Αριθμός 1940/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Σπυροπούλου, για αναίρεση της 9800/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο Αθηνών, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 162/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, και τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 § 1, 502 § 1 και 340 § 2 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιτρέπεται η εκπροσώπηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου δια συνηγόρου, που έχει ειδική προς τούτο εντολή. Η εκπροσώπηση αυτή είναι πλήρης, υπό την έννοια ότι ο συνήγορος έχει όλα τα δικαιώματα του εκπροσωπουμένου εκκαλούντος, ο οποίος θεωρείται σαν να είναι παρών, δεν περιλαμβάνει, όμως, και το δικαίωμα της κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογίας, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση και γίνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι από το συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Β΄ Κ.Ποιν.Δ, που πλήττει την προσβαλλόμενη 9800/2005 απόφαση του κατ΄ έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και έλλειψη ακροάσεως, εκ του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στη συνήγορο που εκπροσώπησε στη δίκη τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, να απολογηθεί για λογαριασμό εκείνου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ΄ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων από καθένα προέκυψαν, πρέπει , όμως, να υπάρχει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο, κατ΄ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 229 § 1, 224 §1 και 363 σε συνδυασμό με 362 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην πρώτη περίπτωση, ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι επίσης ψευδή, στη δεύτερη περίπτωση και ότι το γεγονός περί του οποίου ο ισχυρισμός ή η διάδοση είναι ομοίως ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 9800/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς στη δίκη από τη συνήγορό του, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα έξη (16) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Στην αιτιολογία της αποφάσεως εκτίθεται ότι από την ανομωτί κατάθεση (του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1) και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που επίσης αναγνώσθηκαν και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε εμπλακεί από του έτους 1997 σε αστικούς δικαστικούς αγώνες με το Ζ1 και την εταιρία "ΤΡΙΑΝΤ Ε.Π.Ε", μετά από τροχαίο συμβάν στις 27-6-1996 μεταξύ του αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε (..... Ι.Χ.Ε) και του αυτοκινήτου (Ο1) που οδηγούσε ο Ζ1, ενόψει αστικής δίκης επί αιτήσεως του για αναστολή εκτέλεσης, της υπ΄ αριθμ. 4718/2001 απόφασης του Μ.Π. Αθηνών σε βάρος του που δικαζόταν μετ΄ αναβολή στις 16-11-2001, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 16-11-2001 την από 12-11-2001 μήνυσή του κατά του Ψ1, δικηγόρου Αθηνών, ήδη μηνυτού-πολιτικώς ενάγοντος και κατά των Ζ1 και Ζ2 , όπως αυτολεξεί η μήνυση αυτή περιέχεται στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο το Δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται, με την οποία μήνυση, όσον αφορά τον ήδη μηνυτή Ψ1 που ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζ1 , και της εταιρίας "ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ" στις αστικές δίκες, τον καταμήνυσε και ζητούσε την τιμωρία του για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης στο δικαστήριο κατ΄ εξακολούθηση, της ηθικής αυτουργίας σε απάτη στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αντίγραφο δε της εν λόγω μήνυσής του προσκόμισε ως σχετικό στην προαναφερόμενη δίκη αναστολής της εκτέλεσης που επισπευδόταν σε βάρος του. Με την ως άνω μήνυσή του ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον ήδη μηνυτή, ότι τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι΄ αυτές, αναφέροντας για τον εν λόγω καταμηνυόμενο και ήδη μηνυτή, δικηγόρο, ότι άσκησε υπό την ιδιότητά του αυτήν αγωγή στο όνομα ανύπαρκτης εταιρίας, της "ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ", ως ενάγουσας, σε βάρος τούτου ως εναγομένου, ότι κατέθεσε κλήση, προτάσεις-αντίκρουση για την ως άνω ανύπαρκτη ενάγουσα εταιρία και ότι παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής της ανύπαρκτης αυτής ενάγουσας εξαπατώντας το αστικό δικαστήριο, ενώ γνώριζε ότι η εταιρία αυτή είχε λυθεί και τυπικά το έτος 1999, γεγονός που αποσιώπησε, εμφανίζοντάς την ως ιδιοκτήτρια του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, με το οποίο συγκρούσθηκε το οδηγούμενο απ΄ αυτόν, ότι παραπλάνησε εν γνώσει του ψευδώς τη Δικαστή που δίκασε την ως άνω αγωγή αναφέροντας ότι δήθεν αυτός είχε καταδικασθεί τελεσίδικα για απλή σωματική βλάβη, φθορά ξένης ιδιοκτησίας κτλ. ενώ αυτός είχε ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης, ότι κατέθεσε εκπροθέσμως τις έγγραφες προτάσεις για την ως άνω ενάγουσα εταιρία και η γραμματέας τις δέχθηκε ως εμπρόθεσμες, παραπλανώντας έτσι το δικαστήριο, για το εμπρόθεσμο της κατάθεσής τους, ότι παραπλάνησε τη Δικαστή του Μ.Π. Αθηνών να αναβάλλει την αγωγή κατά της ως άνω εταιρίας που αυτός (μηνυτής και ήδη κατηγορούμενος) είχε ασκήσει και ότι προκάλεσε ο ίδιος καταμηνυόμενος δικηγόρος την απόφαση αφενός στον επίσης καταμηνυόμενο Ζ1 να τελέσει απάτη στο δικαστήριο και αφετέρου στην επίσης καταμηνυόμενη Ζ2 να ψευδορκήσει ως μάρτυρας στη δίκη επί της προαναφερόμενης αγωγής. Όμως, τα ως άνω καταμηνυόμενα που αφορούσαν τον ήδη μηνυτή, ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει αδελφή την πληρεξουσία δικηγόρο του, γνώριζε το ψεύδος τους. Είναι δε νομικά γνωστό ότι η λύση Ε.Π.Ε. δεν την καθιστά ανύπαρκτη, αλλά υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και μάλιστα όταν έχει περιουσιακά στοιχεία (όπως το προαναφερόμενο αυτοκίνητο). Ο καταμηνυθείς δικηγόρος και ήδη μηνυτής είχε ενεργήσει νομίμως ως πληρεξούσιος της "ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ", στην αστική δίκη, είχε καταθέσει εμπροθέσμως τις προτάσεις της εν λόγω εταιρίας, δεν προέβη, σε καμιά απόκρυψη ή αναφορά προς παραπλάνηση του δικάσαντος την ως άνω αγωγή δικαστηρίου, ούτε υπήρξε ηθικός αυτουργός ούτε σε απάτη στο δικαστήριο, ούτε σε ψευδορκία μάρτυρα. Γνώριζε δε ο κατηγορούμενος ότι ο μηνυτής ως δικηγόρος είχε κάνει το καθήκον του και δεν είχε προβεί σε καμιά έκνομη και αξιόποινη πράξη. Παρά ταύτα τον κατεμήνυσε ψευδώς με την ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενη μήνυσή του για να προκαλέσει την καταδίωξή του. Το ίδιο έπραξε και για τους λοιπούς καταμηνυόμενους αν και γνώριζε ότι δεν διαπράχθηκε ούτε απάτη στο δικαστήριο ούτε ψευδορκία μάρτυρα, αλλ΄ ότι η μάρτυρας, επίσης καταμηνυόμενη (Ζ2) ανέφερε, όπως η ίδια κατέθεσε, όσα της είπε ο πατέρας της για το συμβάν. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ως άνω και στο διατακτικό αναφερόμενο τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας της άνω μήνυσής του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και της αρμόδιας γραμματέως εβεβαίωσε εν γνώσει του το ψευδές, περιεχόμενό της ως αληθινό και ότι με την εν λόγω μήνυσή του ισχυρίσθηκε ενώπιον των ως άνω προσώπων (Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, γραμματέα) εν γνώσει τα αναφερόμενα σ΄ αυτήν ψευδή, όπως αναφέρονται ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσας, για τον ήδη εγκαλούντα Ψ1 , δικηγόρο Αθηνών, γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συμπερασματικά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για τις τρεις πράξεις, όπως κατηγορείται". Κατά δε το διατακτικό της αποφάσεως, που συμπληρώνει το ως άνω σκεπτικό της, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος διότι α)με την υποβληθείσα, στις 16-11-2001, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μήνυσή του, καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους Ψ1 , δικηγόρο, Ζ1 και Ζ2 , για απάτη στο δικαστήριο κατ΄ εξακολούθηση τον πρώτο, για ηθική αυτουργία τον δεύτερο στην κατ΄ εξακολούθηση απάτη στο δικαστήριο του πρώτου, για ψευδορκία και απάτη στο δικαστήριο την τρίτη και για ηθική αυτουργία τους πρώτο και δεύτερο στις πράξεις της τρίτης, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για τις πράξεις αυτές, β)βεβαίωσε ενόρκως, εν γνώσει του ψευδώς, το περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεώς του και γ)ισχυρίσθηκε με τη μήνυση αυτή για τον Ψ1 τα διαλαμβανόμενα σ΄ αυτήν, εν γνώσει του ψευδή, γεγονότα, δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του Ψ1 , διαλαβών στην εν λόγω μήνυση τα εξής κατά λέξη: "ο 1Ος μηνυόμενος δικηγόρος κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους με την εντολή, τις υποδείξεις και τη συνδρομή του 2ου μηνυομένου, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και να εισπράξει επιδικασθείσα σε ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο αποζημίωση υπέρ αυτού ή του πελάτη του εκ 211.220 δρχ. και να βλάψει την περιουσία μου, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ'αριθ. κατάθ. 9222/29-9-1997 εναντίον μου, κοινή με του 2ου μηνυομένου, αγωγή αποζημίωσης της ανύπαρκτης εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ (πρώην πρακτορικής ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία φέρεται μέχρι σήμερα ως ιδιοκτήτρια του υπ' αριθ. Ο1 παμπάλαιου αυτοκινήτου κατοχής του 2ου μηνυομένου, με το οποίο αυτός προκάλεσε μεταξύ μας σύγκρουση στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου στις 26-7-1996), καθώς επίσης και την υπ'αριθμ. κατάθ. 59396/4-8-1999 εναντίον μου, κοινή με του 2ου μηνυομένου, κλήση αυτής για συζήτηση, κατέθεσε τις από 12-10-2000 προτάσεις της και αυθημερόν προσθήκη-αντίκρουση αυτής, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων ψευδών, ότι πρέπει να απορριφθεί "ως κακόπιστη" η ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που προβάλαμε με τις προτάσεις μας κατά της ως άνω ανύπαρκτης εταιρείας, προσκομίζοντας ως σχετικό και επικαλούμενος στο Δικαστήριο την από 17-5-1975 και ανανεωθείσα στις 4-12-1991 ψευδή άδεια κυκλοφορίας του παραπάνω αυτοκινήτου που παράνομα κατέχει μέχρι σήμερα ο 2ος μηνυόμενος χωρίς να έχει δηλώσει την λύση της εταιρείας στις αρμόδιες αρχές και επιπλέον παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής της ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών στις 12-10-2000 εκπροσωπώντας αυτήν από κοινού με τον 2ο μηνυόμενο, παριστώντας με τον τρόπο αυτό εν γνώσει του ότι η ως άνω εταιρεία ήταν δήθεν υπαρκτή με την ως άνω επωνυμία, ότι έδρευε τάχα στην Αθήνα επί της οδού Χ.Τρικούπη 18, ότι εκπροσωπείτο νόμιμα, και ότι αυτός είχε τάχα την εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει τις παραπάνω διαδικαστικές πράξεις επ'ονόματί της, αποκρύπτοντας αθέμιτα την αλήθεια και παρασιωπώντας εν γνώσει του τα αληθινά γεγονότα, δηλαδή: α) ότι η ως άνω εταιρεία ήταν ανύπαρκτη με την ως άνω επωνυμία, και ότι κατά συνέπεια αυτός δεν είχε ούτε την εντολή, ούτε την πληρεξουσιότητα άσκησης των παραπάνω διαδικαστικών πράξεων και το γνώριζε, αφού ο 2ος μηνυόμενος εντολέας του είχε πωλήσει από το 1991 την εταιρική του μερίδα και ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν β) ότι από το 1991 η εταιρεία αυτή δεν είχε έδρα στην οδό Χ.Τρικούπη 18 αλλά είχε μεταφέρει την έδρα της στο ...... γ) ότι από το 1991 η εταιρεία αυτή είχε αλλάξει επωνυμία σε ".....", δ) ότι, επίσης από το 1991, η εταιρεία αυτή είχε καταστεί ανενεργός και ουδέποτε λειτούργησε στη νέα της έδρα ε) ότι από το 1999, η παραπάνω εταιρεία με την νέα επωνυμία είχε λυθεί και τυπικά -όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ'αριθ. 11.291/1973 και 147112/8-11-1999 εταιρικές συμβάσεις σύστασης και λύσης αντιστοίχως που καταχωρήθηκαν στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με τους αναφερόμενους εκεί αύξοντες αριθμούς και δημοσιεύθηκαν στα αναφερόμενα επίσης εκεί ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ- καταφέροντας με τον τρόπο αυτό να παραπλανήσει τη δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρία Λεπενιώτη ώστε να εκδώσει την υπ'αριθ. 4718/26-9-2001 προσωρινά εκτελεστή και με προσωπική μου κράτηση απόφασή της, με την οποία καταδικάσθηκα να καταβάλω εντόκως το ποσόν των 106.200 δρχ. στην παραπάνω ανύπαρκτη εταιρεία και κατά συνέπεια να βλάψει έτσι παράνομα την περιουσία μου. Επιπλέον, ο 1ος μηνυόμενος δικηγόρος κατά τους παρακάτω τόπο και χρόνους με την εντολή, τις υποδείξεις και τη συνδρομή του 2ου μηνυομένου, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 4.275.000 δρχ. υπέρ του πελάτη του και να βλάψει την περιουσία μου, έπεισε την ίδια δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρία Λεπενιώτη, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς, με τις παραπάνω από 12/10/2000 προτάσεις του, καθώς και με τις με ίδια ημερομηνία αντίθετες προτάσεις του κατά της συνεκδικασθείσης από 13-7-1998 αγωγής μου εναντίον του 2ου μηνυομένου ότι τάχα είχα καταδικασθεί τελεσίδικα με την υπ'αριθ. 56418/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών για τα αδικήματα της απλής σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας εξύβρισης, απειλής, βλασφημίας, αυτοδικίας και παράβασης αρθ.19 παρ.2, Ν.2294/92 εις βάρος του 2ου μηνυομένου και ότι δήθεν αποδέχθηκα την παραπάνω απόφαση και δεν άσκησα έφεση κατά αυτής, αποκρύπτοντας αθέμιτα την αλήθεια και παρασιωπώντας εν γνώσει του τα αληθή γεγονότα, ότι δηλαδή άσκησα αυθημερόν την υπ'αριθ. 4.917/28-9-1998 έφεσή μου κατά της παραπάνω απόφασης και ότι αθωώθηκα για τα 2 τελευταία αδικήματα, γεγονότα που γνώριζε ο 1ος μηνυόμενος, αφού αυτός με είχε συμβουλεύσει να πράξω έτσι εξαιτίας του ότι στερήθηκα την παρουσία της συνηγόρου και των μαρτύρων υπεράσπισής μου κατόπιν δικής του απατηλής προς το δικαστήριο επέμβασης και απόρριψης εν συνεχεία του αιτήματος αναβολής που προέβαλα στο πρόσωπο της συνηγόρου μου, με αποτέλεσμα η παραπάνω δικαστής να παραπλανηθεί και να εκδώσει την υπ'αριθ.4718/26-9-2001 προσωρινά εκτελεστή και με προσωπική μου κράτηση απόφασή της, με την οποία καταδικάσθηκα να καταβάλω εντόκως το ποσό των 963.020 δρχ, στον 2ο μηνυόμενο ως αποζημίωσή του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιπρόσθετα, ο 1ος μηνυόμενος δικηγόρος κατά τους παρακάτω τόπο και χρόνους με την εντολή, τις παραινέσεις και συνδρομή του 2ου μηνυομένου με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος 4.486.220 δρχ. υπέρ του πελάτη του και να βλάψει την περιουσία μου, έπεισε την ίδια δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κα Μαρία Λεπενιώτη να λάβει υπόψιν της τις με ημερομηνία τάχα από 12-10-2000, αλλά κατατεθείσες εκπρόθεσμα στις 16-10-2000 προτάσεις του 2ου μηνυομένου και της ανύπαρκτης εταιρείας ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ καθώς και τα επικαλούμενα με αυτές 18 σχετικά έγγραφα, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς ότι οι παραπάνω προχρονολογημένες προτάσεις και τα σχετικά κατατέθηκαν δήθεν εμπρόθεσμα στο ακροατήριο, αποκρύπτοντας αθέμιτα την αλήθεια και παρασιωπώντας εν γνώσει του τα αληθή γεγονότα, ότι οι ως άνω προτάσεις, καθώς και τα 32 τελικά κατατεθέντα από αυτόν σχετικά έγγραφα, δεν κατατέθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την Πέμπτη 12/10/2000 όπως βεβαιώνεται σε αυτές, αλλά εκπρόθεσμα τη Δευτέρα 15/10/2000 και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψιν, διότι αυτός είχε προηγουμένως λάβει γνώση των προτάσεων μας και του προσκομιζόμενου από εμάς υπ. αριθ. 4000/2000 απαλλακτικού Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών, το οποίο εξεδόθη "απροσδόκητα" κατ' αυτόν, οπότε και έσπευσε να συντάξει έφεση κατά του παραπάνω βουλεύματος την οποία ο 2ος μηνυόμενος κατέθεσε την Δευτέρα 16/10/2000 ημερομηνία κατά την οποία έληγε η προθεσμία προσθήκης-αντίκρουσης, οπότε ήταν εντελώς αδύνατο ο μηνυόμενος δικηγόρος να είχε προλάβει να την "επικαλεσθεί και να την προσκομίσει" με τις από 12/10/2000 προτάσεις του υπό στοιχ. 13, με .συνέπεια να γίνεται φανερό ότι οι προτάσεις αυτές δεν κατατέθηκαν στις 12/10/2000, αλλά εκπρόθεσμα στις 16/10/2000- όπως προκύπτει από την ημερομηνία κατάθεσης της παραπάνω έφεσης, αλλά και από τα ομολογούμενα στην συνταχθείσα δήθεν αυθημερόν, με τις προτάσεις, προσθήκη-αντίκρουση. δηλαδή ότι: "...μετά από το 4000/2000 Βούλευμα που εξεδόθη ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ, ... ΗΔΗ ΑΣΚΗΣΑΜΕ νόμιμα ΤΗΝ ΑΠΟ 16.10.2000 ΕΦΕΣΗ ΜΑΣ προς το ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛ10 ΕΦΕΤΩΝ".... "εξεδόθη το 4000/2000 Βούλευμα, απαλλακτικό, ... κατά του οποίου ασκήσαμε την από 16.10.2000 ΕΦΕΣΗ ΜΑΣ, επίσημο αντίγραφο της οποίας προσάγομε και επικαλούμεθα ενιαίως με τις παρούσες μας" - θέτοντας έτσι υπό σοβαρή αμφισβήτηση τη γνησιότητα της σφραγίδας και της δυσανάγνωστης μονογραφής της αρμοδίας γραμματέως του Μόν. Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι οι προτάσεις αυτές κατατέθηκαν δήθεν στο ακροατήριο του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών στις 12/10/2000, με συνέπεια έτσι· να παραπλανηθεί η παραπάνω δικαστής να λάβει υπόψιν της τις παραπάνω προτάσεις και τα προσκομιζόμενα έγγραφα και να εκδώσει έτσι "αντιμωλία", την παραπάνω υπ αριθ. 4718/26-9-2001 προσωρινά εκτελεστή με προσωπική μου κράτηση απόφαση της, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή, και με καταδίκασε να καταβάλω εντόκως το ποσόν των 1.069.220 δρχ. στον 2° μηνυόμενο και την εταιρεία ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ, αντί να απορρίψει την αγωγή τους λόγω ερημοδικίας. Τέλος ο 1ος μηνυόμενος δικηγόρος κατά τους παραπάνω τόπο και χρόνους με την εντολή, τις παραινέσεις και συνδρομή 2ου μηνυομένου με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος υπέρ του πελάτη του, να ωφελήσει αυτόν και να βλάψει την περιουσία μου, έπεισε την ίδια δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρία Λεπενιώτη, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς όλα τα προαναφερθέντα, αποκρύπτοντας αθέμιτα την αλήθεια και παρασιωπώντας εν γνώσει του τα παραπάνω αληθή γεγονότα, κατάφερε να παραπλανήσει την παραπάνω δικαστή να εκδώσει την υπ. αριθ. 4721/26-9-2001 μη οριστική απόφαση με την οποία αυτή ανέστειλε την εκδίκαση της συνεκφωνηθείσας αγωγής αποζημίωσης εμού και της οικογενείας μου εναντίον του 2ου μηνυομένου. με συνέπεια έτσι να βλάψει περαιτέρω την περιουσία μας με το ποσόν των 3.663.488 δρχ., λόγω της διαιωνιζόμενης καθυστέρησης αποζημίωσής μας εκ της προαναφερθείσας σύγκρουσης. Περαιτέρω οι 1ος και 2ος μηνυόμενοι. ως ηθικοί αυτουργοί με δόλο και σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος 4.486.220 δρχ. και να βλάψουν την περιουσία μου, υπέδειξαν, παρότρυναν και έπεισαν την τρίτη μηνυομένη, ασφαλίστρια, κόρη του 2ου να καταθέσει ένορκα στις 12/10/2000 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εν γνώσει της τα κατωτέρω ψευδή στοιχεία και περιστατικά, καθώς και να παραπλανήση με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση των αληθινών τη δικαστή του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Λεπενιώτη, με αποτέλεσμα αυτή να εκδώσει την υπ. αριθ. 4718/2001 απόφαση με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την 9222/29-9-1997 εναντίον μου αγωγή του 2ου μηνυομένου και της ανύπαρκτης εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ και με καταδίκασε να καταβάλω εντόκως σε αυτούς το συνολικό ποσό των 1.069.220 δρχ. Ειδικότερα η 3η μηνυόμενη. με σκοπό να αποκομίσει ο 2ος μηνυόμενος πατέρας της και η ανύπαρκτη εταιρεία ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ παράνομο περιουσιακό όφελος 4.486.220 δρχ., έβλαψε την περιουσία μου; παραπλανώντας την δικαστή του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Λεπενιώτη, να εκδώσει την υπ. αριθ. 4718/26-9-2001 προσωρινά εκτελεστή και με προσωπική μου κράτηση απόφασή της, με την οποία καταδικάσθηκα να καταβάλω εντόκως σε αυτούς το συνολικό ποσό των 1.069.220 δρχ., με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, και συγκεκριμένα εξεταζόμενη ως μάρτυρας ένορκα στις 12/10/2000 στο ακροατήριο του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών επί της υπ'αριθ. κατάθ. 9222/29-9-1997 εναντίον μου αγωγής του πατέρα της και της ανύπαρκτης εταιρείας ΤΡΙΑΝΤ ΕΠΕ με σκοπό και δόλο να βοηθήσει αυτούς να αποκομίσουν το ως άνω παράνομο περιουσιακό όφελος κατέθεσε, εν γνώσει της ότι είναι ψευδή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Είμαι κόρη του ενάγοντος. Δεν ήμουνα παρούσα στο σύμβαση 26-7-1996 Αθήνα προς Κόρινθο πήγαινε ο πατέρας μου. Ήταν μόνος του. Το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην ΕΛΒΕΤΙΑ και ήδη ALLIANZ. Ημέρα Παρασκευή και ώρα 2.30 μεσημέρι ήταν. Ο δρόμος ήταν διπλής κυκλοφορίας με 3-4 λωρίδες η κάθε κατεύθυνση. Υπήρχαν σε κάποια σημεία διαζώματα. Από αριστερά στη δεύτερη λωρίδα εκινείτο ο πατέρας μου με 80 χλμ. Υπήρχε δίπλα λωρίδα ελεύθερη. Ο X1 τον προσπέρασε από αριστερά. 'Έκοψε το τιμόνι απότομα δεξιά όταν ήταν δίπλα- στον πατέρα μου, ήταν πολύ οργισμένος. Το πίσω αριστερό του X1 διορθώνω, το πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του και το πίσω αριστερό του πατέρα μου χτυπήθηκαν, το μεσαίο και πίσω μέρος του πατέρα μου. Μετά από 300 μ. σταμάτησαν. Του X1 μου είπαν, ότι ήταν και η γυναίκα του. Σταμάτησε και βγήκε ο X1 από το αυτοκίνητο. Τράβηξε τον πατέρα μου κλωτσώντας τοαυτοκίνητο. Η γυναίκα του προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. Του επέστρεψε το τσαντάκι που του είχε πάρει. Έσπασε τα γυαλιά του. Αντάλλαξαν στοιχεία. Για το τρακάρισμα δεν είπαν τίποτε. Δεν ξέρω γιατί ήταν οργισμένος. Έβριζε και χτυπούσε τον πατέρα μου-"πούστη" του έλεγε, έβριζε τα θεία. Τον έριξε και στο οδόστρωμα, έπαθε κακώσεις στα πλευρά. Μισή ώρα σταμάτησε ο πατέρας μου μετά σ' ένα βενζινάδικο. Ο X1 τον ακολουθούσε. Θεωρώ ότι είχε κάποιο πρόβλημα. Του άνοιξε το τσαντάκι και του πήρε την ταυτότητα του. Δεν ξέρω αν του έλειπε τίποτε από τα στοιχεία και τον ακολουθούσε. Πήγε ο γιατρός στο σπίτι και τον πήγε στο Νοσοκομείο. Το αυτοκίνητο δεν το- έχουμε φτιάξει. Ευθυγράμμιση στην μπροστινή και πίσω πόρτα, στον ουρανό, συνολικά 211.000 δρχ χρειάζονται. Στο νοσοκομείο υπάρχει έκθεση σχετική. Έδωσε στο γιατρό 30.000 δρχ. Ήταν οικονομικός διευθυντής στο Δήμο Αθηναίων, · για δέκα μέρες δεν εργάστηκε. Παίρνει γύρω στις 20.000 ημερησίως. Όσα καταθέτω τα γνωρίζω από τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν υπήρχε μάρτυρας. Πάντα φοράει ζώνη ασφαλείας ο πατέρας μου. Καλέσαμε καρδιολόγο-παθολόγο, γιατί ήταν ο πιο κοντινός γιατρός στο εξοχικό μας." Με αυτές τις παραδοχές το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, ως προς τη γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας των ισχυρισμών του που αφορούν σε όλες τις καταμηνυσθείσες απ' αυτόν πράξεις της απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, υπάρχει πλήρης αιτιολογία από την έμμεση πλην σαφή παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια αυτή, την οποία είχε πληροφορηθεί από τη δικηγόρο αδελφή του, που έχει ειδικές νομικές γνώσεις, ενώ, περαιτέρω, η ίδια γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές του ισχυρισμού του ότι η κατάθεση της Ζ2 ήταν αναληθής, αιτιολογείται πλήρως από το ότι ο σχετικός ισχυρισμός του φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη των συνθηκών του ατυχήματος, λόγω της εμπλοκής του σ' αυτό, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, κατά το μέρος που αναπτύσσεται στο αναιρετήριο υπό τους αριθμούς 1,2 και 3 και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη θεμελίωση του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, περαιτέρω, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την απολογία του κατηγορουμένου και δεν συνεκτίμησε τα επισημαινόμενα εννέα αναγνωσθέντα έγγραφα, είναι επίσης αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και, ειδικότερα, κατά μεν την πρώτη αιτίαση, διότι δεν υπήρξε απολογία του κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τη συνήγορό του, όπως προεκτέθηκε, κατά δε τη δεύτερη αιτίαση, διότι, από τη μνεία στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει αναμφιβόλως ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα ως άνω εννέα έγγραφα. Η εμπεριεχόμενη δε στην τελευταία αυτή αιτίαση διαφορετική υπό του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απαράδεκτη. Μετά ταύτα, πρέπει, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 183, 176 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του X1 περί αναιρέσεως της 9800/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ