Αριθμός 1023/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως: Α)του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που στρέφεται κατά των κατηγορουμένων 1)Χ1 , που δεν παρέστη και 2)Χ2 που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς να είναι δικηγόρος και Β)του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, περί αναιρέσεως της 2404/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 . Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και 1)ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, ως προς το αθωωτικό της μέρος, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/18-10-2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και 2)ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, ως προς το καταδικαστικό της μέρος, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1643/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να απορριφθεί δε ως αβάσιμος η αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δύο αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι: α) η πρώτη με χρονολογία 28 Σεπτεμβρίου 2006 του κατηγορουμένου Χ1 και β) η δεύτερη με χρονολογία 18 Οκτωβρίου 2006 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 2404/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης και, πρέπει, να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλήτευσε, αναφορικά με την άνω αίτησή του αναιρέσεως, νόμιμα και εμπρόθεσμα τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 (άρθρα 513 παρ. 1, 155 παρ.1 και 166 ΚΠοιΔ) για να εμφανιστούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (βλ. τα από 30-10-2006 και 3-11-2006 αποδεικτικά επιδόσεως του αστυφύλακα .... και του αρχιφύλακα .... , αντίστοιχα), απ' αυτούς δε ο μεν πρώτος δεν εμφανίστηκε, ο δε δεύτερος (ο οποίος δεν είναι δικηγόρος) εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και όχι με συνήγορο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 513 παρ.3 ΚΠοινΔ). Α)Επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ1 : Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ "Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α΄ και 263 του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ΄ του ΠΚ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή, έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2404/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) από του έτους 1985 ήταν μόνιμος υπάλληλος της κοινότητας ... Ν. Καβάλας και από του έτους 1995 του προκύψαντος από εκούσια συνένωση Δήμου ..... Από το έτος 1992 και επέκεινα ήταν υπεύθυνος για την τήρηση του Δημοτολογίου της κοινότητας και στη συνέχεια του άνω δήμου για τη σύνταξη των πιστοποιητικών προσωπικής καταστάσεως των εγγεγραμμένων σ' αυτόν, ορισθείς από τον πρόεδρο της κοινότητας και τον Δήμαρχο, αντιστοίχως. Μετά το έτος 1994 εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που ήταν κέντρο υποδοχής παλιννοστούντων πλήθος αλλοδαπών-ομογενών και μη- προερχόμενοι κυρίως από την πρώην ΕΣΣΔ, οι οποίοι επιθυμούσαν να παραμείνουν μόνιμα στην Ελλάδα, να πολιτογραφηθούν ως Έλληνες και να εφοδιαστούν με έγγραφα αποδεικτικά Ελληνικής ιθαγένειας. Προς τούτο για τους παλιννοστούντες ομογενείς απαιτείτο η έκδοση αποφάσεως από το Νομάρχη για τη διαπίστωση της Ελληνικής Ιθαγένειας, η οποία κοινοποιείτο στο Δήμο ή στην κοινότητα προκειμένου να επακολουθήσει η εγγραφή αυτών στα οικεία Δημοτολόγια (άρθρο 19 ΠΔ 410/1995, όπως ισχύει), ενώ για τους μη ομογενείς απαιτείτο να ακολουθηθεί η διαδικασία πολιτογραφήσεώς τους, κατ΄ άρθρο 6 του ΝΔ 3370/1955, ώστε να εκδοθεί θετική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (άρθρο 18 παρ. 10 ΠΔ 410/1995). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές θα ήταν δυνατή στη συνέχεια η εγγραφή αυτών στα Δημοτολόγια και η έκδοση των αναγκαίων πιστοποιητικών ώστε να είναι δυνατή περαιτέρω η έκδοση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, διαβατηρίου, εκλογικού βιβλιαρίου από τις αρμόδιες αρχές (αστυνομικές, Νομαρχία, Δικαστικές). Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος Α) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ενώ ήταν υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του Δήμου .... μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2000, στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η τήρηση του βιβλίου δημοτολογίου του Δήμου ..... και του παραλλήλως τηρούμενου αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή, του μητρώου αρρένων και των οικογενειακών φακέλων των εγγεγραμμένων στα δημόσια αυτά βιβλία, προέβαινε εν γνώσει του στις κατωτέρω αναφερόμενες καταχωρίσεις αλλοδαπών προσώπων στα ανωτέρω βιβλία και στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό αρχείο χωρίς τα καταχωρούμενα πρόσωπα να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την εγγραφή τους στα ανωτέρω βιβλία αφού δεν προσκόμιζαν τα εκ του νόμου προβλεπόμενα αναγκαία δικαιολογητικά και με τον τρόπο αυτό βεβαίωνε ψευδώς ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν δημότες του ανωτέρω Δήμου και ότι είχαν την ελληνική ιθαγένεια δίδοντας τους δικαιώματα που αναγνωρίζονται μόνο σε έλληνες πολίτες και συγκεκριμένα : Ι. (κθ) Στις 20-5-1999 καταχώρισε την ......, γεννηθείσα στο .... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 2.(λ) Στις 10-6-1999 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στο ...... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 3.(λα). Την 1-7-1999 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στην ..... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 4. (λβ) Στις 7-7-1999 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στην ..... Ουκρανίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 5. (λγ) Στις 9-7-1999 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στην ..... Ουκρανίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 6. (λδ). Την 1-8-1999 καταχώρισε τον ......, γεννηθέντα στο ...... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ...... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 7. (λε). Την 1-8-1999 καταχώρισε την ..... , γεννηθείσα στη ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 8. (λστ) Στις 29-10-1999 καταχώρισε την ...., γεννηθείσα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος, 9. (λζ) Στις 12-10-1999 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στο ..... Ουκρανίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 10. (λη) Στις 20-101999 καταχώρισε τον ...... , γεννηθέντα στο .... Ουκρανίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 11. (λθ) Στις 10-11-1999 καταχώρισε τον ....., γεννηθέντα στην .... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 12. (μ). Στις 21-12-1999 καταχώρισε τον ...... , γεννηθέντα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 13.(μα). Στις 24-12-1999 καταχώρισε τον ..., γεννηθέντα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 14.(μβ). Στις 21-3-2000 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στο Καζακστάν, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 15.(μγ). Στις 28-7-2000 καταχώρισε τον ....., γεννηθένα στο .... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων 16. (μδ). Κατά τους μήνες Ιούνιο - Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ..... , γεννηθέντα στη Ρωσία, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και χωρίς εγγραφή στο μητρώο αρρένων. 17.(με). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στο .... Αμπχαζίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 18.(μστ). Κατά τους μήνες Ιούνιο - Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ...... , γεννηθέντα στη Μόσχα Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος, και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 19.(μζ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ..... , γεννηθείσα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος.20.(μη). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ........ , γεννηθέντα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 21.(μθ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ...., γεννηθέντα στο .... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 22.(ν). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ...., γεννηθείσα στο .... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 23.(να). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ..... , γεννηθέντα στη Ρωσία, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 24.(νβ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον .... , γεννηθέντα στη Ρωσία, στην υπ' αριθμ. ...... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 25.(νγ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ...., γεννηθείσα στο ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 26.(νδ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ....., γεννηθέντα στο .... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 27.(νε). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στο .... Ουζμπεκιστάν, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. 28.(νστ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ...., γεννηθέντα στο .... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ...... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχουν τα νόμιμα δικαιολογητικά.29.(νζ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ......, γεννηθέντα στην ..... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων.30.(νη). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον .... , γεννηθέντα στην ..... Γεωργίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 31.(νθ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε τον ...., γεννηθέντα στη .... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος και με πλασματικό αριθμό μητρώου αρρένων. 32.(ξ). Κατά τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 2000 καταχώρισε την ....., γεννηθείσα στη ..... Ρωσίας, στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος οικογενειακός φάκελος. Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ενώ ήταν υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του Δήμου .... μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2000, στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η τήρηση του βιβλίου δημοτολογίου του Δήμου ..... και του παραλλήλως τηρούμενου αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή, του μητρώου αρρένων και των οικογενειακών φακέλων των εγγεγραμμένων στα δημόσια αυτά βιβλία, προέβαινε στη σύνταξη και έκδοση των κάτωθι αναφερομένων πιστοποιητικών οικογενειακής-προσωπικής κατάστασης που αφορούσαν αλλοδαπούς υπογράφοντας ο ίδιος αυτά (πιστοποιητικά) με εντολή του αγνοούντος την πραγματική κατάσταση Δημάρχου, αν και γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στα πιστοποιητικά αυτά πρόσωπα δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για να καταχωρηθούν στα ανωτέρω βιβλία και στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό αρχείο και με τον τρόπο αυτό εμφάνιζε τα πρόσωπα αυτά ως δημότες του ανωτέρω Δήμου και ως έχοντα την ελληνική ιθαγένεια, γεγονός που όμως ήταν ψευδές και ειδικότερα: 1.(ζ). Στις 20-5-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ....., γεννηθείσα στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 2.(η). Στις 21-6-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ....., γεννηθείσα στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 3.(θ). Στις 21-6-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ..... , γεννηθείς στο .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 4.(1). Στις 21-6-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ....., γεννηθείς στο .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 4.(1α). Στις 21-6-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ...., γεννηθείσα στο .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 6.(ιβ). Την 1-7-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ....., γεννηθείσα στην .... Γεωργίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 7.(ιγ). Στις 7-7-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ....., γεννηθείσα στην .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 8.(ιδ). Στις 9-7-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ...., γεννηθείσα στην .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνικής και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 9.(ιε). Την 1-8-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ...., γεννηθείς στο ... Ρωσίας είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 10.(ιστ). Την 1-8-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ...., γεννηθείσα στη .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 11.(ιζ). Στις 16-8-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ....., γεννηθείσα στο ..... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 12.(ιη). Στις 23-8-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ...., γεννηθείσα στην .... Γεωργίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 13.(ιθ). Στις 20-9-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ..... , γεννηθείσα στο ..... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 14.(κ). Στις 29-10-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ....., γεννηθείσα στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 15.(κα). Στις 12-10-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η .... του Γρηγορίου, γεννηθείσα στο .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 16.(κβ). Στις 20-10-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ...., γεννηθείς στο .... Ουκρανίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 17.(κγ). Στις 10-11-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ...., γεννηθείς στην ..... Γεωργίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 18.(κδ). Στις 21-12-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ...... , γεννηθείς στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 19.(κε). Στις 24-12-1999 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ...., γεννηθείς στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 20. (κστ). Στις 28-7-2000 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου ... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ...., γεννηθείσα στο ..... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. ... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 21.(κζ). Στις 28-7-2000 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου ..... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι η ........., γεννηθείσα στο ..... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 22.(κη). Στις 28-7-2000 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Δήμου .... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ....., γεννηθείς στο .... Ρωσίας, είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. ..... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. 23.(κθ). Στις 2-8-2000 συνέταξε και υπέγραψε με εντολή Δημάρχου το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου ... στο οποίο βεβαίωνε ψευδώς ότι ο ....., γεννηθείς στο ...., είχε υπηκοότητα ελληνική και ήταν νομίμως καταχωρημένος στην υπ' αριθμ. .... οικογενειακή μερίδα του βιβλίου δημοτολογίου και του αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Συνεπώς υπό τα άνω περιστατικά αποδεικνύεται η συγκρότηση του αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί μη καταλογισμού της πράξεως λόγω συνδρομής του άρθρου 30 ΠΚ, καθόσον πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός παρίσταται αόριστος, αφού προεβλήθη μόνο με την επίκληση της οικείας νομικής διατάξεως, ο εν λόγω κατηγορούμενος ως έμπειρος υπάλληλος γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά από τα υπόψη του έγγραφα ή την έλλειψη των απαιτουμένων εγγράφων". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο ανωτέρω αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 242 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Επίσης, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πιο πάνω αναιρεσείων, που ήταν από το έτος 1985 μόνιμος υπάλληλος της Κοινότητας ..... του Νομού .... και από το έτος 1995 του, προκύψαντος από εκούσια συνένωση, Δήμου .... του ίδιου Νομού, από το έτος 1992 και εφεξής ήταν υπεύθυνος για την τήρηση του Δημοτολογίου της άνω Κοινότητας και στη συνέχεια του πιο πάνω Δήμου, το οποίο είχε δημόσιο έγγραφο και την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, και για τη σύνταξη των πιστοποιητικών προσωπικής καταστάσεως των εγγεγραμμένων σ' αυτόν, ορισθείς προς τούτο αρμοδίως, ήτοι από τον Πρόεδρο της Κοινότητας και το Δήμαρχο αντίστοιχα. Ότι, ειδικότερα, ο αναιρεσείων κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος υπάλληλος του Δήμου ...., στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η τήρηση του βιβλίου δημοτολογίου του εν λόγω Δήμου και του παραλλήλως τηρουμένου αρχείου του ηλεκτρονικού υπολογιστή, του μητρώου αρρένων και των οικογενειακών φακέλων των εγγεγραμμένων στα δημόσια αυτά βιβλία, προέβη εν γνώσει του στις λεπτομερώς αναφερόμενες καταχωρίσεις τριάντα δύο (32) αλλοδαπών προσώπων στο άνω βιβλίο και στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό αρχείο, χωρίς να πληρούν αυτά τις νόμιμες για την εγγραφή τους προϋποθέσεις, και με τον τρόπο αυτό βεβαίωνε ψευδώς ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν δημότες του άνω Δήμου και ότι είχαν την ελληνική ιθαγένεια. Και ότι ο αναιρεσείων προέβη, επίσης, με την προαναφερθείσα υπαλληλική ιδιότητά του κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα στη σύνταξη και έκδοση των λεπτομερώς αναφερομένων είκοσι τριών (23) πιστοποιητικών οικογενειακής - προσωπικής καταστάσεως, που αφορούσαν αλλοδαπούς, υπογράφοντας ο ίδιος τα πιστοποιητικά αυτά, με εντολή του αγνοούντος την πραγματική κατάσταση Δημάρχου, αν και γνώριζε ότι τα αναφερόμενα σ' αυτά πρόσωπα δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για να καταχωρηθούν στα άνω βιβλία και στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό αρχείο, και με τον τρόπο αυτό εμφάνιζε τα πρόσωπα αυτά ως δημότες του πιο πάνω Δήμου και ως έχοντα την ελληνική ιθαγένεια, γεγονός που, όμως, ήταν ψευδές. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του άνω κατηγορουμένου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, στους άνω λόγους διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 105 ΚΠοινΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 2α του ν. 2408/1996, "όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Στο τελευταίο αυτό εδάφιο, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 ΚΠοινΔ με τον παραπάνω ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από, την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση εις βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή εις βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη, για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της, παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν εις βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει εναντίον του εαυτού του κατά την ανώμοτη εξέτασή του κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β΄ και 105 παρ. 2 εδ. β΄ του ΚΠοινΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση εις βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεώς του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά τις 4-6-1996 (ημέρα ενάρξεως ισχύος του ν. 2408/1996), επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα, όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή αυτής στο αρχείο της Εισαγγελίας, εφόσον αυτή (κατάθεση), όταν δε αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ισχυρίζεται με την ένδικη αίτησή του (πέμπτος λόγος αναιρέσεως), κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Κατά την πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1630/30-6-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, πρότεινε την ακόλουθη ένσταση απόλυτης ακυρότητας: "....Λίγα λεπτά πριν τη λήξη της δικασίμου της 28-6-2004 διαπιστώθηκε από τον Πρόεδρο της συνθέσεως του Δικαστηρίου η ύπαρξη εντός της κρινόμενης δικογραφίας της από 13-3-2001 έκθεσης ένορκης εξέτασης του ως μάρτυρα ενώπιον του Υπαστυνόμου Φ1 με β΄ ανακριτικό υπάλληλο τον ....., διατάχθηκε δε κατ' άρθρο 340.2 ΚΠοινΔ η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου παρά την νομότυπη εκπροσώπηση του από τον διορισθέντα απ' αυτόν συνήγορο υπεράσπισής του. Όμως, η ευρισκόμενη εντός της παρούσας δικογραφίας από 13-3-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του ως μάρτυρα ενώπιον του Υπαστυνόμου Φ1 αποτελεί έγγραφο που περιέρχονταν στην υπ' αριθ. 63/2001 ανακριτική δικογραφία εναντίον του, ήτοι μαρτυρική κατάθεση του που δόθηκε εντός των πλαισίων της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε και επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. 63/2001 ανακριτική δικογραφία εναντίον του. Επί της υπ' αριθμ. 63/2001 ποινικής δικογραφίας κλήθηκε σε απολογία από την Ανακρίτρια Καβάλας την 28.6.2002. Με την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 27-6-2002 αίτηση του προς την Ανακρίτρια Καβάλας ζητήθηκε η αφαίρεση από την υπ' αριθ. 63/2001 ποινική Δικογραφία της από 13-3-2001 έκθεσης ένορκης εξέτασής του ως μάρτυρα ενώπιον του Υπαστυνόμου Φ1 και της από 6-7-2001 έκθεσης ένορκης διοικητικής εξέτασής του ως μάρτυρα ενώπιον του Αστυνομικού Διευθυντή ..... , που δόθηκαν η μεν πρώτη στη Θεσσαλονίκη και η δεύτερη στη Καβάλα. Παράλληλα με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από 28-6-2002 απολογητικό υπόμνημα πρότεινε (ο αναιρεσείων) ένσταση απόλυτης ακυρότητας σε περίπτωση που αυτές οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν αφαιρεθούν και παραμείνουν στην υπ' αριθ. 63/2001 Ανακριτική Δικογραφία. Η αίτηση του όπως δηλώθηκε έγινε δεκτή και οι ανωτέρω μαρτυρικές του καταθέσεις αφαιρέθηκαν από την υπ' αριθ. 63/2001 ανακριτική δικογραφία με σκοπό (κατά Νόμο) να τεθούν στο αρχείο της Εισαγγελίας Καβάλας. Αυτές δε αποτελούν κατά Νόμο απολύτως απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο εναντίον του. Επί της υπ' αριθ. 63/2001 ανακριτικής δικογραφίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 154/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Καβάλας, έπειτα από έφεση το υπ' αριθ. 53/2004 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και έπειτα από άσκηση της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από 31-3-2004 (υπ' αριθ. 11/2004) αιτήσεως αναιρέσεως του, η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, χωρίς να έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση επί της ανωτέρω ποινικής υποθέσεως, αλλά ούτε και αμετάκλητο βούλευμα επ' αυτής. Όμως, παρά το Νόμο και κατά παράβαση των άρθρων 31 παρ. 2, 105 ΚΠοινΔ, 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠοινΔ "τοποθετήθηκε" και "εμφανίσθηκε" εντός της παρούσας δικογραφίας και με προφανή στόχο την προσβολή της αξιοπιστίας του και την προσβολή των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων (δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης) η από 13-3-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του ως μάρτυρα ενώπιον του Υπαστυνόμου Φ1 , αντί αυτή να βρίσκεται στο αρχείο της Εισαγγελίας. Η με τον τρόπο αυτό εμφάνιση στην παρούσα δικογραφία και η με οποιονδήποτε τρόπο γνώση ή ανάγνωση του περιεχομένου της από το κρίνοντα την παρούσα υπόθεση Δικαστή προσβάλλει παρά τον Νόμο την υπεράσπιση του και τα υπερασπιστικά του δικαιώματα θέτοντας (η εμφάνιση της ανωτέρω καταθέσεως στη παρούσα δικογραφία), έστω και υπό την άτυπο αξιολόγηση-γνώση του Δικαστή, πράγματα που ο Νόμος ρητώς απαγορεύει να λάβει γνώση ο Δικαστής, προσβάλλοντας σαφέστατα το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης του, το οποίο συνδέεται αναπόσπαστα με το υπερασπιστικό του δικαίωμα να μη λαμβάνει παντοιοτρόπως ο Δικαστής, πράγματα που ο Νόμος απαγορεύει να τίθενται υπ' όψη του δικάζοντος και κρίνοντος Δικαστού. Παραλλήλως με το δεδομένο ότι η από 13-3-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα ενώπιον του Υπαστυνόμου Φ1 αποτελεί (έστω και μετά την νομότυπη αφαίρεση της) έγγραφο της υπ' αριθ. 63/2001 ανακριτικής δικογραφίας, επί της οποίας δεν εκδόθηκε ακόμη αμετάκλητη απόφαση κατά το άρθρο 364 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεν είναι επιτρεπτή η ανάγνωσή της, πολλώ δε μάλλον η αποδεικτική αξιοποίηση της εναντίον του. Κατόπιν τούτων και με δεδομένο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ότι η ύπαρξη της ανωτέρω από 13-3-2001 έκθεσης ένορκης εξέτασης του ως μάρτυρα εντός της παρούσης δικογραφίας προσβάλλει βάναυσα και παρά το Νόμο τα υπερασπιστικά του δικαιώματα στην παρούσα δίκη, προτείνει την ένσταση απολύτου ακυρότητας κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠοινΔ. Η ανωτέρω ένστασή του απορρίφθηκε από την πρωτόδικη υπ' αριθ. 1630/30-6-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας με το ακόλουθο σκεπτικό: "Επειδή η από 13/3/2001 ένορκη εξέταση του πρώτου κατηγορουμένου ως μάρτυρα δεν αναγνώστηκε, πολύ δε περισσότερο δεν αξιοποιήθηκε κατ' ουδένα τρόπο αποδεικτικά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη ένσταση". Την ένστασή του επανέφερε ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με αυτοτελή λόγο της εφέσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν αποφάνθηκε και σιγή απέρριψε αυτό το λόγο της εφέσεώς του. Όμως η παραμονή της από 13/3/2001 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεως του ως μάρτυρα στην παρούσα δικογραφία, καίτοι τούτο κατά άρθρο 31 παρ. 2, 171 παρ. 1 περίπτωση δ΄ Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαγορεύεται, ενώ παραλλήλως οποιοσδήποτε χειρίζεται τη δικογραφία μπορεί να λάβει και λαμβάνει (ανεπιτρέπτως κατά νόμο) γνώση αυτής και παρά το γεγονός ότι γίνεται μνεία ότι "δεν αναγνώστηκε και πολύ περισσότερο δεν αξιοποιήθηκε κατ' ουδένα τρόπο αποδεικτικά", η αντίρρησή του κατηγορουμένου να παραμένει τούτο το έγγραφο στη δικογραφία και η απόρριψη της ενστάσεως του με την εξακολούθηση παραμονής τούτης της καταθέσεως στη δικογραφία δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Η ακυρότητα αυτή προτάθηκε εμπρόθεσμα και παραδεκτά από αυτόν. Θα πρέπει συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Β΄ ΚΠοινΔ". Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ως αβάσιμος, γιατί η ύπαρξη της άνω από 13-3-2001 εκθέσεως ένορκης εξετάσεως του άνω αναιρεσείοντος ως μάρτυρα στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της Εισαγγελίας δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠοινΔ και εντεύθεν δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα, αφού η κατάθεση αυτή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκε, αλλ' ούτε αξιολογήθηκε από το Τριμελές Εφετείο αποδεικτικά, προκειμένου να μορφώσει τούτο την κρίση του επί της κατηγορίας. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων επανέφερε, όπως προαναφέρθηκε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου την άνω περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας ένστασή του με την από 30-6-2004 έφεσή του, στην οποία αναφέρεται ότι εφεσιβάλλει την υπ' αριθ. 1630/2004 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, εκτός των άλλων, και διότι "κακώς δεν έγινε δεκτή η προβληθείσα απ' αυτόν ένσταση απόλυτης ακυρότητας, λόγω υπάρξεως στη δικογραφία της από 13-3-2001 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεώς του ως μάρτυρα, των λοιπών στοιχείων της 63/2001 ανακριτικής δικογραφίας". Όμως, η ένσταση αυτή, έτσι όπως είχε επαναφερθεί με το εφετήριο με μόνη την αναφορά της υπάρξεως στη δικογραφία της επίμαχης εκθέσεως ένορκης εξετάσεως ως μάρτυρα του αναιρεσείοντος και χωρίς την περαιτέρω μνεία ότι η κατάθεση αυτή αναγνώσθηκε και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, ήταν αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, εντεύθεν δε το Τριμελές Εφετείο δεν υποχρεούτο να απαντήσει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠοινΔ πέμπτος λόγος (και κατά το β΄ σκέλος) αναιρέσεως. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β) Επί της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου: Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2404/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι: α) Χ1 για παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και β) Χ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος και για ενεργητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση. Ως αιτιολογία της απαλλακτικής του κρίσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε τα εξής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει: "Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για τη συγκρότηση της πράξεως της δωροδοκίας, για την οποία δεν προέκυψε κανένα στοιχείο και συνεπώς ο κατηγορούμενος (Χ1) πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Επίσης, το δικαστήριο δεν πείσθηκε περί της ενοχής του δευτέρου των κατηγορουμένων (Χ2), καθόσον δεν αποδείχθηκαν τα σε βάρος του στοιχεία συγκροτήσεως αυτών και πρέπει να κηρυχθεί αθώος". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται καθόλου σ' αυτή πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τα πιο πάνω εγκλήματα της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και της ενεργητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθησην και δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή των κατηγορουμένων, και δη του μεν πρώτου απ' αυτούς για το πρώτο από τα πιο πάνω εγκλήματα, του δε δευτέρου για τα λοιπά, από τα αναφερόμενα στην απόφασή του και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και, πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αθώωση α) του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 για παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και β) του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, και για ενεργητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2404/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης κατά το μέρος που αφορά την αθώωση α) του κατηγορουμένου Χ1 για παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και β) του κατηγορουμένου Χ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και για ενεργητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του πιο πάνω Χ1 για αναίρεση της ανωτέρω 2404/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ