Αριθμός 1396/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2568/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 171/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 119/14.03.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 772/9-11-2006 (117/24-11-2006) αίτηση αναίρεσης του .... κατά της με αριθ. 2568/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 600 € για αγορά και κατοχή ναρκωτικών και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "&2 Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ....." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256 ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260). Όμως εάν στην έκθεση του ενδίκου μέσου και εδικά στην προκειμένη περίπτωση σε αναίρεση στο σώμα της έκθεσης γίνεται αναφορά περί του ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι περιλαμβάνονται σε υπόμνημα το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση και το οποίο στο τέλος δεν υπογράφεται από τον αρμόδιο για την σύνταξη της έκθεσης γραμματέα η έλλειψη αυτή δεν καθιστά απαράδεκτο το ένδικο μέσο εκ μόνου του λόγου αυτού γιατί την παράλειψη του αρμοδίου γραμματέα να υπογράψει και να περιβάλλει με αυτό τον τρόπο με τυπικότητα το ένδικο μέσο που ασκείται από τον δικαιούμενο για την άσκηση του δεν μπορεί να βαρύνει την ασκούντα το ένδικο μέσο γιατί τις παραλείψεις της διοίκησης δεν είναι δυνατό να τις επιφορτίζονται και να φέρουν τις συνέπειες τους οι διοικούμενοι σύμφωνα με τους κανόνες της χρηστής διοίκησης (ΑΠ 430/2005 ΠΧ ΝΕ 984). Επομένως στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο του υπομνήματος αν περιέχει παραδεκτό λόγο άσκησης αναίρεσης . Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση ή στο ενσωμματούμενο σ αυτήν κατά τα παραπάνω υπόμνημα πρέπει να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι σαφείς. Και σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση και οι διατάξεις των οποίων έγινε παραβίαση και ειδικά. Περαιτέρω αόριστοι λόγοι, και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ. 295/ 2001 ΠΧ ΝΑ 975 ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου του ενσωματωμένου στην έκθεση αναίρεσης υπομνήματος, δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένος λόγος τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος κατά τρόπο συγκεχυμένο και ασαφή αναφέρεται σε περιστατικά δίκης από τα οποία όμως δεν είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί εκ του λόγου αυτού. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Ν' κηρυχθεί απαράδεκτη ή με ημερομηνία με αριθμ. 772/9-11-2006 (117/24-11-2006) αίτηση αναίρεσης του ..... κατά της με αριθμ. 2568/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή 600 € για αγορά και κατοχή ναρκωτικών σαν απαράδεκτη Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 15-2-2007 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Στην κρινόμενη 772/9-11-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως κατά της 2568/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων ... ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής με την οποία καταδικάστηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών, ως τοξικομανής, σε φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 600 ευρώ, χωρίς να εκθέτει ουδένα από τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην εν λόγω αίτηση γίνεται απλή μνεία ότι "επισυνάπτεται υπόμνημα", χωρίς, όμως, να αναφέρεται ότι στο επισυναπτόμενο έγγραφο αναφέρονται οι λόγοι αναιρέσεως. Όπως δε προκύπτει από εν λόγω έγγραφο, τούτο απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εξιστορούνται τα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία θεωρεί ως άδικη και ο αναιρεσείων διατυπώνει (προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) τα παράπονά του σχετικά με την απόφαση αυτή καθώς και για την απονομή της δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Συνεπώς δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι το έγγραφο αυτό έχει τον χαρακτήρα αναιρέσεως, αφού, ουδένα προς τούτο σαφή και ορισμένο λόγο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ διαλαμβάνει, ούτε, άλλωστε, περιέχει ανάλογο αίτημα. Συνεπώς, μετά και την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος αντικλήτου του αναιρεσείοντος (βλ. από 25-4-2007 αποδεικτικό επιδόσεως τους Γραμματέα των Δ.Φ.Κ ....) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 772/9-11-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του .... κατά της 2568/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ