Αριθμός 866/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη- Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, περί αναιρέσεως της 12078/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.4.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι έτσι στερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέτει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ΄αυτή πρακτικά, φέρεται ως ληφθέν υπόψη από το Εφετείο μεταξύ άλλων εγγράφων και η υπ' αριθ. 1241/29.5.2003 απόφαση με τα πρακτικά της του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, καίτοι αντί αυτής, φέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων η υπ' αριθ. 1214/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Πλην η τοιαύτη αναφορά του τελευταίου τούτου εγγράφου ως τέτοιου με τα στοιχεία 1241/29.5.2003 οφείλεται σε προφανή, λόγω αναριθμητισμού, γραφική παραδρομή, η οποία και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στη Θήβα στις 29.10.2003 σε ποινική δίκη στην οποία ήταν κατηγορούμενος, κατέθεσε αίτηση εξαίρεσης του προεδρεύοντος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δημοσθένη Σγουρίτσα, Πρωτοδίκη, και της Εισαγγελέως της έδρας Αλεξάνδρας Μουσούρη, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών. Στο κείμενο ·της αίτησης εξαίρεσης, το οποίο αναγνώσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα γεγονότα για τον πρώτο εκ των προαναφερομένων: "Ο πρώτος τούτων, ως πρόεδρος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, κατά την εκδίκαση ποινικής υποθέσεως μου στην δικάσιμη της 28-5-2003 και 29-5-2003 κατά την οποία εκδόθηκαν με αριθμούς 1135/03 και 1264/03 αποφάσεις 1) παρέλειψε εξ εμπάθειας να αποφανθεί επί του αιτήματός μου αναβολής της υποθέσεώς μου σε άλλη δικάσιμο λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου να προσέλθει λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων σε άλλο ποινικό δικαστήριο χωρίς να αναφέρει τι για την παράλειψή του αυτή, ούτε να αναφέρει στα πρακτικά πως με εκδίκασε χωρίς υπερασπιστή δικηγόρο, 2) επωφελούμενος έλλειψη συνηγόρου υπερασπίσεως μου παντελώς αναιτιολογήτως για δήθεν συκοφαντική δυσφήμιση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών και διατάραξη δικαστηρίου εκκίνησε την αυτόφωρη διαδικασία εις βάρος μου και επανειλημμένως και αναιτιολογήτως μου απαγόρευσε να υποβάλω σχετικές ερωτήσεις προς τους μάρτυρες, με απείλησε από τις έδρες ότι θα μου κάνει αγωγή για ένα δισεκατομμύριο δραχμές, μου επέβαλε κράτηση 24 ωρών αδίκως, στη συνέχεια μου στέρησε την δυνατότητα να υπερασπίσω τον εαυτό μου, με απέβαλε από την αίθουσα του δικαστηρίου όταν εκδικαζόταν η υπόθεση μου και τέλος με καταδίκασε σε 28 μήνες φυλάκιση για δήθεν συκοφαντική δυσφήμιση και διατάραξη δικαστηρίου, χωρίς να υπάρχουν παρόμοια αντικειμενικά πιστοποιητικά, 3) ο αυτός δικαστής κατά την έκδοση του υπ' αριθμό 31/2003 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θηβών και προκειμένου να διευκολύνει τους αντιδίκους μου Ζ1, δικηγόρο, και Ζ2, υπάλληλο ΟΤΕ, ανέστειλε την ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση και ανέβαλε για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ψευδορκία ως και ηθική αυτουργία, ενώ θα έπρεπε να εισηγηθεί την συνεκδίκαση". Για δε την δεύτερη των προαναφερομένων ανέφερε στην αυτή αίτηση εξαίρεσης τα ακόλουθα: "Η δεύτερη από τους εξαιρούμενους χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα στην πρόταση της στο Δικ. Συμβούλιο και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα γνήσια και στην σημερινή εκδίκαση κατά έφεση υπόθεσή μου, η οποία κατείχε την εισαγγελική έδρα στις 19 Μαϊου 2003, πήρε από άλλη δικογραφία ψευδή κατασκευασμένη ιατρική βεβαίωση για να ζητήσει την καταδίκη μου το οποίο και πέτυχε". Τα παραπάνω όμως γεγονότα που ανέφερε ο κατηγορούμενος για τους εγκαλούντες είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους ως ατόμων και δικαστικών λειτουργών, γνώριζε δε ο κατηγορούμενος την αλήθεια αυτών. Ειδικότερα, τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος για τον πρώτο εγκαλούντα ότι έγιναν κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών κατά την δικάσιμο 28/29 Μαΐου 2003 και συγκεκριμένα ότι αυτός, κινούμενος από εμπάθεια προς το πρόσωπο του, δεν τήρησε τους δικονομικούς κανόνες για αμερόληπτη διεύθυνση της συζήτησης και του στέρησε τα νόμιμα δικαιώματα του ως κατηγορουμένου, επωφελούμενος μάλιστα από την έλλειψη συνηγόρου υπεράσπισής του, χωρίς να αιτιολογήσει τις αποφάσεις του αυτές, είναι παντελώς ψευδή, αφού, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 1241/29.5.2003 πρακτικά και απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, όλες οι επιμέρους αποφάσεις που έλαβε το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της συζήτησης επί των αιτημάτων και ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως και η απόφασή του περί επιβολής σ' αυτόν κράτησης 24 ωρών για διατάραξη, λόγω της συμπεριφοράς του, της τάξης στο Δικαστήριο, είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες και έχουν ληφθεί ομοφώνως. Περαιτέρω, με το υπ" αριθμ. 31/03 βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, στη σύνθεση του οποίου μετείχε ο πρώτος των εγκαλούντων ως εισηγητής, που εκδόθηκε μετά από έγκληση που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος κατά των ..... κλπ, ανέστειλε υποχρεωτικά την δίωξη κατά το άρθρο 366 Π.Κ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η κύρια δίκη, που ήταν ήδη εκκρεμής και ανέβαλε να αποφανθεί για τις λοιπές πράξεις, κρίνοντας κατά την ελεύθερη δικαιοδοτική του κρίση, ότι δεν ήταν σκόπιμος ο χωρισμός. Από κανένα στοιχείο της διαδικασίας δεν προέκυψε ότι το βούλευμα αυτό, το οποίο επίσης ήταν ομόφωνο, εκδόθηκε προκειμένου ο ανωτέρω εγκαλών "να διευκολύνει τους αντιδίκους του Ζ1 δικηγόρο και Ζ2", όπως ψευδώς αναφέρει ο κατηγορούμενος στην αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλε, αφού αυτός δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε κανένα στοιχείο για να αποδείξει τη βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού. Ψευδή επίσης και συκοφαντικά είναι τα όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος σε βάρος της δεύτερης εγκαλούσας, ότι χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα στην πρόταση της προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θηβών, ενώ παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα γνήσια καθώς και ότι κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης σε βάρος του στις 19 Μαΐου 2003, αυτή ως εισαγγελέας της έδρας πήρε από άλλη δικογραφία ψευδή κατασκευασμένη ιατρική βεβαίωση για να πετύχει την καταδίκη του. Όσον αφορά τις προτάσεις προς το Δικαστικό Συμβούλιο, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν προσδιορίζει ποια ήταν τα "πλαστά έγγραφα" που χρησιμοποίησε η εγκαλούσα, από τα υπ' αριθμ. 30/03 και 31/03 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών που εκδόθηκαν επ' αυτών, προκύπτει ότι σ' αυτές (προτάσεις) η εγκαλούσα Εισαγγελέας ανέφερε συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία έκρινε ότι είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, γινόταν όμως αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που περιέχονταν στις δικογραφίες και εκείνα που επικαλείτο ο κατηγορούμενος, το αν δε το δικαστικό συμβούλιο ερεύνησε ή όχι όλα τα έγγραφα ή μόνο όσα ανέφερε η Εισαγγελέας στην πρόταση της και πώς εξετίμησε αυτά, αυτό είναι ζήτημα που ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του και δεν αφορά την εγκαλούσα. Δεν προέκυψε επίσης ότι αυτή (εγκαλούσα) ανέφερε στις προτάσεις της και μάλιστα σκόπιμα κάτι αναληθές σχετικά με το περιεχόμενο κάποιου εγγράφου, παρά μόνο ότι εξετίμησε κάποια έγγραφα όσον αφορά την αποδεικτική τους δύναμη σχετικά με την υπόθεση ως σημαντικότερα άλλων, τα οποία δεν ανέφερε ειδικά. Τέλος η "ψευδής κατασκευασμένη ιατρική βεβαίωση" που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι χρησιμοποίησε η δεύτερη εγκαλούσα για να πετύχει την καταδίκη του, αφορά, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία αφού δεν αναφέρεται ειδικά στην αίτηση εξαίρεσης, το υπ' 316/17-10-2000 έγγραφο (Ιατρική Γνωμάτευση) του Κέντρου Υγείας Σχηματαρίου, το οποίο όμως είναι δημόσιο έγγραφο, ο κατηγορούμενος δεν το είχε προσβάλει ως πλαστό. Αντίθετα, την γνησιότητα του εγγράφου αυτού είχε δεχτεί το ανωτέρω υπ' αριθμ. 30/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό του, πράγμα που ο κατηγορούμενος γνώριζε και παρόλα αυτά ισχυρίστηκε τα παραπάνω αναληθή για την εγκαλούσα, αποδίδοντάς της έτσι έλλειψη αντικειμενικής κρίσης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και εμπάθεια προς το πρόσωπό του, που όμως δεν αποδείχτηκαν από τα στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας. Τα ψευδή αυτά γεγονότα που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, είναι ικανά, όπως αναφέρθηκε, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού αυτά αναφέρθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, όπου αναγνώστηκε η αίτηση εξαίρεσης και έλαβαν γνώση αυτών όλοι οι παρευρισκόμενοι (δικηγόροι, διάδικοι, αστυνομικά όργανα κ.λ.π.), γνώριζε δε ο κατηγορούμενος ότι αυτά είναι ψευδή και παρά ταύτα επέμεινε στην ανακοίνωσή τους στο ακροατήριο, γεγονός που αποδεικνύει το δόλο του για την τέλεση της πράξης που του αποδίδεται. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών και να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί εφαρμογής του άρθρου 367 Π.Κ., εφόσον τα όσα ανωτέρω ανέφερε σε βάρος των εγκαλούντων δεν αποτελούν εκδήλωση που έγινε για τη διαφύλαξη δικαιώματός του ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, σύμφωνα με το διατακτικό. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 363 ΠΚ σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 362 του ίδιου Κώδικα, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα δυσφημηστικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων και ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, τα πρόσωπα ενώπιον των οποίων έγιναν οι ισχυρισμοί, το ψευδές των δυσφημηστικών για τους εγκαλούντες γεγονότων και η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των γεγονότων αυτών. Ως προς τη γνώση του ψεύδους των ισχυρισθέντων από τον αναιρεσείοντα περιστατικών υπάρχει αιτιολογία για τη θεμελίωση του ειδικού δόλου του αναιρεσείοντος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί του φέρονται να στηρίζονται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη. Περαιτέρω, οι προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν οπωσδήποτε "ακριβή αντιγραφή" του διατακτικού της τελευταίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εάν βεβαίως στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση και οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επειδή η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 367 ΠΚ περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, τον οποίο το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει και αν του απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, που έλαβε το λόγο μετά την περί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέως, ζήτησε "την απαλλαγή του κατηγορουμένου καθόσον κινήθηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 367 ΠΚ", χωρίς όμως να επικαλεσθεί τα αναγκαία προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού πραγματικά περιστατικά. ΄Ετσι ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αόριστος, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση για το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σ' αυτόν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και συνακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17.4.2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 12078/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στ δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ