Αριθμός 1709/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, περί αναιρέσεως της 294/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκών την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του α) Ψ2, β) Ψ3 και γ) Ψ4, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Βέρρα. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.4.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 834/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, επί πραγματογνωμοσύνης, όταν το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, οφείλει για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα, επί των οποίων ο πραγματογνώμονας θεμελίωσε το πόρισμα του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε επιτρεπτώς, στα γενικώς κατά το είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 2.5.1998 η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντα Γ1, ηλικίας 32 ετών, προσήλθε στην ιδιωτική κλινική (μαιευτήριο) Ηρακλείου "ΜΗΤΕΡΑ ΚΡΗΤΗΣ", όπου γέννησε το τρίτο της παιδί μετά από φυσιολογικό τοκετό με χρήση αναρροφητικού εμβρυουλκού, ο οποίος τοκετός ολοκληρώθηκε ώρα 16.15' της ίδιας ημέρας. Μετά τον τοκετό, όμως, εμφάνισε σοβαρή αιμορραγία από τον κόλπο λόγω ατονίας της μήτρας (έλλειψη συσπάσεων), πράγμα που συμβαίνει συχνά στις πολύτοκες γυναίκες, γι' αυτό ο θεράπων ιατρός της Χ1 (1ος κατηγορούμενος), αφού προηγουμένως της παρέσχε συντηρητικά μέτρα (φαρμακευτική αγωγή και μαλάξεις), στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης και της συνεχιζόμενης αιμορραγίας, κάλεσε προς βοήθειά του μεταξύ άλλων και τον επίσης ιατρό-γυναικολόγο Χ2 (2ο κατηγορούμενο). Αποφασίσθηκε η χειρουργική επέμβαση για μερική αφαίρεση της μήτρας της ασθενούς (υφολική αφαίρεση), η οποία άρχισε ώρα 17.55' και ολοκληρώθηκε ώρα 19.55', με ταυτόχρονη υποστήριξή της με αιμοδοσία, κατά το τέλος δε της εγχείρησης, της παρασχέθηκε ινωδογόνο για την ενίσχυση της πηκτικότητας του αίματος της. Λόγω της απώλειας μεγάλης ποσότητας αίματος υπήρχε άμεσος κίνδυνος εγκατάστασης στην ασθενή διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (ΔΕΠ), σύνδρομο το οποίο, όταν παρουσιαστεί, δύσκολα αντιμετωπίζεται και συχνά επέρχεται ο θάνατος. Μετά την παραπάνω χειρουργική επέμβαση η κατάσταση της ασθενούς προσωρινά φάνηκε ότι βελτιώθηκε, αφού αυτή απέκτησε επαφή με το περιβάλλον, όμως στη συνέχεια από τον κόλπο της και πάλι άρχισε να αιμορραγεί, ενώ και από τα αυτιά της εκχυνόταν αίμα, συμπτώματα που προμηνούσαν την εγκατάσταση ΔΕΠ. Στην κρίσιμη αυτή για τη ζωή της ασθενούς κατάσταση αποφασίστηκε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση και του υπολοίπου τμήματος της μήτρας (τραχήλου), τούτο όμως επιχειρήθηκε στην ίδια κλινική, στην οποία δεν υπήρχε ούτε κατάλληλο και οργανωμένο αιματολογικό εργαστήριο για την πραγματοποίηση αιματολογικών εξετάσεων, που είναι απολύτως αναγκαίες για τον έλεγχο της πηκτικότητας του αίματος σε περιπτώσεις αιμορραγίας υστερότοκης, ούτε τμήμα αιμοδοσίας για την έγκαιρη χορήγηση αίματος και παραγόντων πήξης του αίματος, αλλ' ούτε μονάδα εντατικής θεραπείας για τη συνεχή παρακολούθηση της αιμορραγούσας ασθενούς από εξειδικευμένους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων για την αναγκαία παθολογική υποστήριξη αυτής. Τέτοια μέσα διέθεταν δύο νοσοκομεία του Ηρακλείου και συγκεκριμένα, το Βενιζέλειο Νοσοκομείο και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, σε ένα από τα οποία θα μπορούσε η ασθενής να διακομισθεί εύκολα και έγκαιρα, προκειμένου αυτή να τύχει αποτελεσματικής ιατρικής φροντίδας. Παρά ταύτα, ο πρώτος κατηγορούμενος θεράπων ιατρός της Γ1, ο οποίος είχε και τη σχετική ευθύνη έναντι αυτής από τη σύμβαση μεταξύ ιατρού και ασθενούς, επέλεξε να πραγματοποιηθεί στην κλινική "ΜΗΤΕΡΑ ΚΡΗΤΗΣ", παρά τις προαναφερόμενες ελλείψεις της, η δεύτερη εγχείρηση με τη βοήθεια και του συναδέλφου του, 2ου κατηγορουμένου. Τούτο συνέβη παρά τις επίμονες παρακλήσεις του πολιτικώς ενάγοντα να μεταφερθεί η σύζυγος του στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, από το οποίο μάλιστα κάλεσε τη γνωστή του καρδιολόγο ιατρό, ................, που παραβρέθηκε στο χώρο του χειρουργείου. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής εγχείρισης, που άρχισε ώρα 22.15', η ασθενής εξαιτίας της κατακλυσμιαίας αιμορραγίας υπέστη καρδιακή ανακοπή, η οποία αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από την παραπάνω καρδιολόγο ιατρό και τους λοιπούς χειρουργούς ιατρούς με καρδιακές μαλάξεις και με χορήγηση αδρεναλίνης. Επίσης, κατά την εγχείριση αυτή χρειάστηκε να χορηγηθούν στην ασθενή έντεκα (11) μονάδες αίματος, δύο (2) μονάδες πλάσματος και τέσσερα (4) γραμμάρια ινωδογόνου, ποσότητες τις οποίες μετέφεραν οι συγγενείς της από τα νοσοκομεία Ηρακλείου, Βενιζέλειο και Πανεπιστημιακό. Και η δεύτερη αυτή εγχείριση επιχειρήθηκε σε χώρο χειρουργείου με τις ελλείψεις ιατρικών μέσων που προαναφέρθηκαν, ενώ με βάση τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιμέλειας έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε οργανωμένο νοσοκομείο, που διέθετε τα μέσα αυτά, ύστερα από μεταφορά σ' αυτό της ασθενούς, που κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν επιβεβλημένη. Η επιλογή του θεράποντα κίτρου (1ου κατηγορουμένου) να μη μεταφέρει την ασθενή σε τέτοιο νοσοκομείο προκειμένου να υποστεί εκεί τη νέα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση και του κολοβώματος (ολική υστερεκτομή), ύστερα μάλιστα από την απώλεια μεγάλου όγκου αίματος, δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Ο προβληθείς ισχυρισμός, ότι αυτό έγινε γιατί η ασθενής κινδύνευε κατά τη μεταφορά, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον ο χρόνος μεταφοράς της με όχημα του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο ΠΕΠΑΓΝΗ Ηρακλείου δεν θα διαρκούσε περισσότερο από δέκα λεπτά της ώρας, όπως και έγινε αργότερα. Συγκεκριμένα, επειδή παρά τις προσπάθειες των ιατρών η αιμορραγία ούτε και κατά τη δεύτερη εγχείριση σταματούσε, κλήθηκε από τους κατηγορούμενους ο διευθυντής της κλινικής της χειρουργικής ογκολογίας του ΠΕΠΑΓΝΗ καθηγητής .............., ο οποίος διέγνωσε αμέσως την εγκατάσταση στην ασθενή του συνδρόμου της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (ΔΕΠ) και συνέστησε τη μεταφορά της στη μονάδα εντατικής θεραπείας του παραπάνω νοσοκομείου. Πράγματι η ασθενής μεταφέρθηκε στο εν λόγω νοσοκομείο με όχημα του ΕΚΑΒ σε χρόνο μικρότερο των δέκα λεπτών της ώρας, όπως προκύπτει από το από .............. έγγραφο του ΕΚΑΒ (αναχώρηση από την κλινική "ΜΗΤΕΡΑ ΚΡΗΤΗΣ" στις 23.35' και άφιξη στο ΠΕΠΑΓΝΗ στις 23.43' . Στο νοσοκομείο ΠΕΠΑΓΝΗ η ασθενής μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση με κόρες οφθαλμών σε μυδρίαση, χωρίς να αντιδρά στα επώδυνα ερεθίσματα και με πλήρη την εικόνα της ΔΕΠ (αιμορραγούσε ακόμη και από τα αυτιά, τη μύτη και τα μάτια). Παρά την προσπάθεια αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής με συνεχείς μεταγγίσεις μονάδων αίματος, πλάσματος και παραγόντων πήξης, περί ώρα 05.15' της επομένης ημέρας (3.5.1998), η Γ1 εμφάνισε βραδυκαρδία και καρδιακή ανακοπή και τελικά απεβίωσε (βλ. το από ......... έγγραφο της ΜΕΘ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου για την πορεία της νόσου της θανούσας). Υπό τα περιστατικά αυτά κρίνεται ότι ο θάνατος της Γ1 υπήρξε αποτέλεσμα της επιλογής του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1, θεράποντα ιατρού της, να υποστεί αυτή τις διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις σε χώρο χειρουργείου με ελλείψεις σε ιατρικά μέσα, αναγκαία σε περιπτώσεις αιμορραγίας του ασθενούς, ενώ, αν εγκαίρως, δηλαδή πριν από την πρώτη εγχείριση ή τουλάχιστον αμέσως μετά το πέρας αυτής, μεταφερόταν σε ένα από τα δύο πλήρως οργανωμένα νοσοκομεία της πόλης (ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ και ΠΕΠΑΓΝΗ), με μεγίστη πιθανότητα, που προσεγγίζει τη βεβαιότητα, θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά η αιμορραγία της με τη χορήγηση των απαιτούμενων μονάδων αίματος και παραγόντων πηκτικότητας σε συνδυασμό με την εφαρμογή άλλων επιστημονικών μεθόδων (π.χ. απολίνωση), και θα αποτρεπόταν η εγκατάσταση της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, στην οποία οφείλεται ο θάνατος της (βλ. την από ............. έκθεση του Ιατροδικαστή ..............). Σχετικά με το ζήτημα αυτό και σε ερώτηση της Πταισματοδίκη Ηρακλείου, αν έπρεπε να μεταφερθεί η ασθενής μετά τη διαπίστωση της αιμορραγίας σε οργανωμένο νοσοκομείο με τμήμα αιμοδοσίας και ΜΕΘ, οι διορισθέντες πραγματογνώμονες Ζ1, Ζ2 και Ζ3 δεν απάντησαν με σαφήνεια με το από ........... Υπόμνημα τους. Συγκεκριμένα, η μεταφορά της Γ1 σε μεγάλο νοσοκομείο, κατά τους παραπάνω πραγματογνώμονες ιατρούς "........ σε αυτή τη φάση ίσως ήταν επικίνδυνη από άποψη απώλειας χρόνου κατά τη μεταφορά ......... οι θεράποντες ιατροί θεώρησαν ότι η κατάσταση της ασθενούς βρίσκεται υπό έλεγχο και κράτησαν την άρρωστη στην Κλινική ......... Ωστόσο, τα πράγματα άλλαξαν αργότερα όταν η άρρωστη άρχισε να αιμορραγεί εκ νέου .......... τέτοια συμβάντα δεν είναι συνήθη κατά τον τοκετό, όταν όμως παρατηρηθούν έχουν πολύ μεγάλη θνητότητα ακόμη και σε οργανωμένα μεγάλα Νοσοκομεία". Αντίθετα, όμως, με τις διατυπωθείσες αυτές γνώμες των πραγματογνωμόνων, αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, ότι ο απαιτούμενος χρόνος μεταφοράς της ασθενούς σε οργανωμένο νοσοκομείο ήταν ελάχιστος (10 λεπτά της ώρας περίπου), ώστε καμμία δυσμενή συνεπεία δεν θα είχε στην αντιμετώπιση της αιμορραγίας της, ενόψει της μεγάλης σχετικώς χρονικής διάρκειας των δύο εγχειρίσεων (από 17.55' μέχρι 23.00' περίπου). Άλλωστε, η μεταφορά της σε τέτοιο νοσοκομείο έγινε αργότερα, όταν όμως είχε ήδη εγκατασταθεί πλήρως το αίτιο του θανάτου της, δηλαδή το σύνδρομο της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (ΔΕΠ). Τέλος, καθόσον αφορά στο χρονικό σημείο της εμφάνισης του συνδρόμου αυτού, οι ίδιοι πραγματογνώμονες το προσδιορίζουν στο τέλος της πρώτης χειρουργικής επέμβασης, ώστε υπήρχε ικανός χρόνος για τη μεταφορά της σε οργανωμένο νοσοκομείο, όπου, αν χρειαζόταν, θα πραγματοποιείτο η νέα χειρουργική επέμβαση ή άλλη ιατρική πράξη (π.χ. απολίνωση μητρικής αρτηρίας) με την υποστήριξη μικροβιολογικού εργαστηρίου, ΜΕΘ κλπ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο θάνατος της Γ1 οφείλεται στην έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής και επιμέλειας, που έπρεπε ο πρώτος κατηγορούμενος να καταβάλει, λόγω της ιδιότητας του ως ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος, καθόσον αυτός δεν προέβλεψε ότι από τη συνεχιζόμενη αιμορραγία της παραπάνω ασθενούς θα προέκυπτε με μεγάλη πιθανότητα το σύνδρομο της ΔΕΠ, ώστε να αποφασίσει εγκαίρως τη μεταφορά της σε οργανωμένο νοσοκομείο. Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ.1 ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλείπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε, Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, η οποία αποτελείται από προηγηθείσες ενέργειες και παραλείψεις αυτού, από τις οποίες πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του, προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του θανάτου της Γ1, ο οποίος οφείλεται σε κατακλυσμιαία αιμορραγία του κόλπου της θανούσας και την εγκατάσταση, συνεπεία αυτής, διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, η οποία θα αποτρεπόταν, εάν η ασθενής αμέσως, μετά την υποβολή της στην πρώτη εγχείριση της υφολικής αφαίρεσης μήτρας, μεταφερόταν στο Βενιζέλειο ή το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ηρακλείου Κρήτης, όπου τελικώς, καθυστερημένα, μετά την υποβολή της σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση (τραχήλου μήτρας), σε κωματώδη κατάσταση, με κόρες των οφθαλμών σε μυδρίαση και αιμορραγία από τη μύτη και τα μάτια, μεταφέρθηκε, τα οποία ήταν οργανωμένα και διέθεταν εξειδικευμένους γιατρούς όλων των ειδικοτήτων, οι οποίοι θα αντιμετώπιζαν την αιμορραγία αποτελεσματικά με την έγκαιρη χορήγηση των απαιτούμενων μονάδων αίματος και παραγόντων πηκτικότητας σε συνδυασμό με την εφαρμογή άλλων επιστημονικών μεθόδων, όπως απολίνωσης της μητρικής αρτηρίας. Η αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή στο σκεπτικό της αναφέρεται, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όχι όμως και η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι δεν προσδιορίζεται με την αιτίαση, σε ποια σημεία η κατάθεση αυτή τον ωφελεί και ποια η βλάβη του από τη μη λήψη υπόψη της καταθέσεως αυτής, σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμη, διότι, εφόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του, ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιόν του, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν κατατίθενται εξόχως επιβαρυντικά για τον αναιρεσείοντα στοιχεία. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του προς το πόρισμα της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών, 1) Ζ1, 2) Ζ2 και 3) Ζ3, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα, επί των οποίων οι πραγματογνώμονες θεμελίωσαν το πόρισμά τους και συγκεκριμένα, ότι ο θάνατος της Γ1 θα αποτρεπόταν με την έγκαιρη μεταφορά της μετά την πρώτη εγχείρηση της υφολικής υστερεκτομής, στην οποία υποβλήθηκε στο Ιδιωτικό Μαιευτήριο Ηρακλείου "Μητέρα της Κρήτης", σε ένα από τα νοσοκομεία "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" ή Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, στα οποία θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά η αιμορραγία, συνεπεία της οποίας επήλθε η διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, με την έγκαιρη χορήγηση των απαιτούμενων μονάδων αίματος και παραγόντων πηκτικότητας σε συνδυασμό με την εφαρμογή άλλων επιστημονικών μεθόδων, όπως, απολίνωσης της μητρικής αρτηρίας από εξειδικευμένους γιατρούς τους οποίους διέθεταν, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση, μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης εγχείρισης (ολικής υστερεκτομής) χρειάστηκε να της χορηγηθούν 11 μονάδες αίματος, 2 μονάδες πλάσματος και 4 γραμμάρια ινωδογόνου που μετέφεραν οι συγγενείς της θανούσας από τα νοσοκομεία Ηρακλείου, Βενιζέλειο και Πανεπιστημιακό και εκείνης, κατά την οποία αμέλησε ο κατηγορούμενος, παραλείποντας την έγκαιρη διακομιδή της σε ένα από τα ανωτέρω νοσοκομεία πριν υποβληθεί αυτή στη δεύτερη εγχείριση, όπου θα της εχορηγούντο εγκαίρως οι απαραίτητες μονάδες αίματος και πηκτικότητας και θα υποβαλλόταν σε απολίνωση της μητρικής αρτηρίας από εξειδικευμένους γιατρούς, τους οποίους τα νοσοκομεία αυτά διέθεταν. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ προκύπτει ότι, κατά την επιμέτρηση της ποινής, που ανήκει στην ουσιαστική και κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και η προσωπικότητα του δράστη, αρκεί δε να αναφέρει το δικαστήριο στην απόφαση του τα στοιχεία αυτά, έχοντας υπόψη και τις οδηγίες που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου τούτου για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, χωρίς να είναι ανάγκη να διαλαμβάνει στην απόφαση του περί ποινής άλλη ειδικότερη αιτιολογία, αρκούσης εκείνης για την ενοχή του κατηγορουμένου με τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως που έγιναν δεκτά γι' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπό όψη του την βαρύτητα της πράξεως που τέλεσε και την προσωπικότητα του, για την εκτίμηση δε αυτών των στοιχείων, έλαβε υπ' όψη του και τα κριτήρια των παρ. 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που μνημονεύει, μεταξύ των οποίων, την επελθούσα βλάβη και το βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, η μνεία δε στην απόφαση, ότι για την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων στοιχείων "και τα αίτια που τον ώθησαν για την εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωκε", τα οποία προσιδιάζουν σε έγκλημα που τελέστηκε με δόλο, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή και, επομένως, δεν δημιουργείται αντίφαση από αυτήν. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως επειδή, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.4.2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 294/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ