Αριθμός 1053/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2)Χ2, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, για αναίρεση της 1533/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 360/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή την αίτηση του Χ2 και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, οι υπό κρίση από 2 Φεβρουαρίου 2006 και 7 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 1.533/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι προδήλως συναφείς και ως τέτοιες πρέπει να συνεκδικαστούν. 2. Επειδή, κατά το άρθρο 513 § 1 εδαφ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδαφ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 25 Ιουλίου του 2006 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου της γραμματείας της Κ.Φ. Αλικαρνασσού ......... ο δεύτερος αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 514 εδαφ. α ΚΠΔ, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τούτο τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). 3. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ποινική ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 § 2 ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 § 1 περ. Β΄ του ίδιου Κώδικα. Όταν όμως ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. 4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 1.533/2005 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 "στους τόπους και χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό της με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα : 1) Στην ...... και επί της συμβολής των οδών ..... και .... την 29.5.1999 και περί ώρα 01.45, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ1 και με δύο άλλα άγνωστα στην προανάκριση και την κύρια ανάκριση (άτομα) και μετά προηγούμενη συναπόφαση πλησίασαν τον Φ1, που καθόταν στην θέση του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... ΕΙΧ αυτοκινήτου μάρκας FIAT PUNTO, χρώματος λευκού ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν σταθμευμένο, και, απειλώντας τον με μια βαριοπούλα, που κρατούσε ο ένας απ' αυτούς, και με τις φράσεις "βγες έξω τώρα, τώρα μη σε γαμήσω", που του απηύθυναν οι άλλοι δύο εξ αυτών, τον εξανάγκασαν να βγει από το αυτοκίνητο του και του αφαίρεσαν από τα θυλάκια των ενδυμάτων του 10.500 δραχμές και το μπλουζάκι που φορούσε, αξίας 12.000 δρχ., με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως. Εν συνεχεία, αφού τον λάκτισαν στο σώμα του, ο αναιρεσείων Χ2 του έριξε στο πρόσωπο και στο ύψος των ματιών του δακρυγόνο σπρέι, τον έσπρωξε και τον έρριξε στο έδαφος και αφαίρεσαν από την κατοχή του το ανωτέρω αυτοκίνητό του, μέσα στο οποίο υπήρχαν το δίπλωμα οδήγησης του ιδίου, μια κάρτα αυτόματης αναλήψεως χρημάτων (CASH CARD) της Τράπεζας Εργασίας, ένα κασετόφωνο αυτοκινήτου με τα ηχεία του και τον ενισχυτή του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως. 2) Στην Αθήνα και στον οδό ......, την 20.30 ώρα περίπου στις 30.5.1999, ο κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενος του Χ1 με τους πιο πάνω άγνωστους τρίτους, ενεργώντας από κοινού και έχοντας συναποφασίσει να διαπράξουν ληστεία σε βάρος του Φ2, τον πλησίασαν, καθώς ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο υπ' αριθ. ..... ΕΙΧ αυτοκίνητο, μάρκας OPEL ASTRA, χρώματος βυσσινί, ιδιοκτησίας της συζύγου του Φ3, που ήταν σταθμευμένο εκεί, και απειλώντας τον με μαχαίρια, που κρατούσαν οι δύο απ' αυτούς, από τους οποίους ο ένας ήταν ο κατηγορούμενος Χ1 που του απηύθυνε την φράση "δώσε μου τα λεφτά σου" και εν συνεχεία τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο, απαίτησαν από αυτόν να τους παραδώσει τα χρήματα του. Η πράξη τους όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι ο προαναφερόμενος παθών δεν ενέδωσε στις απαιτήσεις τους και, χρησιμοποιώντας τη σωματική του δύναμη, πέτυχε να τους απωθήσει και να εισέλθει στο αυτοκίνητο, ασφαλίζοντας συγχρόνως την πόρτα του. 3) Από κοινού με τους πιο πάνω Χ1 και άγνωστους τρίτους, στην περιοχή των ......., στην οδό ..... στις 29.5.1999 και περί ώρα 01.10, έχοντας συναποφασίσει να ληστέψουν τον Φ4, πλησίασαν αυτόν, που καθόταν στο υπ' αριθ. ...... ΕΙΧ αυτοκίνητο μάρκας FIAT PUNTO, χρώματος πρασίνου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν σταθμευμένο εκεί, στη θέση του οδηγού, και τότε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 κρατώντας μαχαίρι, τον απείλησε με αυτό και του ζήτησε να βγει από το αυτοκίνητο του και να αφήσει πάνω σε αυτό τα κλειδιά του, για να το αφαιρέσουν και να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Η τέλεση, όμως, της ως άνω πράξεως δεν ολοκληρώθηκε, διότι δεν ενέδωσε ο εν λόγω παθών στην απαίτηση τους και εν συνεχεία, θέτοντας αμέσως σε κίνηση το αυτοκίνητο του, απομακρύνθηκε από το σημείο εκείνο. 4) Στην ...... και στην συμβολή των οδών ...... και ....... στις 29.5.1999 και ώρα 01.45 περίπου, ενεργώντας από κοινού με όλους τους ανωτέρω κατά τη διάρκεια της άνω ληστείας σε βάρος του Φ1 κατάφεραν όλοι τους λακτίσματα στο σώμα του (παθόντος), ο δε αναιρεσείων έρριξε στο πρόσωπο του και στο ύψος των ματιών δακρυγόνο σπρέι, προκαλώντας έτσι στον εν λόγω παθόντα σωματικές κακώσεις και κάψιμο στα μάτια. Από τον τρόπο, με τον οποίο τελέσθηκε η ως άνω πράξη, αλλά και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεσή της και το ευπαθές σημείο του σώματος του παθόντος στο οποίο ρίφθηκε το σπρέι μπορούσε να προκληθεί σ' αυτόν βαρεία σωματική βλάβη. 5) Στην Αθήνα και στον οδό ...... την 20.30 περίπου ώρα στις 30.5.1999 ο κατηγορούμενος Χ2 μόνος του, κατά τη διάρκεια της ληστείας εις βάρος του Φ2, κτύπησε αυτόν με γροθιές στο πρόσωπο και του προκάλεσε αιμάτωμα βλεφάρων δεξιού οφθαλμού και υπόσφαγμα του βολβού του. Από τον τρόπο δε που τελέσθηκε η ως άνω πράξη και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεσή της, καθώς και το ευπαθές σημείο του σώματος του παθόντος που κτυπήθηκε μπορούσε να προκληθεί σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη. 6) Στην ......, τη νύκτα της 31ης Μαΐου προς 1η Ιουνίου 1999, από κοινού, ενεργώντας με τους τρίτους άγνωστους στην ανάκριση εισήλθαν στο επί της οδού ........ κατάστημα της ....... και, σπάζοντας το τζάμι της κυρίας εισόδου, αφαίρεσαν, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως διάφορα είδη ενδύσεως, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στην ως άνω παθούσα και στα οποία περιλαμβάνονται 64 υποκάμισα και 21 μπλούζες διαφόρων σχεδίων και χρωμάτων, συνολικής αξίας 500.000 δραχμών. 7) Στην Αθήνα, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 1999, ενεργώντας από κοινού με τους πιο πάνω τρίτους, αφαίρεσαν από την κατοχή αγνώστων στην προανάκριση και την κύρια ανάκριση προσώπων τα εις το διατακτικό λεπτομερώς αναφερόμενα αντικείμενα. 8) Στην ......., την 31 Μαΐου προς 1 Ιουνίου 1999 και περί ώρα 03.00, ενεργώντας από κοινού με τους εν λόγω άγνωστους τρίτους και έχοντας συναποφασίσει να τελέσουν την πράξη της κλοπής, επιχείρησαν να αφαιρέσουν από την κατοχή αγνώστου στην ανάκριση ατόμου του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ....... ΕΙΧ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν σταθμευμένο στη συμβολή των οδών ..... και ......., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Όμως η κλοπή δεν ολοκληρώθηκε, διότι έγιναν αντιληπτοί από αστυνομικούς, όταν προσπαθούσαν να παραβιάσουν την κλειδαριά του αυτοκινήτου, και αναγκάσθηκαν να τραπούν σε φυγή. Τις ανωτέρω πράξεις κλοπής ενεργούν οι κατηγορούμενοι κατ΄ επάγγελμα δηλαδή προς πορισμό εισοδήματος, όπως προκύπτει από την όλη υποδομή που είχαν διαμορφώσει και τον τρόπου που ενεργούσαν. Οι παραπάνω πράξεις κλοπών συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, και η κατ' επανάληψη τέλεση των πράξεων αυτών μαρτυρεί σταθερή ροπή τους για την διάπραξη του εγκλήματος αυτού. 9) Ο ίδιος αναιρεσείων κατηγορούμενος, στην Αθήνα και στην οδό ........ στις 30.5.1999 και ώρα 20.30 περίπου, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ1 και τους πιο πάνω άγνωστους τρίτους, αμέσως μετά τη διάπραξη της απόπειρας ληστείας σε βάρος του Φ2 με μαχαίρια, που είχαν μαζί τους, κατέστρεψαν τα ελαστικά όλων των τροχών του προμνημονευομένου υπ' αριθ. ....... ΕΙΧ αυτοκινήτου της συζύγου του Φ3, χωρίς να προκληθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο από τον παθόντα. 10) Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, στην ...... και στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 29 έως 30.5.1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την τέλεση των πράξεων της απόπειρας ληστείας σε βάρος του Φ2 και Φ4 και τελεσμένης ληστείας σε βάρος του Φ1, έφερε μαζί του παρανόμως όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του ν. 2.168/1993 και ειδικότερα έφερε μαζί του, παρανόμως και χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, ένα μαχαίρι με κίτρινη πλαστική λαβή, με αριθμό 2-35-22 τύπου WENCER, με λεπίδα μονής κοπής, μήκους 20 εκατοστών, το οποίο είναι αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση εξ επαφής καθώς και ένα δακρυγόνο spray με την ένδειξη DEFENOL CS. 11) Ο ίδιος κατηγορούμενος Χ1, στην ..... και στη συμβολή των οδών ..... και ......, την 01.45 περίπου ώρα της 29.5.1999, με τη χρήση του προαναφερθέντος δακρυγόνου spray, το οποίο έρριξε στο πρόσωπο του παθόντος Φ1 διέπραξε σε βάρος αυτού τα εγκλήματα της ληστείας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, χωρίς το όπλο τούτο να αποτελεί στοιχείο των εγκλημάτων αυτών. Το βάσιμο των ανωτέρω περιστατικών προκύπτει από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών .... και ....., καθώς και των παθόντων Φ2 και Φ4 οι οποίοι (παθόντες), εκτός του δεύτερου, αναγνώρισαν στα πρόσωπα των κατηγορουμένων τους δράστες των ληστειών που διέπραξαν αυτοί σε βάρος τους, οι δε αστυνομικοί και τους δράστες της απόπειρας κλοπής του υπ' αριθ. .... ΕΙΧ αυτοκινήτου στην ...... την 03.00΄ περίπου ώρα στις 31.5/1.6.1999". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 ένοχο α) ληστείας τελεσμένης και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και κατά συρροή, β) διακεκριμένης κλοπής (άρθρ. 374 περ. ε ΠΚ) τελεσμένης και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, γ) επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά μόνας κατά συρροή, δ) διακεκριμένης φθοράς κατά συναυτουργία, ε) παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση, και στ) οπλοχρησίας, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 § 2 εδαφ. ε του ΠΚ, και καταδίκασε αυτόν σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών για την πράξη της ληστείας, καθείρξεως πέντε και ημίσεος (51/2) ετών για κάθε απόπειρα ληστείας, φυλακίσεως τεσσάρων ετών (4) για τη διακεκριμένη κλοπή κατ' εξακολούθηση, φυλακίσεως δύο (2) ετών για κάθε επικίνδυνη σωματική βλάβη, φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για την φθορά ξένης ιδιοκτησίας, φυλακίσεως ενός (1) έτους για παράνομη οπλοφορία και φυλακίσεως ενός (1) έτους για την οπλοχρησία, και τέλος καθόρισε τη συνολικώς εκτιτέα από αυτόν ποινή σε δέκα εννέα (19) έτη και πέντε (5) μήνες. 5. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Τούτο δε, διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ότι προσδιορίζονται στην πληττόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, δεν απαιτείται δε αναλυτική παράθεσή τους και το τι προκύπτει από το καθένα, παρεκτός του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνεται και τέτοια αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία ούτε η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε το Δικαστήριο ήταν υπόχρεο να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση σε σχέση με τους προβληθέντες από τούτον νομοτύπως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, αφού η αιτιολογία για τους ισχυρισμούς αυτούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Τέλος, σχετικά με την αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής, τελεσμένης και σε απόπειρα κατά συναυτουργία εκ του λόγου ότι, σε σημείο του σκεπτικού (σελ. 25 απόφασης), και μάλιστα στο σημείο που αναφέρονται εν κατακλείδι οι αξιόποινες πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αυτή φέρεται τελεσθείσα κατά συρροή, ενώ στο διατακτικό ο ίδιος κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος γι' αυτή, τελεσθείσα όμως κατ' εξακολούθηση, αφού η αναφορά στο σημείο αυτό του σκεπτικού της διακεκριμένης κλοπής ως κατά συρροή τελεσθείσας οφείλεται σε προφανή παραδρομή του Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι τούτο σαφώς και ρητώς σε προηγούμενο σημείο του σκεπτικού του, όπου και αιτιολογείται η διάπραξη των κλοπών αυτών, διαλαμβάνει, με ειδική σκέψη του, πως οι διαπραχθείσες περισσότερες κλοπές συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ίδιου εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής, ως τελεσθείσας από δράστη που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (σελ. 23 αυτής). Άλλωστε, με βάση την παραδοχή αυτή, το Δικαστήριο προχώρησε και στη μετατροπή της διατάξεως της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως για διακεκριμένη κλοπή τελεσμένη και σε απόπειρα κατά συναυτουργία ως κατ' εξακολούθηση και όχι ως κατά συρροή τελεσθείσας. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 6. Επειδή, μετά από όλα αυτά, πρέπει και η αίτηση αναίρεσης του Χ2 να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 24 Ιανουαρίου 2006 και 7 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1.533/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ