Αριθμός 1667/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1035/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 91/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική ποινική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμ. πρωτ. 121/20-3-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ΄αριθμ. 1035/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφ΄ενός μεν απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 4/2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ΄αριθμ. 22/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για να δικαστεί για α) απάτη στο Δικαστήριο, κατά επάγγελμα και κατ΄εξακολούθηση, ποσού άνω των 15.000 € και β) χρήση πλαστού εγγράφου και αφ΄ετέρου, δεχθέν έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του ίδιου βουλεύματος, παρέπεμψε τούτον (αναιρεσείοντα) στο ίδιο Δικαστήριο, για να δικαστεί και για το έγκλημα της τοκογλυφίας κατ΄επάγγελμα (άρθρα 386 παρ. 1, 3, 404 παρ. 3-2α και 216 παρ. 2 του Π.Κ.). Β) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, 3 του Κ.Π.Δ., με την άνω από 22-12-2006 δήλωση του αναιρεσείοντος στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, όπου αυτός κατοικεί και για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 20/2006 Έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του επιδόθηκε στις 13-12-2006. Ως λόγος αναιρέσεως προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Γ) ΄Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έκρινε τούτο, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με ίδιες σκέψεις και με μνεία όλων των κατ΄είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχτηκε ότι προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 στις 8.9.2000 εξέδωσε στην Αθήνα έξι συναλλαγματικές ποσών 5.000.000, 5.000.000, 5.000.000, 1.200.000, 1.200.000 και 5.000.000 δραχμών, πληρωτέες σε διαταγή του εκδότη με λήξη των πέντε πρώτων στις 15 Οκτωβρίου 2000 και της έκτης στις 30.10.2000, τις οποίες αποδέχτηκε αυθημερόν στην Αθήνα, η Τ1 συζ. Τ2 και τριτεγγυήθηκε την πληρωμή τους υπέρ αυτής ο σύζυγος της Τ2 . Ο εκδότης των ως άνω συν/κων Χ2 έχοντας άμεση ανάγκη μετρητών, απευθύνθηκε στον δεύτερο μηνυόμενο Χ1 προκειμένου να προεξοφλήσει τις συναλλαγματικές αυτές, εκείνος δε για την προεξόφληση τους ζήτησε να λάβει τόκο 8% μηνιαίως σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των συναλλαγματικών και να οπισθογραφήσει τις συναλλαγματικές αυτές έτερο πρόσωπο ως εγγυητής της φερεγγυότητας του Χ2 Προς τούτο, ο τελευταίος απευθύνθηκε προς τον Ζ1 ο οποίος και πράγματι υπέγραψε αυτές ως οπισθογράφος αφού προηγουμένως ο εκδότης αυτών Χ2 υποσχέθηκε την υπ' αυτού εξόφληση τους και μάλιστα, προκειμένου να καταστεί πειστικός, τον διαβεβαίωσε περί της επικείμενης πώλησης σ' αυτόν από τον τριτεγγυηθέντα την εξόφληση των συν/κών αυτών Τ2 , εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων στη θέση ".....", βάσει του ήδη συνταγέντος προς τούτο υπ. αρ. .... προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου του συμ/φου Χαλκίδας Βασιλείου Παππά. Πέραν τούτου, ο τριτεγγυηθείς τις εν λόγω συναλλαγματικές Τ2 , υποσχέθηκε την πώληση στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο Ζ1 από την ίδια πιο πάνω έκταση στη θέση "....." εκτάσεως ενός στρέμματος, αντί του ποσού των 60.000.000 δραχμών, συνταχθέντος προς τούτο και του από 7.8.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από το Α.Τ. ...... Οι συναλλαγματικές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους ούτε από τον εκδότη και εις διαταγήν οπισθογράφο τους ούτε από την αποδέκτρια τους και τον τριτεγγυητή τους. Λόγω δε της μη πληρωμής τους από τους προαναφερόμενους ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1 εγχείρισε στον προεξοφλήσαντα αυτές συγκατηγορούμενό του Χ1 τις υπ. αρ. ...., ...., ....., .... τραπεζικές επιταγές ποσού αντίστοιχα 15.000.000 δραχμών, 32.282 ευρώ, 32.282 ευρώ και 29.347 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30.10.2001, 15.3.2002, και 20.3.2002, εκδόσεως της θυγατρός του και ήδη εκκαλούσας Φ2 και τόπο έκδοσης τη ..... Τα έντυπα σώματα των επιταγών αυτών καθώς και των λοιπών που αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ο Ζ1 είχε αφαιρέσει από την κατοχή της κόρης του και ήδη εκκαλούσας Φ2 κατά μήνα Οκτώβριο 2001 με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους, ανυπόγραφα και ασυμπλήρωτα ως προς όλα τα στοιχεία του επί του τηρούμενου από την τελευταία στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδας υπ. αρ. ...... λογαριασμό, πιεζόμενος όπως απολογούμενος ενώπιον του ανακριτή αναφέρει, από τον Χ1 προς εξόφληση τους αφού διαφορετικά, υφίστατο κίνδυνος για την σωματική αυτού και των τέκνων του ακεραιότητα. Στη συνέχεια, όπως απολογούμενος αναφέρει χωρίς την συναίνεση ή και την έγκριση της κόρης και ήδη πολιτικώς ενάγουσας Φ1 συμπλήρωσε τις επιταγές αυτές ως προς όλα τα στοιχεία τους, όπως αυτά προεκτέθηκαν, θέτοντας στην θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή της κόρης του και μεταβίβασε αυτά με οπισθογράφηση καθ' όσον εφέροντο ως εκδοθείσες εις διαταγήν του, στον συγκατηγορούμενό του Χ1 και δη προκειμένου να καλύψει τοκογλυφικούς τόκους εκ ποσοστού 8% μηνιαίως επί του ποσού των 22.400.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των έξι συναλλαγματικών εκδόσεως του συγκατηγορουμένου του Χ2 τις οποίες είχε προεξοφλήσει ο προαναφερθείς Χ1 . Περί της αφαιρέσεως από την κατοχή της κόρης του και ήδη μηνύτριας των παραπάνω εντύπων τραπεζικών επιταγών, σαφής είναι η από 20.10.2003 κατάθεση στην κύρια ανάκριση της προαναφερθείσης Φ1 με την οποία επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της από 16.4.2003 μηνύσεως της, κατάθεση, που επιρρωνύεται και από εκείνη του συζύγου της ..... στην ανάκριση ωσαύτως, αλλά και το. περιεχόμενο της από 9.11.2001 βεβαίωσης του AT ...... , περί της δηλώσεως τουτέστιν της απώλειας των τραπεζικών αυτών επιταγών στο ανωτέρω αστυνομικό τμήμα από την κόρη του, ήδη από 5.11.2001 και των όσων ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει, περί της πράγματι τουτέστιν υπ' αυτού αφαίρεσης των εντύπων σωμάτων των παραπάνω επιταγών και της πλαστογράφησης τους για το λόγο αυτό, άλλωστε και δεν πλήττει με την κρινόμενη έφεση του την παραπομπή του για τις αξιόποινες πράξεις της υφαίρεσης (άρθρ. 372 παρ. 1α, 378α ΠΚ) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος προς βλάβη τρίτου προκαλώντας συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 216 παρ. 3 ΠΚ). Βάσει δε της με αρ. ..... τραπεζικής επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 20.2.2002, ποσού 32.282 ευρώ, σε διαταγή του Ζ1 καθώς και της υπ' αρ. ..... τραπεζικής επιταγής, ποσού 32.282 ευρώ, εκδόσεως την 15.3.2002, σε διαταγή Ζ1 των οποίων ο Χ1 είχε καταστεί κομιστής με οπισθογράφηση από τον τελευταίο, ο προαναφερθείς κατηγορούμενος Χ1 με τις από 11.3.2002 και 23.4.2002 αιτήσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της μηνύτριας Φ1 παριστάνοντας ψευδώς με επίγνωση της αναλήθειας, ότι εκδότης των ανωτέρω τραπεζικών επιταγών των οποίων είχε καταστεί κομιστής με οπισθογράφηση από τον Ζ1 είναι η Φ2 με συνέπεια, να παραπλανήσει τον πιο πάνω Δικαστή ως προς την έκδοση από την Φ1 των επιταγών αυτών και να εκδώσει σε βάρος της αντίστοιχα τις υπ. αρ. 52/2002 και 72/2002 διαταγές πληρωμής με τις οποίες διατάχθηκε προς καταβολή του αναφερόμενου σε εκάστη αυτών ποσού, νομιμότοκα από την επόμενη της εμφανίσεως τους έως την εξόφληση καθώς και των δικαστικών εξόδων, ενώ η αλήθεια ήταν, ότι οι εν λόγω επιταγές δεν είχαν εκδοθεί από την Φ2 αλλά είχαν πλαστογραφηθεί από τον πατέρα αυτής Ζ1 και είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτόν Χ1 προς εξόφληση οφειλής προερχόμενης από έξι συναλλαγματικές εκδόσεως Χ2 συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, τις οποίες είχε υπογράψει ως οπισθογράφος εγγυηθείς την πληρωμή αυτών ο Ζ1 και κατά την λήξη τους δεν πληρώθηκαν από τους υπόχρεους μεταξύ αυτών και τον Ζ1 Από την προεκτεθείσα δε συμπεριφορά του, την οποία μετήρχετο κατ' επάγγελμα με σκοπό πορισμού εισοδήματος, ζημίωσε την μηνύτρια Φ2 με αντίστοιχο όφελος του ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 64.564 ευρώ. Ο δε ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου (Χ1) με το σχετικό της εφέσεως του λόγο, κατά τον οποίο αγνοούσε κατά την παράδοση των τραπεζικών πιο πάνω επιταγών ότι αυτές ήταν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας ως προς όλα τους τα στοιχεία, αξιόποινων τουτέστιν πράξεων διαπραχθέντων σε βάρος της μηνύτριας Φ2 υπό του κατηγορουμένου πατρός της, στερείται βασιμότητας, ως αναιρούμενος, από τα όσα διαλαμβάνει στην από 26.5.2002 μήνυση του, ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1 εις διαταγή του οποίου εκδόθηκαν οι ανωτέρω επιταγές, περί της συμπλήρωσης υπ΄αυτού των στοιχείων των επιταγών αυτών και της θέσεως στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της υπογραφής της θυγατρός του Φ2 παρουσία, τόσο του Ζ1 όσο και του Χ2 στην καφετέρια "...." στην ..... αρχές Σεπτεμβρίου 2001. Ούτ' εξ άλλου ευσταθούν τα όσα προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού ωσαύτως στην έφεση του υποστηρίζει, περί επικοινωνίας του τουτέστιν με τη μηνύτρια Φ2 τόσο κατά την παραλαβή των επιταγών αυτών όσο και κατά τη λήξη τους και της διαβεβαιώσεως της τελευταίας περί πληρωμής των επιταγών, επικαλούμενος προς τούτο την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 κατά τη συζήτηση (11.4.2003) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας της με αρ. κατ. 103/2002 ανακοπής της κατά της με αρ. 520/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ας σημειωθεί, δεν ήταν αυτήκοος όπως προκύπτει από την κατάθεση του επί λέξει "ρώτησα τον κ. Χ1 και μου είπε ότι πήρε την κόρη του κ. Ζ1 η οποία συμφώνησε ότι είναι "εντάξει οι επιταγές", καθόσον, μετά την δήλωση απώλειας των επιταγών αυτών από την μηνύτρια Φ2 στο AT ...., δεν δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση παρομοίου περιεχομένου με την επικαλούμενη ως άνω διαβεβαίωση της μηνύτριας τον εν λόγω κατηγορούμενον, η από 24.3.2005 έφεση του οποίου συνεπώς, κατά του εκκαλούμενου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος, όπως από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ο εκ των κατηγορουμένων Χ1 αφού συνομολόγησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 την προεξόφληση των παραπάνω συναλλαγματικών εκδόσεως του και αποδοχής Τ1 συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών με τον όρο να λάβει τόκο 8% μηνιαίως σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των εν λόγω συναλλαγματικών συνομολόγησε και έλαβε από τον Ζ1 προς κάλυψη τόκων εκ ποσοστού 8% μηνιαίως επί του ποσού των 22.400.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα 15.10.2000 μέχρι 20.2.2002 τις υπ. αρ. ....., ....., ......, ..... τραπεζικές επιταγές ποσού 15.000.000 δραχμών, 32.282, 32.282 και 29.347 ευρώ αντίστοιχα, των οποίων τα ποσά υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, οι οποίες επιταγές φέρονταν να έχουν εκδοθεί από τη Φ2 σε διαταγή του οπισθογράφου Ζ1 Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού κατά τον οποίο οι τραπεζικές επιταγές ποσού 32.282 ευρώ εκάστης και λήξεως αντίστοιχα την 20.2.2002 και 15.3.2002 καθώς και του ποσού 29.347 ευρώ λήξεως την 31.3.2002, δόθηκαν από το συγκατηγορούμενο του Ζ1 σε ανανέωση του υφιστάμενου χρέους του το μεν από τη μη πληρωμή των ανωτέρω συναλλαγματικών συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών εκδόσεως του Χ2 το δε λόγω της αποδοχής υπ' αυτού (Ζ1 ) και μη πληρωμής και ετέρων πέντε συναλλαγματικών εκδόσεως Χ2 ωσαύτως, συνολικού ποσού 9.520.000 δραχμών, καταρτισθέντος προς τούτο και του από 7.9.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και δεν ενσωματώνουν κατά συνέπεια τοκογλυφικό τόκο κατ' ουδέν αναιρούν τα γενόμενα παραπάνω δεκτά αφού, δεν δικαιολογεί ούτε προσδιορίζει την απαίτηση για την οποία εκτός των προαναφερθέντων τραπεζικών επιταγών ο συγκατηγορούμενος του Ζ1 μετεβίβασε σ' αυτόν με οπισθογράφηση και τη με αρ. ..... τραπεζική επιταγή ποσού 15.000.000 δραχμών βάσει της οποίας εκδόθηκε σε βάρος της μηνύτριας Φ2 η υπ΄ αρ. 174/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου αυτής κομιστή ...... προς τον οποίο μετεβίβασε με οπισθογράφηση την εν λόγω επιταγή. Ούτ' άλλωστε, επικαλείται και αποδεικνύει την αιτία ή την απαίτηση για την οποία ο συγκατηγορούμενος του Ζ1 φέρεται αποδεχθείς και έτερες συναλλαγματικές εκδόσεως Χ2 συνολικού ποσού 9.520.000 δραχμών λόγω του υφιστάμενου χρέους από τη μη πληρωμή των οποίων, καθώς και των προαναφερθέντων, συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, εκδόσεως Χ2 ωσαύτως επικαλείται την κατάρτιση της περί ανανεώσεως συμφωνίας με την παράδοση των τριών παραπάνω τραπεζικών επιταγών. Για την ενσωμάτωση τοκογλυφικού τόκου στις τελευταίες συνηγορούν έμμεσα και τα όσα παραθέτει στο από 13.7.2004 απολογητικό του υπόμνημα ο Χ2 περί της προεξόφλησης τουτέστιν από τον Χ1 των παραπάνω εκδόσεως του συναλλαγματικών ύψους 22.400.000 δραχμών με τόκο 6% μηνιαίως ενώ πέραν τούτου, για τη συστηματική ενασχόληση του με τοκογλυφικές εργασίες συνηγορούν και τα·όσα επί λέξει παραθέτουν οι ....και ..... στο δικόγραφο της από 24.2.2003 ανακοπής τους κατά της υπ. αρ. 24/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που εκδόθηκε κατόπιν της από 23.11.2003 κατ' αυτού αιτήσεως του. "Ο αντίδικος είναι γνωστός και σκληρός τοκογλύφος της περιοχής μας δρώντας πολλά χρόνια στο χώρο της τοκογλυφίας και κερδίζοντας από την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα χρηματικά ποσά". Με τα πραγματικά αυτά δεδομένα προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου για την υπ' αυτού τέλεση και της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 14 παρ. 1, 26 παρ. 1, 27, 406 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2721/1991 και πρέπει επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου και στην ουσία και του σχετικού με την αξιόποινη αυτή πράξη λόγου της από 28.3.2005 εφέσεως του Ζ1 ως πολιτικώς ενάγοντος, να μεταρρυθμιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την διάταξη του με την οποία αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για την προδιαληφθείσα πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για την εν λόγω πράξη όπως αυτή κατά το νομικό και πραγματικό μέρος αναπτύσσεται στο διατακτικό της παρούσης. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος Χ1 τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 2, 386 παρ. 1, 3α και 404 παρ. 3, 2α του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, αβασίμως προβάλλονται, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται και αναπτύσσονται εκτεταμένα και εμπεριστατωμένα, τα δε αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά αναφέρονται κατ΄είδος στο 29ο φύλλο του βουλεύματος. Συγκεκριμένα αναφέρεται: "Από όλα ανεξαιρέτως το αποδεικτικό υλικό (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, απολογίες κατηγορουμένων, έγγραφα καθώς και από τα υπομνήματα των κατηγορουμένων...........προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Αβασίμως, επίσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ήταν εν γνώσει των πλαστών επιταγών, για τη χρήση των οποίων παραπέμφθηκε, μεταξύ άλλων, στο ακροατήριο, καθόσον με αυτά, που κατά τα άνω δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διαλαμβάνονται περιστατικά, που πιστοποιούν την εν γνώσει της πλαστότητος χρήση τούτων από αυτόν. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, ο από το άρθρο 484 παρ. 1β΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, κατά τα κεφάλαια που αφορούν την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ α) Να απορριφθεί η από 22-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ΄αριθμ. 1035/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 220 €. Αθήνα 19 Μαρτίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και ήδη στοιχ. δ') του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τί από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1035/2006 βούλευμά του, δέχθηκε, με δικές του σκέψεις, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδους τους μνημονευόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, απολογίες κατηγορουμένων, έγγραφα καθώς και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων και το συνοδεύον την έφεση της Φ2 προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 στις 8.9.2000, εξέδωσε στην Αθήνα έξι συναλλαγματικές, ποσών 5.000.000, 5.000.000, 5.000.000, 1.200.000, 1.200.000 και 5.000.000 δραχμών, πληρωτέες σε διαταγή του εκδότη με λήξη των πέντε πρώτων στις 15 Οκτωβρίου 2000 και της έκτης στις 30.10.2000, τις οποίες αποδέχτηκε αυθημερόν στην Αθήνα, η Τ1 σύζ. Τ2 και τριτεγγυήθηκε την πληρωμή τους υπέρ αυτής ο σύζυγός της Τ2 . Ο εκδότης των ως άνω συναλλαγματικών Χ2 έχοντας άμεση ανάγκη μετρητών, απευθύνθηκε στον δεύτερο μηνυόμενο Χ1 προκειμένου να προεξοφλήσει τις συναλλαγματικές αυτές, εκείνος δε, για την προεξόφλησή τους, ζήτησε να λάβει τόκο 8% μηνιαίως σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των συναλλαγματικών και να οπισθογραφήσει τις συναλλαγματικές αυτές έτερο πρόσωπο ως εγγυητής της φερεγγυότητας του Χ2 Προς τούτο, ο τελευταίος απευθύνθηκε προς τον Ζ1 ο οποίος και πράγματι υπέγραψε αυτές ως οπισθογράφος, αφού προηγουμένως ο εκδότης αυτών Χ2 υποσχέθηκε την υπ' αυτού εξόφλησή τους και μάλιστα, προκειμένου να καταστεί πειστικός, τον διαβεβαίωσε περί της επικείμενης πώλησης σ' αυτόν από τον τριτεγγυηθέντα την εξόφληση των συναλλαγματικών αυτών Τ2 , εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων στη θέση "..... " βάσει του ήδη συνταγέντος προς τούτο υπ. αριθμό ...... προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασιλείου Παππά. Πέραν τούτου, ο τριτεγγυηθείς τις εν λόγω συναλλαγματικές Τ2 , υποσχέθηκε την πώληση στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο Ζ1 από την ίδια πιο πάνω έκταση στη θέση "....." εκτάσεως ενός στρέμματος, αντί του ποσού των 60.000.000 δραχμών, συνταχθέντος προς τούτο και του από 7.8.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από το Α.Τ. ...... Οι συναλλαγματικές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους ούτε από τον εκδότη και εις διαταγήν οπισθογράφο τους ούτε από την αποδέκτριά τους και τον τριτεγγυητή τους. Λόγω δε της μη πληρωμής τους από τους προαναφερόμενους, ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1 εγχείρισε στον προεξοφλήσαντα αυτές συγκατηγορούμενό του Χ1 τις υπ. αρ. ....., ..... , ..... , ...... τραπεζικές επιταγές, ποσού αντίστοιχα 15.000.000 δραχμών, 32.282 ευρώ, 32.282 ευρώ, και 29.347 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30.10.2001, 15.3.2002, και 20.3.2002, εκδόσεως της θυγατρός του και ήδη εκκαλούσας Φ2 και τόπο έκδοσης τη .... Τα έντυπα σώματα των επιταγών αυτών, καθώς και των λοιπών που αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ο Ζ1 είχε αφαιρέσει από την κατοχή της κόρης του και ήδη εκκαλούσας Φ2 κατά μήνα Οκτώβριο 2001 με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, ανυπόγραφα και ασυμπλήρωτα ως προς όλα τα στοιχεία τους επί του τηρούμενου από την τελευταία στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδας υπ. αρ. ..... λογαριασμού, πιεζόμενος όπως απολογούμενος ενώπιον του ανακριτή αναφέρει, από τον Χ1 προς εξόφληση τους, αφού διαφορετικά, υφίστατο κίνδυνος για την σωματική αυτού και των τέκνων του ακεραιότητα. Στη συνέχεια, όπως απολογούμενος αναφέρει, χωρίς την συναίνεση ή και την έγκριση της κόρης και ήδη πολιτικώς ενάγουσας Φ1 συμπλήρωσε τις επιταγές αυτές ως προς όλα τα στοιχεία τους, όπως αυτά προεκτέθηκαν, θέτοντας στην θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή της κόρης του και μεταβίβασε αυτά με οπισθογράφηση, καθ' όσον εφέροντο ως εκδοθείσες εις διαταγήν του, στον συγκατηγορούμενό του Χ1 και δη προκειμένου να καλύψει τοκογλυφικούς τόκους εκ ποσοστού 8% μηνιαίως επί του ποσού των 22.400.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των έξι συναλλαγματικών εκδόσεως του συγκατηγορουμένου του Χ2 τις οποίες είχε προεξοφλήσει ο προαναφερθείς Χ1 . Περί της αφαιρέσεως από την κατοχή της κόρης του και ήδη μηνύτριας των παραπάνω εντύπων τραπεζικών επιταγών, σαφής είναι η από 20.10.2003 κατάθεση στην κύρια ανάκριση της προαναφερθείσης Φ1 με την οποία επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της από 16.4.2003 μηνύσεως της, κατάθεση, που επιρρωνύεται και από εκείνη του συζύγου της ..... στην ανάκριση ωσαύτως, αλλά και το. περιεχόμενο της από 9.11.2001 βεβαίωσης του AT ..... περί της δηλώσεως τουτέστιν της απώλειας των τραπεζικών αυτών επιταγών στο ανωτέρω αστυνομικό τμήμα από την κόρη του, ήδη από 5.11.2001 και των όσων ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει, περί της πράγματι, τουτέστιν υπ' αυτού, αφαίρεσης των εντύπων σωμάτων των παραπάνω επιταγών και της πλαστογράφησής τους, για το λόγο αυτό, άλλωστε και δεν πλήττει με την κρινόμενη έφεση του την παραπομπή του για τις αξιόποινες πράξεις της υφαίρεσης (άρθρ. 372 παρ. 1α, 378α ΠΚ) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος προς βλάβη τρίτου, προκαλώντας συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 216 παρ. 3 ΠΚ). Βάσει δε της με αρ. ..... τραπεζικής επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 20.2.2002, ποσού 32.282 ευρώ, σε διαταγή του Ζ1 καθώς και της υπ' αρ. ..... τραπεζικής επιταγής, ποσού 32.282 ευρώ, εκδόσεως την 15.3.2002, σε διαταγή Ζ1 των οποίων ο Χ1 είχε καταστεί κομιστής με οπισθογράφηση από τον τελευταίο, ο προαναφερθείς κατηγορούμενος Χ1 , με τις από 11.3.2002 και 23.4.2002 αιτήσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της μηνύτριας Φ1 παριστάνοντας ψευδώς με επίγνωση της αναλήθειας, ότι εκδότης των ανωτέρω τραπεζικών επιταγών, των οποίων είχε καταστεί κομιστής με οπισθογράφηση από τον Ζ1 είναι η Φ2 με συνέπεια, να παραπλανήσει τον πιο πάνω Δικαστή ως προς την έκδοση από την Φ1 των επιταγών αυτών και να εκδώσει σε βάρος της, αντίστοιχα, τις υπ. αρ. 52/2002 και 72/2002 διαταγές πληρωμής με τις οποίες διατάχθηκε προς καταβολή του αναφερόμενου σε εκάστη αυτών ποσού, νομιμότοκα από την επόμενη της εμφανίσεώς τους έως την εξόφληση, καθώς και των δικαστικών εξόδων, ενώ η αλήθεια ήταν, ότι οι εν λόγω επιταγές δεν είχαν εκδοθεί από την Φ2 αλλά είχαν πλαστογραφηθεί από τον πατέρα αυτής Ζ1 και είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτόν (Χ1) προς εξόφληση οφειλής προερχόμενης από έξι συναλλαγματικές εκδόσεως Χ2 συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, τις οποίες είχε υπογράψει ως οπισθογράφος, εγγυηθείς την πληρωμή αυτών, ο Ζ1 και κατά την λήξη τους δεν πληρώθηκαν από τους υπόχρεους, μεταξύ αυτών και τον Ζ1 Από την προεκτεθείσα δε συμπεριφορά του, την οποία μετήρχετο κατ' επάγγελμα, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, ζημίωσε την μηνύτρια Φ2 με αντίστοιχο όφελός του, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 64.564 ευρώ. Ο δε ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου Χ1 με το σχετικό της εφέσεώς του λόγο, κατά τον οποίο αγνοούσε, κατά την παράδοση των τραπεζικών πιο πάνω επιταγών, ότι αυτές ήταν προϊόν κλοπής και πλαστογραφίας ως προς όλα τους τα στοιχεία, αξιόποινων τουτέστιν πράξεων διαπραχθέντων σε βάρος της μηνύτριας Φ2 υπό του κατηγορουμένου πατρός της, στερείται βασιμότητας, ως αναιρούμενος, από τα όσα διαλαμβάνει στην από 26.5.2002 μήνυσή του, ο εκ των κατηγορουμένων Ζ1 , εις διαταγή του οποίου εκδόθηκαν οι ανωτέρω επιταγές, περί της συμπλήρωσης υπ΄ αυτού των στοιχείων των επιταγών αυτών και της θέσεως στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της υπογραφής της θυγατρός του Φ2 παρουσία, τόσο του Ζ1 όσο και του Χ2 στην καφετέρια "...." στην ..... αρχές Σεπτεμβρίου 2001. Ούτε, εξ άλλου, ευσταθούν τα όσα, προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ωσαύτως στην έφεσή του υποστηρίζει, περί επικοινωνίας του τουτέστιν με τη μηνύτρια Φ2 τόσο κατά την παραλαβή των επιταγών αυτών, όσο και κατά τη λήξη τους και της διαβεβαιώσεως της τελευταίας περί πληρωμής των επιταγών, επικαλούμενος προς τούτο την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 κατά τη συζήτηση (11.4.2003) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας της με αρ. κατ. 103/2002 ανακοπής της κατά της με αρ. 520/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, ας σημειωθεί, δεν ήταν αυτήκοος όπως προκύπτει από την κατάθεσή του επί λέξει "ρώτησα τον κ.Χ1 και μου είπε ότι πήρε την κόρη του κ. Ζ1 η οποία συμφώνησε ότι είναι "εντάξει οι επιταγές", καθόσον, μετά την δήλωση απώλειας των επιταγών αυτών από την μηνύτρια Φ2 στο AT ..... δεν δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση παρομοίου περιεχομένου με την επικαλούμενη, ως άνω, διαβεβαίωση της μηνύτριας στον εν λόγω κατηγορούμενο, η από 24.3.2005 έφεση του οποίου, συνεπώς, κατά του εκκαλούμενου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος, όπως από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, ο εκ των κατηγορουμένων Χ1 , αφού συνομολόγησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 την προεξόφληση των παραπάνω συναλλαγματικών, εκδόσεώς του και αποδοχής Τ1 , συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, με τον όρο να λάβει τόκο 8% μηνιαίως σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των εν λόγω συναλλαγματικών, συνομολόγησε και έλαβε από τον Ζ1 προς κάλυψη τόκων εκ ποσοστού 8% μηνιαίως επί του ποσού των 22.400.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα 15.10.2000 μέχρι 20.2.2002, τις υπ' αρ. ...., ......, ......, ...... τραπεζικές επιταγές ποσού 15.000.000 δραχμών, 32.282, 32.282 και 29.347 ευρώ, αντίστοιχα, των οποίων τα ποσά υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, οι οποίες επιταγές φέρονταν να έχουν εκδοθεί από τη Φ2 σε διαταγή του οπισθογράφου Ζ1 Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού, κατά τον οποίο οι τραπεζικές επιταγές, ποσού 32.282 ευρώ εκάστη και λήξεως αντίστοιχα την 20.2.2002 και 15.3.2002 καθώς και του ποσού 29.347 ευρώ, λήξεως την 31.3.2002, δόθηκαν από το συγκατηγορούμενο του Ζ1 σε ανανέωση του υφιστάμενου χρέους του, το μεν από τη μη πληρωμή των ανωτέρω συναλλαγματικών, συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, εκδόσεως του Χ το δε, λόγω της αποδοχής υπ' αυτού (Ζ1) και μη πληρωμής και ετέρων πέντε συναλλαγματικών εκδόσεως Χ2 ωσαύτως, συνολικού ποσού 9.520.000 δραχμών, καταρτισθέντος προς τούτο και του από 7.9.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και δεν ενσωματώνουν, κατά συνέπεια, τοκογλυφικό τόκο κατ' ουδέν αναιρούν τα γενόμενα παραπάνω δεκτά αφού, δεν δικαιολογεί ούτε προσδιορίζει την απαίτηση για την οποία, εκτός των προαναφερθεισών τραπεζικών επιταγών, ο συγκατηγορούμενός του Ζ1 μετεβίβασε σ' αυτόν με οπισθογράφηση και τη με αρ. .... τραπεζική επιταγή, ποσού 15.000.000 δραχμών, βάσει της οποίας εκδόθηκε σε βάρος της μηνύτριας Φ2 η υπ΄ αρ. 174/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου αυτής κομιστή .... προς τον οποίο μετεβίβασε με οπισθογράφηση την εν λόγω επιταγή. Ούτε, άλλωστε, επικαλείται και αποδεικνύει την αιτία ή την απαίτηση για την οποία ο συγκατηγορούμενός του Ζ1 φέρεται αποδεχθείς και έτερες συναλλαγματικές, εκδόσεως Χ2 συνολικού ποσού 9.520.000 δραχμών, λόγω του υφιστάμενου χρέους, από τη μη πληρωμή των οποίων, καθώς και των προαναφερθέντων, συνολικού ποσού 22.400.000 δραχμών, εκδόσεως Χ2 ωσαύτως επικαλείται την κατάρτιση της περί ανανεώσεως συμφωνίας με την παράδοση των τριών παραπάνω τραπεζικών επιταγών. Για την ενσωμάτωση τοκογλυφικού τόκου στις τελευταίες συνηγορούν έμμεσα και τα όσα παραθέτει στο από 13.7.2004 απολογητικό του υπόμνημα ο Χ2 περί της προεξόφλησης τουτέστιν από τον Χ1 των παραπάνω, εκδόσεώς του, συναλλαγματικών, ύψους 22.400.000 δραχμών, με τόκο 6% μηνιαίως, ενώ, πέραν τούτου, για τη συστηματική ενασχόλησή του με τοκογλυφικές εργασίες συνηγορούν και τα.όσα επί λέξει παραθέτουν οι .... και ..... στο δικόγραφο της από 24.2.2003 ανακοπής τους κατά της υπ. αρ. 24/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε κατόπιν της από 23.11.2003 κατ' αυτού αιτήσεως του. "Ο αντίδικος είναι γνωστός και σκληρός τοκογλύφος της περιοχής μας, δρώντας πολλά χρόνια στο χώρο της τοκογλυφίας και κερδίζοντας από την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα χρηματικά ποσά". Με τα πραγματικά αυτά δεδομένα, προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου για την υπ' αυτού τέλεση και της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 14 παρ. 1, 26 παρ. 1, 27, 406 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2721/1991 και πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου και στην ουσία και του σχετικού με την αξιόποινη αυτή πράξη λόγου της από 28.3.2005 εφέσεως του Ζ1 ως πολιτικώς ενάγοντος, να μεταρρυθμιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την διάταξή του με την οποία αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για την προδιαληφθείσα πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για την εν λόγω πράξη, όπως αυτή κατά το νομικό και πραγματικό μέρος αναπτύσσεται στο διατακτικό της παρούσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ένοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 στο ακροατήριο και, κατόπιν τούτου, 1ον) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του τελευταίου κατά του υπ' αριθμ. 22/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης στο Δικαστήριο, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, ποσού άνω των 15.000 ευρώ και β) της χρήσης πλαστών εγγράφων, 2ον) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του ίδιου βουλεύματος και, μεταρρυθμίζοντας αυτό, παρέπεμψε τούτον (αναιρεσείοντα) στο ίδιο δικαστήριο για να δικαστεί και για το έγκλημα της τοκογλυφίας, κατ' επάγγελμα τελεσθείσας. Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και επιχειρήματα, με βάση τους οποίους, υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 2, 386 παρ. 1,3α και 404 παρ. 3,. 2α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι δεν περιέχονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για την θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, ήτοι της γνώσης από τον αναιρεσείοντα ότι, κατά τον χρόνο που αυτός υπέβαλε τις δύο αιτήσεις του για την έκδοση διαταγών πληρωμής, οι επιταγές, βάσει των οποίων ζητούσε την έκδοση των διαταγών αυτών ήταν πλαστές και β) ότι δεν γίνεται σ' αυτό μνεία των αποδεικτικών μέσων στα οποία το Συμβούλιο στήριξε τη κρίση του αυτή. Τούτο δε, διότι, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, το στοιχείο της γνώσης της πλαστότητας των ως άνω επιταγών συνάγεται από τις παραδοχές του βουλεύματος, ότι, ενώ παρουσία του κατηγορουμένου (εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται Ζ1 αντί του ορθού Χ1 στην καφετέρια "..... " στην ..... , στις αρχές Σεπτεμβρίου 2001, ο από τους κατηγορούμενους Ζ1 , σε διαταγή του οποίου εκδόθηκαν οι παραπάνω επιταγές, συμπλήρωσε στη θέση του εκδότη, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της θυγατέρας του Φ2 παρά ταύτα ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανωτέρω, αλλά και από την παραπάνω ειδικότερη σκέψη που διέλαβε αυτό (βούλευμα), προκειμένου να απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό που προέβαλε ο αναιρεσείων, ότι, τόσο κατά την παραλαβή των επιταγών αυτών, όσο και κατά τη λήξη τους, επικοινώνησε με την εγκαλούσα ως άνω Φ2 και η τελευταία τον διαβεβαίωσε περί της πληρωμής αυτών. Όσον αφορά την δεύτερη αιτίαση, αρκούσε η στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος αναφορά των κατά το είδος τους αναφερομένων και μάλιστα αναλυτικά μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και δεν απαιτείτο να αναφέρεται χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο και η αξιολόγησή του. Ο ίδιος λόγος δε αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρείται να αμφισβητηθεί η κρίση του Συμβουλίου για την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1035/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ