει σε αλλότρια αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, β)να περιήλθε αυτό, κατά οποιοδήποτε τρόπο και να βρίσκεται, κατά το χρόνο της πράξεως, στην κατοχή του υπαιτίου, γ)παράνομη ιδιοποίησή του από τον τελευταίο, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του κυρίου αυτού του πράγματος ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία και δ)δόλος του δράστη, ο οποίος εμφανίζεται με οποιαδήποτε ενέργειά του,. που φανερώνει εξωτερίκευση της βουλήσεώς του να ενσωματώσει στην περιουσία του το υπό την κατοχή του ευρισκόμενο, ξένο κινητό πράγμα. Εξάλλου, απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ υπάρχει όταν περιέχονται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β)αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ΄ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 9302/2004 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ΄ εξακολούθηση, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 1998, με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "AVENTA A.E Γενικές Ταξιδιωτικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις", ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα εξ ολοκλήρου κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του. Συγκεκριμένα η ως άνω εταιρία, που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, έχει την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου πράκτορα της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ) στον τομέα πωλήσεως αεροπορικών εισιτηρίων προς το κοινό μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα εταιρία αεροπορικών μεταφορών LUFTHANSA, η οποία είναι μέλος της ΙΑΤΑ. Ο κατηγορούμενος παραλάμβανε τυποποιημένα έντυπα αεροπορικών εισιτηρίων από το κεντρικό γραφείο διαθέσεως εισιτηρίων όλων των αεροπορικών εταιριών και τα πωλούσε για λογαριασμό των εταιριών, θέτοντας κάθε φορά επάνω στο έντυπο των εισιτηρίων τη σφραγίδα της αεροπορικής εταιρίας για λογαριασμό της οποίας πωλούσε το συγκεκριμένο εισιτήριο. Με τον τρόπο αυτό πωλούσε αεροπορικά εισιτήρια και ως πράκτορας και ως αντιπρόσωπος της μηνυτρίας εταιρίας LUFTHANSA, σφραγίζοντας το έντυπο των εισιτηρίων με τη σφραγίδα της τελευταίας και συμπληρώνοντας αυτό με τα στοιχεία του πελάτη, της διαδρομής και του αντιτίμου, εισέπραττε αυτός το τίμημα από τις πωλήσεις, για λογαριασμό της εγκαλούσας, και το απέδιδε κάθε μήνα, μαζί με κατάσταση των εισιτηρίων, τον αύξοντα αριθμό και το αντίτιμό τους, στο εξουσιοδοτημένο για τις εισπράξεις λογιστικό γραφείο όλων των αεροπορικών εταιριών-μελών της ΙΑΤΑ. Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Φεβρουαρίου 1998 μέχρι Μαρτίου 1998, πραγματοποίησε σημαντικές πωλήσεις εισιτηρίων για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας LUFTHANSA, αλλά δεν κατέβαλε σε αυτή τα χρήματα, το οποία εισέπραξε από την πώληση των εισιτηρίων για λογαριασμό της, μέσα στην καθορισμένη προθεσμία. Παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες και οχλήσεις εκ μέρους της, αρνήθηκε να τις αποδώσει το οφειλόμενο ποσό ανερχόμενο σε 30.110,06 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα εισιτήρια τα οποία πώλησε για λογαριασμό της LUFTHANSA, εισπράττοντας το αντίτιμο αυτών, βάσει των οποίων έπρεπε να αποδώσει σε αυτή το ως άνω ποσό, είναι τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Αυτά αποδεικνύονται από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται παραπάνω. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για την πράξη αυτή, κατά το κατηγορητήριο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1β-α ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ΄ είδος μνημονεύει, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν απαιτείτο, για την πληρότητα, της αιτιολογίας, να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Εκ του ότι δε από παραδρομή δεν διεγράφη από το έντυπο ότι ελήφθη υπόψη "και η απολογία του κατηγορουμένου", ενώ αυτός εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και άρα δεν απολογήθηκε, δεν δημιουργείται καμμία ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, δεχόμενη η πληττόμενη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων υπεξήρεσε το εις αυτήν αναφερόμενο χρηματικό ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από τις εισπράξεις των εισιτηρίων που επραγματοποίησε από την πώληση αυτών για λογαριασμό της παθούσης εταιρείας, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται, ότι το περιελθόν στην κατοχή αυτού, ως άνω χρηματικό ποσό, είναι ολικά ξένο και όφειλε να το αποδώσει στην δικαιούχο, εξεδήλωσε δε αυτός την πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του εν λόγω χρηματικού ποσού το οποίο αφορούσε τις εισπράξεις των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 1998 τον μήνα Μάρτιο του έτους 1998. Εδώ σημειώνεται, ότι ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να καταβάλει τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση των εισιτηρίων μέσα στην ¨καθορισμένη προθεσμία" εις δε το διατακτικό, εξειδικεύεται ο χρόνος τελέσεως (μήνα Μάρτιος 1998), αφού, τον χρόνο αυτό, έγινε ανελέγκτως δεκτό, ότι ο αναιρεσείων εξεδήλωσε την πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του ως άνω χρηματικού ποσού. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι αντίστοιχοι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ΄ και Ε΄, λόγοι αναιρέσεως τόσον του κυρίου δικογράφου, όσο και των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς ο αναιρεσείων βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. IV.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ιδίου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς προς το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε και καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον επραγματοποιήθη όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρεσχέθη η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας εστήριξε την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και "2.- Ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..... και 10. Φωτοαντίγραφα οκτώ επιταγών". Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήτο αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κλπ., αυτών, αφού, με την ανάγνωσή τους στην επ΄ ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις εν σχέσει προς το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξηρτήθη πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. V.- Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, ο περί απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ) λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2004 αίτηση και τους από 10 Νοεμβρίου 2006 προσθέτους λόγους του ....., για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 9302/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ