Αριθμός 2309/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Ναυπλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κορομάντζο, περί αναιρέσεως της 183/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1878/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Μεταβολή της κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α' και 171 παρ.1 εδ. β' ΚΠοινΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει στην καταδίκη του κατηγορουμένου για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εισήχθη αυτός σε δίκη και όχι όταν το δικαστήριο δέχεται επιβαρυντικές περιστάσεις στην τέλεση της πράξεως, όπως είναι και αυτές του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρου 23 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), στις οποίες περιλαμβάνεται και το να είναι ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου (ήδη άρθρων 20, 21 και 22 του ΚΝΝ) υπότροπος. Ενόψει αυτών δεν επήλθε στην προκειμένη περίπτωση μεταβολή της κατηγορίας από το ότι ο αναιρεσείων, ενώ εισήχθη σε δίκη για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ.1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων αυτών, με την εκκληθείσα 366-367-368/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την παραδοχή της επιβαρυντικής περιστάσεως ότι ήταν υπότροπος, την οποία δέχθηκε και η επί εφέσεως του εκδοθείσα προσβαλλόμενη απόφαση 183/2006 του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Η προσθήκη, εξάλλου, της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνουν την αρχή της δίκαιης δίκης, με την παροχή πληροφοριών στον κατηγορούμενο σχετικά με την κατηγορία και ευκολιών για την υπεράσπισή του, αφού οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και με την παραδοχή της επιβαρυντικής ως άνω περιστάσεως, παραμένουν οι ίδιες με εκείνες για τις οποίες η ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη και η εισαγωγή του σε δίκη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από την προσθήκη της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής και λόγω αντιθέσεως που προκαλείται από την προσθήκη αυτή προς τις αρχές του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι καταδίκασε τον αναιρεσείοντα με βάση τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 3459/2006, οι οποίες είναι δυσμενέστερες, κατά τον αναιρεσείοντα, εκείνων του Ν. 1729/1987, είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον με το Ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", κατά τη σαφή νομοθετική βούληση, η οποία προκύπτει από το χαρακτήρα του συγκεκριμένου νόμου ως κωδικοποιητικού, δεν καταργήθηκαν οι ισχύουσες κατά την εφαρμογή του (26.5.2006) διατάξεις, με ταυτόχρονη θέσπιση νέων, αλλά απλώς κωδικοποιήθηκαν, με αλλαγή αριθμήσεως, οι ισχύουσες και συνεπώς οι εφαρμοσθείσες από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ούτε μεταγενέστερες των πράξεων του αναιρεσείοντος, ούτε δυσμενέστερες των διατάξεων του Ν. 1729/1987. Πρέπει, κατ' ακολουθίαν, ο ανωτέρω λόγος να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987, όπως ίσχυε κατά τις 29.8.2004 και 1.9.2004 που επί του προκειμένου ενδιαφέρει (ήδη άρθρο 23 ΚΝΝ), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7 του ίδιου νόμου (ήδη άρθρων 20, 21 και 22 ΚΝΝ) αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, είναι υπότροπος. Ως υπότροπος θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου (ήδη άρθρο 29 παρ.1 ΚΝΝ), όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του ΚΝΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προμηθεύθηκε και κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση, ενώ ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ανωτέρω άρθρου 8 είναι αρνητικός της κατηγορίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος δι' αυτής, σε δεύτερο βαθμό, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως τοξικομανής και ως υπότροπος, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι προμηθεύθηκε και κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση, και του επιβλήθηκε (ενιαία) ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή (2000) Ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δίκες του δυνάμεις ετέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις και δη: Α) Στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου 2004 εκ προθέσεως ενεργώντας αγόρασε από άγνωστο άτομο ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 6,96 γραμμαρίων συσκευασμένη-διαχωρισμένη σε τριάντα έξι (36) επιμέρους δόσεις (φιξάκια) αντί τιμήματος 440 ευρώ και Β) Στο ...... Κορινθίας την 1η Σεπτεμβρίου 2004 και περί ώρα 09.15' εκ προθέσεως ενεργώντας κατελήφθη από αστυνομικά όργανα να κατέχει επάνω του ένα (1) φιξάκι ηρωίνης, εντός της εκεί ευρισκομένης οικίας του είκοσι έξι (26) φιξάκια ηρωίνης και στον αύλειο χώρο της οικίας του μέσα σε κουτί συσκευασίας τσίχλας, εννέα (9) φιξάκια ηρωίνης, ήτοι ηρωίνη συνολικού βάρους 6,96 γραμμαρίων και επί πλέον εντός της ως άνω οικίας του πέντε (5) δίσκια ΜΟGADΟΝ των 5 mg, χωρίς ιατρική συνταγή. Τις ως άνω ποσότητες ο κατηγορούμενος τις αγόρασε και τις κατείχε με σκοπό να τις πωλήσει σε τρίτα πρόσωπα με αντάλλαγμα. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι είχε διαμοιράσει την ως άνω ποσότητα ηρωίνης κατά τα προεκτεθέντα, μέρος αυτής εφύλασσε στον αύλειο χώρο της οικίας του (διάσπαση και απόκρυψη μέρους προκειμένου να μην είναι εύκολη η ανεύρεση τους) και μια ποσότητα (ένα φιξάκι) ηρωίνης έφερε μεθ' αυτού, όχι για να κάνει χρήση της όπως ισχυρίζεται αυτός, αλλά για να την πωλήσει σε τρίτο, προς δε πολλά άτομα επεσκέπτοντο κατά τις προηγούμενες ήμερες την οικία του προκειμένου να προμηθευτούν από αυτόν ναρκωτικές ουσίες κλπ. Τις ως άνω πράξεις του ο κατηγορούμενος ετέλεσε ενώ ήταν υπότροπος και δη ενώ είχε καταδικαστεί εντός της προηγούμενης δεκαετίας σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για κακουργηματικής μορφής παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών και για απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 174/1998 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Αντιθέτως το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών αγόρασε και κατείχε προκειμένου δι' αυτής να εξυπηρετήσει αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες και γι' αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδοθείσης σ' αυτόν πράξεως ως τοξικομανής και ως υπότροπος. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, μετά την τέλεση της ως άνω πράξης του επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συνεργάστηκε εκουσίως με τους συλλαμβάνοντες αυτόν Αστυνομικούς στους οποίους επέδειξε την ποσότητα της ηρωίνης που φύλασσε στην αυλή της οικίας του (άρθρο 84 §2δ'Π.Κ.)". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την κατηγορία με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, όσον και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι προμηθεύθηκε και κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα, σε σχέση με την υποτροπή, αναφέρεται η εντός της προηγούμενης δεκαετίας αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος, με την 174/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, για κακουργηματικής μορφής παράνομη κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, ο χρόνος τελέσεως των οποίων, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται, διότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της δεκαετίας δεν είναι αυτός, αλλά ο χρόνος της αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, ενώ επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι η ηρωΐνη ήταν κατανεμημένη σε 36 μικρές δόσεις, που σημαίνει έτοιμη προς διάθεση, σε συνδυασμό μη τη διαπίστωση των αστυνομικών, που παρακολουθούσαν τον αναιρεσείοντα κατά τον αμέσως προηγούμενο της συλλήψεώς του χρόνο, ότι τον επεσκέπτοντο στην οικία του πολλά άτομα για να προμηθευτούν από αυτόν ναρκωτικά. Περαιτέρω, από καμία διάταξη νόμου δεν αποκλείεται η παραδοχή επιβαρυντικής περιστάσεως από αυτές του άνω άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 στο πρόσωπο του τοξικομανούς δράστη των πράξεων του άρθρου 5 παρ.1 περ. β' και ζ' του ίδιου νόμου, και, συνεπώς από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, ενώ ταυτοχρόνως έκρινε τον αναιρεσείοντα ως τοξικομανή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 (23 του ΚΝΝ). Επομένως, οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω δεύτερος και τρίτος (τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, και δη κατά τις λοιπές πλην της τελευταίας αιτιάσεις του ο τρίτος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, κατά τα προεκτεθέντα, είναι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, διότι, διαφορετικά, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, δια της συνηγόρου του, "κατέθεσε αυτοτελείς ισχυρισμούς" που ενσωματώθηκαν στα πρακτικά, με τους οποίους ζήτησε να του αναγνωρισθεί, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας, η οποία και αναγνωρίσθηκε, και εκείνη της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, κατά το άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ επικαλεσθείς, ειδικότερα, τα εξής "πριν τη σύλληψή μου εργαζόμουν καθημερινά και θα συνεχίσω να εργάζομαι ανελλιπώς και μετά την αποφυλάκισή μου. Επίσης έχω υποβάλει αίτηση σε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, προκειμένου να ξεκινήσω μια σωστή, εντατική και ολοκληρωμένη προσπάθεια απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και επανένταξης στην κοινωνία. Βρίσκομαι ήδη σε λίστα αναμονής". Ο ισχυρισμός αυτός δεν προκύπτει, από τα ανωτέρω πρακτικά, ότι αναπτύχθηκε και προφορικώς, πέραν δε αυτού, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστος, διότι δεν περιλαμβάνει περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν καλή στην κοινωνία συμπεριφορά ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βουλήσεώς του και να εκτείνονται σε σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, είναι δε αβάσιμος ο αυτός ως άνω τελευταίος λόγος αναιρέσεως, κατά την περί του αντιθέτου τελευταία αιτίασή του και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 183/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ