Αριθμός 952/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Χ1 και 2. Χ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια, για αναίρεση της 3876/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικότερα από τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι: α) της μη καταβολής χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και β) της μη καταβολής εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ετσι κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις απαιτεί διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης. Με την αντικατάσταση δε του παραπάνω άρθρου, με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 24248/2003 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθέντα έγγραφα, κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας, απολογία του κατηγορούμενου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι οι ως άνω κατηγορούμενοι, όντας υπόχρεοι, ο πρώτος Χ1 ως Διευθύνων Σύμβουλος και ο δεύτερος Χ2 ως εντεταλμένος από την εταιρία στη διοίκηση και διαχείριση της οφειλέτιδος εταιρίας "ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ - ΔΑΙΔΑΛΟΣ Α, Ε που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, παραβίασαν την προθεσμία καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία είναι βεβαιωμένα από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και ληξιπρόθεσμα και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν τρεις συνεχείς δόσεις φόρων και χρεών γενικά ύψους 5, 167.200 δρχ που υπερβαίνουν τα 4.500.000 δρχ. Ειδικότερα ο πρώτος και ο δεύτερος και ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρίας λοιποί φόροι και χρέη γενικά ύψους 5.167.200 δρχ παραβίασαν την προθεσμία καταβολής τους την 1-9-2000, αφού δεν κατέβαλαν τρείς συνεχείς δόσεις της τρίτης δόσης, λήγουσας την 30-8-2000 και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως στο διατακτικό αναφέρεται. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους της αποδιδόμενης σ'αυτούς αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1, 2, 3 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθορ 23 παρ.1 και 2 του Ν.2523/1997 και επέβαλε σ'αυτούς ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών στον καθένα. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1, 2 και 3 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, για την οποία κατά τα άνω κηρύχθηκαν ένοχοι οι| αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα κατά τα άνω γενικώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση εφάρμοσε. Ειδικότερα καθορίζει το είδος, το ποσό του οφειλομένου προς το Δημόσιο χρέους που αφορά λοιπούς φόρους, τον τρόπο της πληρωμής (σε δόσεις), καθώς και το χρόνο της πληρωμής του αναφέρει την αρχή του ποοέβη στη βεβαίωση του ως άνω χρέους (ΔΟΥ ΦΕΕ Θεσσαλονίκης), ως και την ιδιότητα των κατηγορουμένων ως διευθύνοντος Συμβούλου, του πρώτου, και εντεταλμένου διαχειριστή, του δεύτερου, της οφειλέτιδας του χρέους εταιρείας. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό, αφού και στα δύο αναφέρεται το ίδιο ποσό (5.167.200 δρχ.). Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που υποστηρίζουν την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων και ασάφεια ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού, ενώ ο ίδιος λόγος με τον οποίο, κατά τις λοιπές αιτιάσεις πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας είναι απαράδεκτος, διότι με αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, .προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου 2523/97), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν κήρυξε το Δικαστήριο της ουσίας απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης παρόλο που η από 4-1-2001, από την αρμόδια ΔΟΥ υποβληθείσα αίτηση δεν συνοδευόταν από επικυρωμένο αντίγραφα α) της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) των καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων και γ) των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αβάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει ν'απορριφθεί. Τέλος, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη παράθεση της ορθής διάταξης στην οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, αλλά άλλης άσχετης, και συγκεκριμένα του Ν.1382/1990 αφού η περίπτωση θ του άρθρου 510 ΚΠΔ, που προβλεπόταν σους λόγους αναίρεσης καταργήθηκε με το άρθρο 50 παρ.4 του Ν.3160/2003 και αυτό ανεξάρτητα του ότι από προφανή παραδρομή έχει αναγραφεί ο Νόμος 1382/1990, αντί του ορθού 1882/1990, όπως αυτό συνάγεται και από το στη συνέχεια αναφερόμενο ότι αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 20-2-2006 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2 , για αναίρεση της 3876/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ