ΑΡΙΘΜΟΣ 503/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 64/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Νοεμβρίου 2005 και 17 Νοεμβρίου 2005 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2023/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 10/16-11-2005 και 11/17-11-2005 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 64/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού δεν προηγήθηκε κρίση σε μία εξ αυτών και δοθέντος περαιτέρω ότι η γενομένη παραίτηση από την πρώτη εξ αυτών δεν είναι νομότυπη γιατί έγινε με εγχείριση δικογράφου και όχι με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως Εφετών Ιωαννίνων, όπως αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 474 και 475 ΚΠΔ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 64/2005 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος δύο μαρμάρινων αγαλμάτων, ενός ακέφαλου και ενός ακεραίου, έργων του 4ου - 3ου π.χ. αιώνος και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως 3 ετών, μετατραπείσα προς 10 ευρώ ημερησίως, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως προκύπτει όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει τι προέκυψε από το καθένα εξ αυτών. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνιστάμενος εις το ότι δεν προκύπτει εάν ελήφθη υπόψη έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της Αλβανικής Δημοκρατίας, το οποίο άλλως τε δεν προκύπτει ότι ετέθη υπόψη του δικαστηρίου, ώστε να αναγνωσθεί και συνεκτιμηθεί, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με την αυτή απόφαση έπαυσε υφ' όρον η κατά τον κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράλειψη δηλώσεως κατοχής αρχαίων εντός διμήνου, αφότου περιήλθον στην κατοχή του, στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική Αρχή ή στο Αρχαιολογικό Τμήμα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1β του Ν 3346/05. Η ως άνω, όμως, απόφαση, κατά την εν λόγω διάταξή της, αφού δεν είναι οριστική γιατί το δικαστήριο δεν αποφαίνεται τελειωτικά για την οριστική παύση της ποινικής διώξεως αφού είναι ενδεχόμενο να συνεχισθεί η ποινική δίωξη (που έπαυσε υφ' όρον) σε περίπτωση που θα συντρέξει ο όρος που προβλέπει η παραπάνω διάταξη, δεν υπόκειται σε αναίρεση (άρθρ. 504 παρ. 1 ΚΠΔ) και ως εκ τούτου ο συναφής λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1Θ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστά η υπέρβαση εξουσίας. Τέτοια περίπτωση συνιστά, εκτός των άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετατρέπει σε χρηματική, κατά το άρθρο 82 ΠΚ, την επιβληθείσα σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία, όμως πρωτοδίκως, είχε ανασταλεί, κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, αφού το μέτρο της αναστολής είναι ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής, γιατί η αναστολή της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι μέτρο επιεικείας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της πρώτης των ως άνω αιτήσεων, προβάλλει την αιτίαση της υπερβάσεως εξουσίας, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε μετατροπή της επιβληθείσης εις αυτόν ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών, ενώ το πρωτοβάθμιο είχε αναστείλει την επιβληθείσα εις αυτόν ποινή και έτσι κατέστη χειρότερη η θέση του. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή των τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών (για τη δεύτερη πράξη για την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπαυσε υφ' όρον την ποινική διάταξη, κατά τα ανωτέρω) δεν ανεστάλη, κατά τα άρθρα 99-100 ΠΚ, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων αλλ' απλώς έγινε δεκτός το αίτημα του κατηγορουμένου και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χορήγησε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 497 παρ. 6 ΚΠΔ. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της δεύτερης, ως άνω αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναστολής της ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, γιατί το αίτημα αυτό υπεβλήθη αορίστως, χωρίς την επίκληση των θεμελιούντων αυτά πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, ανεξαρτήτως του ότι αιτιολογημένα απορριφθεί το πιο πάνω αίτημα. Προσθέτως η απόφαση δεν περιέχει αντιφατική αιτιολογία εκ της απορρίψεως του αορίστως υποβληθέντος αιτήματος αναστολής της επιβληθείσης ως άνω ποινής και της παραδοχής, ότι η εκτέλεση αυτής (ποινής) είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον αναιρεσείοντα από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων αφού η τελευταία αυτή αιτιολογία επιβάλλεται κατά νόμο (άρθρ. 82 παρ. 2, 100 παρ. 1 ΠΚ) στις περιπτώσεις, όπως η προκείμενη, που απορρίπτει το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και η ειδικότερη αυτή αιτίαση που προτείνεται με το πρώτο λόγο της δεύτερης των ως άνω αιτήσεων. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 10/16-11-2005 και 11/17-11-2005 δύο αιτήσεις του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ