Αριθμός 388/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 2157/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1403/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αίτηση αναιρέσεως για ένα από τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, έχει την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1. στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου η μνεία των κατά το άρθρο 161 παρ.1 του ΚΠΔ στοιχείων της εγκυρότητος της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος οπότε η αιτιολογία θα πρέπει να καλύπτει και το θέμα αυτό (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994, 5/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δικάζοντας επί της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποίαν καταδικάσθηκε για παράβαση του Ν.1882/90 (αρθρ. 25 παρ.1β) όπως αντικ. με Ν.2523/97 (αρ.253 παρ.1), αφού επέτρεψε την δια συνηγόρου εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος και προχώρησε στην έρευνα του προβληθέντος ισχυρισμού του ότι δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως, που του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής, απέρριψε στη συνέχεια με την προσβαλλομένη απόφασή του την έφεση με την εξής αιτιολογία: "Επειδή κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα το Δικαστήριο με πρόταση του Εισαγγελέα το κηρύσσει απαράδεκτο διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την απόφαση 1794/19-11-2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου 'Εδεσσας. Η απόφαση αυτή του επιδόθηκε στις 24-2-2004 ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης που βρίσκεται στην δικογραφία. Ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεσή του στις 21-3-2005, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι κατά το χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν γνωστής διαμονής ούτε κατατέθηκε ότι διέμενε σε γνωστή διαμονή. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε εκπρόθεσμα την έφεση. Επομένως η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη διότι δεν διαλαμβάνει τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 519 του ίδιου Κώδικα για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2157/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ