Αριθμός 740/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Ζαραλίδου, περί αναιρέσεως της 630/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα, τον ... που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1333/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: ".... Ο κατηγορούμενος στο επίδικο χρονικό διάστημα στη ..., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος, με την παράσταση προς αυτόν ψευδών γεγονότων ως αληθών. Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος την άγνοια περί τις συναλλαγές του εγκαλούντος που ετύγχανε οδοκαθαριστής, εμφανίσθηκε προς αυτόν ο κατηγορούμενος ως άτομο με ιδιαίτερη εντιμότητα και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, μια που φρόντιζε να κυκλοφορεί με πολυτελές αυτοκίνητο ΠΟΡΣΕ και ότι διαθέτει ιδιόκτητα παραθαλάσσια οικόπεδα στον ...., ότι τυγχάνει μεγαλομέτοχος σε γαλακτοκομικές επιχειρήσεις και ότι συνδέεται με συγγενικό δεσμό με τον ..... Όλα τα ανωτέρω περιστατικά ήσαν καθ' ολοκληρία ψευδή και παράπεισε τον παθόντα ο οποίος τμηματικά του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 16.125.000 δρχ. αφού πείσθηκε στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του, το ισόποσο του οποίου ωφελήθηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος με αντίστοιχη ζημία του παθόντος. Περί των ως άνω πραγματικών περιστατικών, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, τουναντίον ενισχύονται από όσα μετά σαφηνείας κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και σε καμιά περίπτωση δεν αναιρούνται από εκείνα που επικαλείται ο κατηγορούμενος και ειδικότερα ότι υποκρύπτονται τοκογλυφικοί τόκοι. Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι τις παραπάνω πράξεις ο κατηγορούμενος τελούσε κατ' επάγγελμα ήτοι προς απόκτηση εισοδήματος, έχοντας τη δυνατότητα με την εκμετάλλευση απλοϊκών και οικονομικώς ασθενών οικογενειαρχών, να διάγει πλουσίως και με την χρήση πολυτελών αυτοκινήτων τύπου ΠΟΡΣΕ ή ΤΖΑΓΚΟΥΑΡ. Πέραν αυτών αποδείχθηκε ότι εκτός του παθόντος, παρόμοια συμπεριφορά του κατηγορούμενου επιδείχθηκε και σε άλλους ομοχώριους της Κοινότητας ..., όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν όλοι οι εξετασθέντες στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου μάρτυρες. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής απάτης, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται από μέρους του κατηγορουμένου περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως και εξ αυτού εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, λόγω παραγραφής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο γιατί πράξεις της απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών διατηρούν και με το ισχύον νέο καθεστώς του ν. 2721/1999 τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και εάν ένα από τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους. Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτό στην υπόψη περίπτωση, ότι για τη διατήρηση του κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης, θα πρέπει κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών.... " Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στο διατακτικό του, ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στα αναγνωσθέντα έγγραφα και στα προκύπτοντα απ' αυτά, ούτε στις καταθέσεις των μαρτύρων ως και στην αξιολογική σύγκριση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας προς εκείνους της υπεράσπισης, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.3α του ΠΚ την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης της απάτης για την οποία δίκασε τον κατηγορούμενο, από το συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι ο αναιρεσείων κατά το από 24-3-1989 μέχρι 20-11-1989 χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με τις αναφερόμενες ψευδείς περιστάσεις προς τον εγκαλούντα, συνιστάμενες στο ότι θα τον βοηθούσε οικονομικά και θα τον έκανε συνεταίρο στην επιχείρησή του, έπεισε τον τελευταίο και του κατέβαλε τμηματικά κατά το άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 16.125.000 δραχμών και με ειδική σκέψη δέχθηκε ότι για την κακουργηματική απάτη λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσγενόμενης στον παθόντα ζημίας και το αντίστοιχο όφελος του δράστη. Περαιτέρω διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της απάτης, προκύπτουσα, άλλωστε και από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 παρ.3α του Π.Κ. είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 630/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ