Αριθμός 391/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1534/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμο την Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Ιανουαρίου 2006 και 7 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν: α) ως ανυποστήρικτη η από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος και β) ως αβάσιμη εκείνη του πρώτου αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α΄ του ίδιου κώδικα εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 12.12.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του ..... , γραμματέα της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού, όπου κρατείται ο αναιρεσείων Χ2, ο τελευταίος κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ΄ αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα σ΄ αυτή κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 1) Στην Αθήνα την 30-5-1999 και περί ώρα 20.30 ενεργώντας από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους Χ3, Χ2, πλησίασαν τον Ζ1 τη στιγμή που ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο υπ' αριθ. .... ΕΙΧ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του Ζ2, που ήταν σταθμευμένο στην οδό .... και κτυπώντας τον με γροθιές στο πρόσωπο και με την απειλή μαχαιριού από τον Χ1 που του απηύθυνε συγχρόνως τη φράση "δώσε μου τα λεφτά σου" απαίτησαν από αυτόν να του παραδώσει τα χρήματά του, πλην δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, διότι ο παθών δεν ενέδωσε και, χρησιμοποιώντας τη σωματική του δύναμη επέτυχε να τους απωθήσει και να εισέλθει στο αυτοκίνητο, ασφαλίζοντας συγχρόνως την πόρτα του. 2) Στην Ηλιούπολη την 01.10 ώρα περίπου της 29-5-1999, ενεργώντας από κοινού με τους άλλους κατηγορουμένους πλησίασαν τον Ζ3, που βρισκόταν στο υπ' αριθ. ΥΙΧ ..... ΕΙΧ αυτοκίνητο του, που ήταν σταθμευμένο στην οδό .... και με την απειλή μαχαιριού που κρατούσε ο εξ αυτών Χ1 τον πρόσταξαν να βγει από το αυτοκίνητο και να αφήσει τα κλειδιά πάνω σ' αυτό για να το πάρουν και να το ιδιοποιηθούν παρανόμως πλην δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, διότι ο παθών δεν ενέδωσε στις απειλές και έθεσε σε λειτουργία το αυτοκίνητό του κατάφερε να απομακρυνθεί. 3) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της κλοπής κατά τους πιο κάτω τόπους και χρόνους, από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους αφαίρεσαν και επιχείρησαν να αφαιρέσουν από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα, διαπράττει δε ο κατηγορούμενος αυτός κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ειδικότερα α) Στην Καλλιθέα την νύχτα της 31ης Μαΐου προς 1 Ιουνίου 1999, εισήλθαν στο κατάστημα της .... στην οδό ..... και, σπάζοντας το τζάμι της πόρτας της κυρίας εισόδου, αφαίρεσαν διάφορα είδη ενδύσεως, μεταξύ των οποίων 64 υποκάμισα και 21 μπλούζες διαφόρων σχεδίων και χρωμάτων, συνολικής αξίας 500.000 δραχμών, β) Στην Αθήνα κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 1999 αφαίρεσαν από την κατοχή αγνώστων προσώπων τα εις το διατακτικό λεπτομερώς αναφερόμενα αντικείμενα, γ) Στην Καλλιθέα την 03.00 ώρα περίπου της 1-6-1999 επιχείρησαν να αφαιρέσουν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... ΕΙΧ αυτοκίνητο αγνώστου στην ανάκριση ιδιοκτήτη που ήταν σταθμευμένο στην συμβολή των οδών ..... πλην η πράξη τους δε ολοκληρώθηκε όχι από τη θέληση τους αλλά από εξωτερικά αίτια και συγκεκριμένα διότι τη στιγμή που προσπαθούσαν να παραβιάσουν την κλειδαριά, έγιναν αντιληπτοί από διερχόμενους αστυνομικούς και τράπηκαν σε φυγή. Τις αξιόποινες δε αυτές πράξεις της κλοπής διέπραξε ο εν λόγω κατηγορoύμενoς κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από μεν την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει ότι ο σκοπός του είναι ο πορισμός εισοδήματος, από δε την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητά του. 4) Στην Αθήνα την 30-5-1999 και ώρα 20.30 από κοινού με τους άλλους κατηγορούμενους, κατά την απόπειρα ληστείας εις βάρος του Ζ1 κατέστρεψαν με μαχαίρι τα ελαστικά του υπ' αριθ. ..... ΕΙΧ αυτοκινήτου της προαναφερόμενης συζύγου του Ζ2 την πράξη δε αυτή διέπραξαν χωρίς να προκληθούν από την παθούσα. Β) Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 : 1) Στο Παλαιό Φάληρο την 29-5-1999 από κοινού με τον Χ3 και ένα άλλο άγνωστο άτομο, αφού κατέβηκαν από το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... ΕΙΧ αυτοκίνητο, πλησίασαν τους Ζ4 και Ζ5, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο υπ' αριθμ. ....., ιδιοκτησίας του Ζ4, και με την απειλή μαχαιριού που κρατούσε ο Χ1 τους πρόσταξαν να βγουν από το αυτοκίνητο και να τους δώσουν τα χρήματά τους, μόλις δε αυτοί αρνήθηκαν τους επιτέθηκαν τους έβγαλαν από το αυτοκίνητο, χτύπησαν τον Ζ4 με τα χέρια και τα πόδια στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος και τραυματίζοντάς τον με το μαχαίρι στο δεξί χέρι και στο θώρακα του αφαίρεσαν 10.000 δραχμές, ένα ρολόι και ένα κινητό τηλέφωνο, ενώ από τη Ζ5 αφαίρεσαν την τσάντα της, που περιείχε 18.000 δραχμές, ένα κινητό τηλέφωνο, διάφορα προσωπικά της αντικείμενα και δύο βραχιόλια, από λευκό χρυσό, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως. 2) Από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενο τους και τον άγνωστο τρίτο επιτέθηκαν στο Ζ4 και τον χτύπησαν με γροθιές και κλωτσιές στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός του και επί πλέον ο Χ1 τον τραυμάτισε με μαχαίρι προκαλώντας του θλαστικό τραύμα (ΔΕ) άκρου χεριών και θώρακος, η πράξη τους δε αυτή με τον τρόπο που τελέστηκε σε ευπαθή σημεία του σώματος, μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, 3) από κοινού με τον συγκατηγορούμενό τους και το προαναφερόμενο άγνωστο άτομο, κατά την διάπραξη της ληστείας εις βάρος των Ζ4 και Ζ5, έσπασαν με κλωτσιές το παρμπρίζ του πιο πάνω ..... ΕΙΧ αυτοκινήτου και με μαχαίρι και κατσαβίδι κατέστρεψαν τα ελαστικά του, χωρίς να προκληθούν από τον παθόντα. Γ) Ο κατηγορούμενος Χ1 στο Παλαιό Φάληρο την 29-5 -1999 1) Έφερε μαζί του όπλο και δη ένα μαχαίρι τύπου NENCER, με μήκος λεπίδας 20 εκ. χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας, αν και τούτο απαγορεύεται. 2) Κατά τη διάπραξη των πράξεων της ληστείας εις βάρος των Ζ4 και Ζ5 και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του Ζ4, χρησιμοποίησε το μαχαίρι, που αναφέρεται πιο πάνω, η χρήση του οποίου δεν αποτελεί κατ' ειδική διάταξη νόμου στοιχείο των ανωτέρω εγκλημάτων. Το βάσιμο των ανωτέρω περιστατικών προκύπτει από την εκτίμηση του συνόλου του προμνημονευομένου αποδεικτικού υλικού και ιδίως των καταθέσεων του μάρτυρος κατηγορίας αστυνομικού .... και των παθόντων Ζ4, Ζ5, .... , Ζ1 και Ζ3 οι οποίοι (παθόντες) πλην του τελευταίου αναγνώρισαν του δράστες των ληστειών που διέπραξαν εις βάρος τους, ο δε αστυνομικός τους δράστες τις απόπειρας κλοπής του υπ' αριθ. ..... ΕΙΧ αυτοκινήτου στην Καλλιθέα Αττικής την 03.00 ώρα περίπου της 31-5/1-6-1999. Διέπραξαν, επομένως, οι κατηγορούμενοι τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, της ληστείας από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα διακεκριμένης κλοπής κατ' εξακολούθηση, και φθοράς διακεκριμένης ο πρώτος, ληστείας από κοινού κατά συρροή, επικίνδυνης σωματικής βλάβης και διακεκριμένης φθοράς ο δεύτερος και τρίτος και επί πλέον ο δεύτερος παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως στο διατακτικό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τον αναιρεσείοντα Χ1 ένοχο ληστείας κατά συρροή από κοινού, διακεκριμένης κλοπής κατ΄ εξακολούθηση από κοινού, επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, διακεκριμένης φθοράς από κοινού, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. ΄Ετσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ο αναιρεσείων αυτός καταδικάσθηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε εκείνα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα οι προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν οπωσδήποτε "πιστή αντιγραφή του διατακτικού της τελευταίας" όπως διατείνεται ο αναιρεσείων Χ1 και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εάν βεβαίως στο σκεπτικό αναφέρονται όπως στην προκειμένη περίπτωση και οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ΄ αυτό δεκτά περιστατικά. Ούτε περαιτέρω ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να εκτίθεται σ΄ αυτή τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο και να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τούτων, αλλά αρκεί ότι αυτά αναφέρονται κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ1 στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 24.1.2006 και 7.2.2006 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1534/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ