Αριθμός 71/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη και 3) Χ3, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βάη, περί αναιρέσεως της 3628/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κρεμμύδα, 3)Ζ3 , που δεν παρέστη, 4) Ζ4, 5) Ζ5, 6) Ζ6, 7) Ζ7 και 8) Ζ8, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κρεμμύδα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29.12.2005, 28.12.2005 και 27.12.2005 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, και στους από 18.9.2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα: α) 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, β) 314 παρ. 1α ιδίου Κώδικα, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών, και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του αυτού Κώδικα, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Όταν, όμως, τα πιο πάνω εγκλήματα είναι απότοκα της συντρέχουσας αμέλειας περισσοτέρων του ενός προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται, ως προς την ευθύνη του, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Περαιτέρω, η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από εκουσία ανάληψη της υποχρεώσεως παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου που εδημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η πιο πάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς (και όχι αρνητικούς της κατηγορίας) ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον αυτοί προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ομοίως, κατά το άρθρο 139 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου, έστω και αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις έχει εκδώσει, με συνέπεια η έλλειψη να ιδρύει τον ίδιο λόγο αναιρέσεως. Για την ύπαρξη της πιο πάνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, η οποία ιδρύει τον από τοπ άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεχθέν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται. Ότι, οι αναιρεσείοντες, στην Άνω Βούλα Αττικής, στις 15.7.1999 και περί ώρα 11.30, ως Αντιπύραρχος, Διοικητής του ..Πυροσβεστικού Σταθμού Αθηνών, ο Χ1, Υποδιοικητής ο Χ2 και Πυρονόμος, υπεύθυνος γραφείου κινήσεως ο Χ3 του ως άνω Σταθμού, επέφεραν τον θάνατο και τη σωματική βλάβη άλλων από συγκλίνουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους αν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια, λόγω της ιδιότητάς τους και των καθηκόντων που αυτή συνεπάγονταν και μπορούσαν να πράξουν με βάση τις προσωπικές τους ικανότητες και λόγω της υπηρεσίας τους. Συγκεκριμένα, όλοι οι κατηγορούμενοι, με τα προσόντα και ιδίως την πολυετή εμπειρία τους σε πυροσβεστικά οχήματα, που ο καθένας τους διέθετε, είχαν την δυνατότητα να προβλέψουν, μετά την καταγραφή στο δελτίο κινήσεως στις 10 Ιουλίου 1999, της οποίας έλαβαν αμέσως γνώση, του παρατηρηθέντος από τον οδηγό πυροσβέστη ...., ότι η κυκλοφορία του συγκεκριμένου υπ' αριθ.....οχήματος, προοριζομένου κυρίως για δύσβατες περιοχές, δεν ήταν ασφαλής και μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ή εμπλοκή του σε οδικό συμβάν, απότοκος του οποίου θα ήταν η θανάτωση ή ο τραυματισμός του πληρώματος τούτου. Πράγματι, δοθέντος ότι η επέμβαση του οχήματος σε έκτακτο συμβάν δεν θα μπορούσε να γίνει με ταχύτητα αδρανή ως προς την επέλευση δυσμενών αποτελεσμάτων, αλλά με ταχύτητα αρκούντως δικαιολογημένη από την επιβαλλόμενη ακριβώς από την ανάγκη άμεσης, άλλως ταχείας, επέμβασης, προϋποτίθεται ότι όλα τα συστήματα του οχήματος θα πρέπει να λειτουργούν απόλυτα ασφαλώς. Παρά ταύτα, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ανέλαβαν τον κίνδυνο για την κυκλοφορία του άνω οχήματος, καίτοι αυτή δεν εκρίνετο εκ των πραγμάτων ασφαλής. Ειδικότερα, κατά μήνα Μάιο 1999 το Πυροσβεστικό Σώμα απέκτησε από δωρεά του "ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Σ. ΝΙΑΡΧΟΥ" δεκαπέντε (15) πυροσβεστικά οχήματα κατασκευής του γαλλικού εργοστασίου RENAULT και υπερκατασκευής του εργοστασίου CAMIVA για τις ανάγκες κυρίως της δασοπυρόσβεσης. Τα ανωτέρω οχήματα ήταν άγνωστα στο Π.Σ., το οποίο, ως αμιγώς μηχανοκίνητο Σώμα, εγνώριζε τα πυροσβεστικά οχήματα των εργοστασίων MERCEDES, UNIMOG και MAGIRUS DEUTSCH. Τα άνω οχήματα τύπου RENAULT..... 4Χ4 ιπποδύναμης 200 ίππων προορίζονταν κυρίως για κακοτράχαλους δρόμους. Το υπ' αριθ. ....όχημα τέθηκε σε υπηρεσία στις 11.6.1999 στον ..Πυροσβεστικό Σταθμό Αθηνών. Στις 10 Ιουλίου 1999, ο πυροσβέστης του ...Πυροσβεστικού Σταθμού Αθηνών με έδρα ....., μετά το πέρας της περιπολίας του, σημείωσε στο Δελτίο Κινήσεως ότι στο υπ' αριθ.....όχημα, εν εκ των 15 δωρηθέντων οχημάτων, "παρατηρήθηκε ότι κατά το φρενάρισμα το όχημα "τραβάει" έντονα δεξιά". Η παρατήρηση αυτή, ενόψει του γεγονότος ότι, λόγω της διαρρύθμισης της αποθήκης (δεξαμενής) ύδατος με κάθετα ενδιάμεσα τοιχώματα κατά μήκος και κατά πλάτος, όταν αυτή είναι πλήρης, δεν παρουσιάζει κίνηση του υγρού και συνεπώς δεν μπορεί να προκαλέσει αποσταθεροποίηση του οχήματος, έπρεπε να αποτελέσει άνευ ετέρου λόγο άμεσης εκτίμησης και κυρίως ελέγχου της οδικής συμπεριφοράς του οχήματος με πλήρη την εξέταση της αιτιολογίας του ελαττώματος από τους μηχανολόγους του Π.Σ. και, τούτων μη υπαρχόντων, από μηχανολόγους του ιδιωτικού τομέα, προς ουσιαστική διερεύνηση (μεταγενέστερες του χρόνου του ατυχήματος αναφορές οδηγών παρομοίων οχημάτων τονίζουν την επικινδυνότητα για την κατά το φρενάρισμα παρέκκλιση τούτων, όχι μόνον για τα πληρώματα και τα οχήματα, αλλά και για τους λοιπούς χρήστες της οδού). Παρά ταύτα, όμως, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, με την ιδιότητα του Διοικητή και Υποδιοικητή του ...Πυροσβεστικού Σταθμού Αθηνών, αντίστοιχα, υπεύθυνων για την εύρυθμη λειτουργία του Σταθμού, επαφιέμενοι στην γνώμη του τρίτου κατηγορουμένου, προϊσταμένου κίνησης του αυτού Σταθμού, υπεύθυνου για την καλή λειτουργία των οχημάτων, ο οποίος, κατά την απολογία του (έτερο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει αυτήν), την πρωϊα της 15 Ιουλίου 1999 προέβη σε δοκιμές εμπειρικής αποκλειστικά φύσεως για 15', επέτρεψαν την ενεργό συμμετοχή του άνω υπ' αριθ. ....οχήματος στη σχετική περιπολία. Το όχημα τούτο πράγματι με πλήρωμα τους Ζ4, Πυροσβέστη επικεφαλής, ...., Πυροσβέστη οδηγό και ...., Πυροσβέστρια, ξεκίνησε από τον ...Πυροσβεστικό Σταθμό στις 8 περίπου π.μ. της 15 Ιουλίου 1999, χωρίς μάλιστα καμιά ενημέρωσή τους για την διατυπωθείσα τουλάχιστον υποψία περί ελλειπούς οδικής συμπεριφοράς του οχήματος. Από τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτει ότι μοναδική και μάλιστα προφορική γενική οδηγία είχαν οι οδηγοί να μην αναπτύσσουν ταχύτητα άνω των 60 χ/ω. Την 11.25 π.μ. και ενώ το όχημα βρισκόταν στη θέση Πανόραμα Βούλας, ελήφθη σήμα επείγουσας μετακίνησής του προς τη θέση "....." Βάρης όπισθεν της Σχολής Ευελπίδων. Το όχημα, πλήρες φορτίου με το άνω πλήρωμα και οδηγό τον εκ τούτων Πυροσβέστη ....., διήνυσε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου επί ασφαλτοστρωμένης οδού πλάτους 5 μέτρων, κατασκευασθείσας για στρατιωτικούς λόγους, έφτασε στη θέση "....." και σε σημείο που η οδός παρουσίαζε το μεν δεξιόστροφη καμπύλη, το δε κατωφέρεια σε σχέση με την πορεία του, εξετράπη της πορείας του αριστερά και κατέπεσε σε σπηλαιοπηγάδα βάθους 30 μ. περίπου με αποτέλεσμα να φονευθούν ο επικεφαλής του πληρώματος Ζ5 και ο οδηγός του οχήματος ....και να τραυματισθεί σοβαρά το τρίτο μέλος του πληρώματος Πυροσβέστρια ....αφενός και αφετέρου να καταστραφεί ολοκληρωτικά το πυροσβεστικό όχημα. Τα ανευρεθέντα ίχνη α) στον τόπο του ατυχήματος ήταν κυρίως αποτύπωμα ελαστικού επί της ασφάλτου, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος προς τον κρημνό και β) στο παραμορφωμένο όχημα το δεξιό ελαστικό, το οποίο στην εσωτερική πλευρά του έφερε τομή σχήματος "Λ" και πλάγια λωρίδα και για το λόγο αυτό διατυπώθηκα διαφορετικές απόψεις από τους πραγματογνώμονες, οι οποίοι πράγματι κατατόπισαν το Δικαστήριο σε πολλά σημεία. Από πλευράς μαρτύρων μοναδική αυτόπτης μάρτυρας υπήρξε το τρίτο μέλος του πληρώματος, Πυροσβέστρια ...., η κατάθεση της οποίας δεν ήταν εξαιρετικά διαφωτιστική. Αιτία του άνω ατυχήματος κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ήταν το ελάττωμα που παρουσίαζε το άνω υπ' αριθ. ...όχημα κατά το φρενάρισμα. Ειδικότερα, καθόν χρόνο το άνω όχημα με ταχύτητα 30-35 χ/ω, εισήλθε στην δεξιόστροφη καμπύλη της άνω οδού, η από την οποία διέλευση του οχήματος μπορούσε να γίνει ασφαλώς και με ταχύτητα 79 χ/ω, ο οδηγός τούτου, για να μειώσει έτι περισσότερο τη μικρή ούτως ή άλλως ταχύτητά του, φρενάρισε, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει το όχημα προς τα δεξιά και να κατευθυνθεί προς τους πέραν της οδού βράχους. Ο οδηγός τότε για να αποφύγει την πρόσκρουση με τους βράχους, προσπάθησε να επαναφέρει το όχημα στην ορθή πορεία του κατευθύνοντας τούτο προς τα αριστερά, αλλά το οπίσθιο δεξιό ελαστικό, συνεπεία της εξαιρετικής επιβάρυνσής του, διερράγη (κλατάρισε) και το όχημα παρέμεινε ακυβέρνητο και αφού διήλθε λοξοειδώς το κατάστρωμα της οδού, κατακρημνίστηκε στην πλαγιά του βουνού και κατέληξε σε σπηλαιοπηγάδα (φυσικό πηγάδι) βάθους 30 μ. Το ατύχημα πληροφορήθηκε στις 12.16 η Π.Υ. από υπάλληλο της δημοτικής αστυνομίας Βούλας, ο οποίος ανεύρε τραυματισμένη την Πυροσβέστρια ....σε κατάσταση σοκ. Ο ισχυρισμός ότι το όχημα εκινείτο με ταχύτητα άνω ή πέριξ των 79 χ/ω, η οποία αποτελεί για τη συγκεκριμένη στροφή την κρίσιμη ταχύτητα εκτροπής ή έστω με ταχύτητα απρόσφορη για τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν αποδείχθηκε, αλλά ουδέ πόρρωθεν πιθανολογήθηκε, αφού πρωτίστως κανένα από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσεν ότι ο άνω οδηγός ανέπτυσσε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ανεπίτρεπτη, αν όχι υπερβολική, ταχύτητα. Αιτία λοιπόν του άνω τροχαίου συμβάντος ήταν αποκλειστικά το άνω ελάττωμα του οχήματος κατά την πέδηση, για το οποίο οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ενημερώσει τον οδηγό του οχήματος. Οι κατηγορούμενοι, συνεπώς, ως εκ της ιδιότητάς τους, μπορούσαν να προβλέψουν ασφαλώς ότι το αναφερθέν στις 10΄7.1999 ελάττωμα της κατά την πέδηση παρέκκλισης του οχήματος προς τα δεξιά και μάλιστα "έντονα" ήταν πιθανόν να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών στο πλήρωμά του, ακόμη δε και την θανάτωση μελών τούτου, ιδίως μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι τα οχήματα αυτά του εργοστασίου RENAULT ήταν τότε, ως άρτι παραληφθέντα και μη επαρκώς δοκιμασθέντα, άγνωστα κατά την συμπεριφορά τους στους υπαλλήλους του Π.Σ., ενώ εκινούντο και σε περιοχές ορεινών όγκων με χαράδρες, σε οδικό δίκτυο μη ικανοποιητικό κλπ. Όφειλαν, λοιπόν, οι εκκαλούντες, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος (άρθρα 17 και 18) που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 210/1992, να θέσουν εκτός υπηρεσίας το όχημα υπ' αριθ. ....μέχρις ότου υπεύθυνοι τεχνικοί αποφανθούν για το εμφανισθέν ελάττωμα και καταλήξουν στην κρίση για την ασφαλή κυκλοφορία του σύμφωνα με τον προορισμό του, ακόμη και στην περίπτωση που, όπως προαναφέρθηκε, ο τρίτος των κατηγορουμένων προέβη σε εμπειρικές δοκιμές της συμπεριφοράς του οχήματος, για την πραγματοποίηση των οποίων δεν πείθεται το Δικαστήριο, αφού μοναδικό περί αυτής στοιχείο είναι η απολογία του τρίτου κατηγορουμένου. Θα πρέπει, συνεπώς, οι εκκαλούντες να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, όπως και πρωτοδίκως. Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την αξιουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 και 314 παρ. 1α σε συνδ. με άρθρο 315 παρ. 1Β ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, αντιφατικών ή ελλειπών αιτιολογιών και έτσι αυτή (απόφαση) δεν στερείται νομίμου βάσεως. Σημειώνεται ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, αλλ' αρκεί το γεγονός, ότι ελήφθησαν υπόψη και απολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους και όχι μόνο μερικά από αυτά. Από το σκεπτικό της αποφάσεως και ιδιαίτερα από την περικοπή αυτού "....... Και για το λόγο αυτό διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις από τους πραγματογνώμονες" σαφώς προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των .....και ....και ..... Προσθέτως, εφόσον το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως .......", παρέπεται ότι έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των πολιτικών εναγόντων, οι οποίοι είναι οι κατ' εξοχήν μάρτυρες κατηγορίας, που δόθηκαν χωρίς όρκο και δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ποίοι μάρτυρες εξετάστηκαν χωρίς όρκο και ποίοι με όρκο. Η αντίθετη μνεία στο έντυπο τμήμα του σκεπτικού της αποφάσεως "περί ενόρκως" εξετασθέντων μαρτύρων, πρέπει να αποδοθεί στην, από αβλεψία, μη κατάλληλη προσαρμογή του τμήματος τούτου του εντύπου. Περαιτέρω, η παραδοχή της αποφάσεως, ότι η ταχύτητα του οχήματος, κατά τον χρόνο εισόδου τούτου στην δεξιόστροφη καμπύλη της οδού ήταν 30-35 χ/ω δεν είναι ενδοιαστική με την παρακάτω εκφερομένη κρίση της (αποφάσεως), ότι δηλαδή η διέλευση του οχήματος από την στροφή μπορούσε να γίνει και με ταχύτητα 79 χ/ω, γιατί με αυτή την κρίση του το δικαστήριο θέλει να τονίσει ότι μπορούσε ακινδύνως το όχημα να διέλθει από την στροφή και με την ταχύτητα αυτή (79 χ/ω) αν δεν είχε το προπεριγραφέν ελάττωμα στα φρένα. Σημειώνεται ακόμη, ότι η απόφαση δεν στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μη εξειδικεύουσα τη συγκεκριμένη βλάβη των φρένων, σημείο του συστήματος πέδησης που παρουσιάστηκε η βλάβη αυτή και τον πραγματογνώμονα που την διέγνωσε. Προσθέτως, η αιτιολογία δεν καθίσταται αντιφατική από την κρίση της ότι η επέμβαση του οχήματος σε έκτακτο συμβάν δεν θα μπορούσε να γίνει με ταχύτητα αδρανή, αλλά με ταχύτητα άμεσης επέμβασης, αφού το τελευταίο προϋποθέτει όχημα, του οποίου όλα τα συστήματα είναι ασφαλή. Τέλος, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια και πληρότητα εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την συγκλίνουσα αμέλεια ενός εκάστου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, την ιδιότητα που καθένας από αυτούς είχε και την υποχρέωσή τους να διαμορφώσουν ασφαλείς συνθήκες για την ζωή και την σωματική ακεραιότητα των υπηρετούντων στον πυροσβεστικό σταθμό πυροσβεστών, με την παροχή σ' αυτούς κατάλληλης εκπαιδεύσεως και κυρίως με την χορήγηση σ' αυτούς και κατά τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης λειτουργούντων τεχνικών και μηχανικών μέσων, ενώ έπρεπε, παραλλήλως, να φροντίζουν αυτοί (αναιρεσείοντες) και για τη συντήρηση των μέσων αυτών και κυρίως των ανηκόντων στη δύναμη πυροσβεστικών οχημάτων, υποχρέωση που απορρέει από τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση ήσαν υποχρεωμένοι, ως εκ των καθηκόντων τους να γνωρίζουν το ελάττωμα του πυροσβεστικού οχήματος μετά την υπόδειξη του ελέγξαντος το όχημα αυτό πυροσβέστη ....και να προβούν στην άρση αυτού. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων καθώς και των προσθέτων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων (της αιτήσεως του Χ1 και του δικογράφου των προσθέτων Χ3) (άρθρο 510 παρ. 1Ε ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, καθό δε μέρος ο πρώτος των ως άνω λόγων βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Επίσης και η ειδικότερη αιτίαση του εκ των αναιρεσειόντων Χ2, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, προς τον σκοπό διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, γιατί το Εφετείο, εκτός της ρητής και αιτιολογημένης απορρίψεως του αιτήματος τούτου, το απέρριψε και εκ του πράγματος με την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του ως προς την ενοχή των αναιρεσειόντων, ώστε να μη χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως. Κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του ΠΚ, η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο αποκλεισμού του καταλογισμού, δηλαδή αποκλείει τον δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια. Άρα, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που τελούνται από μη συνειδητή αμέλεια. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ3, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την απόρριψη του "αυτοτελούς" αυτού ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης, συνισταμένου (του ισχυρισμού του) εις το ότι δεν διέγνωσε τη βλάβη στο σύστημα φρένων, παρά την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, γιατί αγνοούσε τις κατασκευαστικές αδυναμίες του οχήματος που αποκάλυψε η RENAULT 1 1/2 χρόνο μετά το δυστύχημα και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει ότι οι αδυναμίες αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον θάνατο και στον τραυματισμό των συναδέλφων του, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, γιατί, σύμφωνα με τα προαναπτυχθέντα δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να απαιτείται το δικαστήριο να του απαντήσει, σε περίπτωση απορρίψεώς του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλ' (αποτελεί) αρνητικόν της κατηγορίας ισχυρισμό γιατί αναφέρεται στη μη δυνατότητα προβλέψεως (και αποφυγής) του αξιοποίνου αποτελέσματος. Εν πάση περιπτώσει το Εφετείο με τις παραδοχές του, όπως αυτές παραπάνω εξετέθησαν, απέρριψε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό αυτό. Κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 2 ΚΠΔ δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 510 και 484 ΚΠΔ δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκ των αναιρεσειόντων Χ3, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητα, διατεινόμενος ότι λήφθηκε υπόψη η μαρτυρία των μαρτύρων ...., ....και ...., οι οποίοι, κατά την κατάθεσή τους στο ακροατήριο επικαλέστηκαν πληροφορίες, χωρίς να κατονομάσουν την πηγή τους, σύμφωνα με το άρθρο 224 παρ. 2 ΚΠΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, ναι μεν το δικαστήριο οφείλει να μη λάβει υπόψη κατάθεση μάρτυρα που δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, πλην όμως η εκτίμηση της καταθέσεως αυτής, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθιδρύει λόγο αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2 και 3 και 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, οσάκις ο διευθύνων τη συζήτηση δίδει, κατ' αίτηση των διαδίκων τον λόγο σ' αυτούς, προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για κάθε θέμα που αφορά τη συζητουμένη υπόθεση, αν εκείνος που εζήτησε και έλαβε το λόγο, είναι ο κατηγορούμενος, δεν υποχρεούται μετά την απάντηση του Εισαγγελέα και των διαδίκων, να δώσει εκ νέου σ' αυτόν (κατηγορούμενο) τελευταία το λόγο. Μόνο δε αν ζητήσει ο κατηγορούμενος και πάλι το λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και προσφύγει αυτός αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο αρνηθεί να του δώσει το λόγο, επέρχεται, κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτός, ως άνω αναιρεσείων (Χ3) με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι "το δικαστήριο", μετά την απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέως επί του υποβληθέντος υπ' αυτού αιτήματος, όπως μη ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις των πιο πάνω αναφερθέντων τριών μαρτύρων, λόγω του ότι αυτοί δεν κατονόμασαν την πηγή των πληροφοριών τους, δεν έδωσε εκ νέου εις αυτόν τον λόγο. Όπως, όμως, προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, μετά την κατά τα άνω πρόταση του Εισαγγελέως επί του υποβληθέντος αιτήματος αυτού (αναιρεσείοντος), ο τελευταίος δεν εζήτησε το λόγο παρά του διευθύνοντος τη συζήτηση (ούτε άλλωστε και αυτός επικαλείται τούτο) πριν από την επ' αυτού έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως του δικαστηρίου. Επομένως, εκ του ότι δεν δόθηκε στον αναιρεσείοντα εκ νέου ο λόγος μετά την υποβολή του ως άνω αιτήματός του και την επ' αυτού πρόταση του Εισαγγελέως, ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ομοίως, η αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος που διατυπώνεται με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου, περί απόλυτης, δηλαδή, ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται (άρθρα 171 παρ. 1δ, 510 παρ. 1Α ΚΠΔ) και η οποία (απόλυτη ακυρότητα) επήλθε, διότι δεν επετράπη στο συνήγορό του να κάνει χρήση φωτογραφικού υλικού κατά τις ερωτήσεις του προς μάρτυρα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών (σελίς 78), μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί του υποβληθέντος αιτήματος του πληρεξουσίου της πολιτικής αγωγής, η διευθύνουσα τη συζήτηση έδωσε τον λόγο στον συνήγορο του ως άνω αναιρεσείοντος και εντεύθεν ουδεμία ακυρότης δημιουργήθηκε. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως, των τριών αιτήσεων καθώς και των προσθέτων λόγων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από: α) 29.12.2005, β) 28.12.2005 και γ) 27.12.2005 αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, καθώς και τους από 18.9.2006 πρόσθετους λόγους του τελευταίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3628/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ