Αριθμός 1362/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10 Ιανουαρίου2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10462/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 681/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί με τρεις τρόπους, ήτοι με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με απόκρυψη των αληθινών και με παρασιώπηση των αληθινών, οι οποίοι και συνιστούν υπαλλακτικούς τρόπους τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Διαφέρουν, όμως, μεταξύ τους ως προς το εννοιολογικό τους περιεχόμενο και οι μεν δύο πρώτοι συνιστούν θετική απατηλή συμπεριφορά καθένας τους, ο δε τρίτος απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται με παράλειψη και προϋποθέτει ότι ο δράστης έχει υποχρέωση να ανακοινώσει στον παθόντα τα αληθινά γεγονότα, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. Έτσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, γιατί η παραδοχή του ενός αναιρεί τον άλλο και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το πώς συντελέσθηκε η απάτη, η δε απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται, όμως, τέτοια ασάφεια ή αντίφαση από την αναφορά στην απόφαση περισσότερων από έναν τρόπων, εφόσον από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η απάτη τελέσθηκε με τον ένα τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στο .... Αττικής, στις 23-2-2000 τυγχάνοντας εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".....Ο.Ε.-Ευθυγραμμίσεις Αυτοκινήτων -Αναρτήσεις-Εμπορία και Σέρβις Ανταλλακτικών", που διατηρούσε κατάστημα στο ... Αττικής, παρέστησε στον εγκαλούντα Ψ1 ότι τόσον ο ίδιος όσον και η ως άνω εταιρία ήταν φερέγγυοι και οικονομικά εύρωστοι, ότι ο ίδιος ήταν και εισαγωγέας αυτοκινήτων με μεγάλη πείρα και ικανότητα και ότι είχε τη δυνατότητα να εισαγάγει από το εξωτερικό και να παραδώσει στον εγκαλούντα εντός προθεσμίας ενός μηνός ένα αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES μοντέλο CLK COMPRESSOR 200. Οι παραστάσεις, όμως, αυτές ήταν ψευδείς, καθόσον η αλήθεια την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν εισαγωγέας αυτοκινήτων, δεν είχε τη δυνατότητα εισαγωγής του παραπάνω αυτοκινήτου και τόσον ο ίδιος όσον και η προαναφερθείσα εταιρία του είχαν σημαντικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους (όπως στην εταιρία ΘΕΟΧΑΡΑΚΗΣ Α.Ε.), γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος παρασιώπησε αθεμίτως από τον εγκαλούντα. Έτσι με τις ψευδές αυτές παραστάσεις και την αθέμιτη παρασιώπηση γεγονότων παραπλανήθηκε ο εγκαλών και κατέβαλε στον κατηγορούμενο, στις 23-2-2000, το ποσό των 4.000.000 δρχ. ως δήθεν προκαταβολή για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου. Ακολούθως, στις 15-3-2000, ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι το αυτοκίνητο είχε έλθει και ότι βρισκόταν στο Τελωνείο, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ήταν ψευδές, προέβη δε στη διαβεβαίωση αυτή για να αποσπάσει από τον εγκαλούντα άλλα 4.000.000 δρχ., ποσό το οποίο και του κατέβαλε ο εγκαλών στις 15-3-2000, καθόσον πείσθηκε ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν πράγματι στο Τελωνείο και ότι για τον εκτελωνισμό του χρειαζόταν ο κατηγορούμενος, όπως του είχε πει ο ίδιος, το ποσό αυτό. Στη συνέχεια, όμως, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα το παραπάνω αυτοκίνητο, αλλά αρνήθηκε και να του επιστρέψει το καταβληθέν σ' αυτόν συνολικό ποσό των 8.000.000 δρχ. παρά τις προς τούτο επανειλημμένες οχλήσεις του εγκαλούντος. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις και την αθέμιτη παρασιώπηση γεγονότων, ο κατηγορούμενος είχε ως σκοπό να αποκομίσει παράνομα το ποσό των 8.000.000 δρχ., το οποίο και αποκόμισε, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ποσό αυτό που είναι ιδιαίτερα μεγάλο". Ακολούθως, το ως άνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση, εκτός άλλων, τα ψευδή γεγονότα που εν γνώσει του παρέστησε ο κατηγορούμενος ως αληθινά, με τα οποία παραπλανήθηκε ο εγκαλών, από την παραδοχή δε αυτή εξειδικεύεται πλήρως και με σαφήνεια η κατά τον ανωτέρω πρώτο τρόπο τέλεση της απάτης, με την παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Η περαιτέρω συμπλεκτική αναφορά, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως και του τρίτου τρόπου τελέσεως (αθέμιτη παρασιώπηση γεγονότων) δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση ως προς τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η εξαπάτηση του παθόντος, διότι απ' το περιεχόμενό της προκύπτει με σαφήνεια η παραδοχή ότι η προκειμένη εξαπάτηση έγινε απ' τον αναιρεσείοντα μόνον με την εν γνώσει του παράσταση των ψευδών γεγονότων, που προαναφέρθηκαν, ως αληθινών, η δε συμπλεκτική διατύπωση και του τρίτου τρόπου έγινε στην απόφαση ως εκ περισσού και δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της απάτης. Επίσης, μετά την σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......Ο.Ε.", υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της περιουσιακής βλάβης του εγκαλούντος και της ψευδούς παραστάσεως περί της φερεγγυότητας και οικονομικής ευρωστίας της εν λόγω εταιρίας, καθόσον η φερεγγυότητα και οικονομική ευρωστία της εταιρίας αυτής αποτελεί κρίσιμο μέγεθος για τη διαμόρφωση της βουλήσεως του παραπλανηθέντος εγκαλούντος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ με το να δεχθεί ότι η συγκεκριμένη απάτη τελέσθηκε σωρευτικώς με περισσότερους τρόπους και ειδικότερα με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών και ότι η αιτιολογία της δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη στο ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ψευδούς παραστάσεως ως προς τη φερεγγυότητα και οικονομική ευρωστία της προαναφερθείσης εταιρίας και της περιουσιακής ζημίας του εγκαλούντος, είναι αβάσιμες, Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, να απορριφθεί δε μετά ταύτα η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ1 , περί αναιρέσεως της 10462/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ