ΑΡΙΘΜΟΣ 1356/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6-15/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικ/ρίου Αλεξ/πολης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1 , που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Χρυσόστομο Βελάκη, 2. Χ2, που δεν παραστάθηκε, 3. Χ3, που δεν παραστάθηκε, 4. Χ4, που δεν παραστάθηκε, 5.Χ5, που δεν παραστάθηκε, και 6. Χ6, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη. Με πολιτικώς ενάγουσα την .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αλεξανδρούπολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 4/14.2.2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων που παραστάθηκαν, ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αλεξανδρουπόλεως με την υπ' αριθ. 6-15/2005 απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους 1) Χ1, 2) Χ2 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 και 6) Χ6 και δη τους τρεις πρώτους για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, τον τέταρτο για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας και της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και τους πέμπτο και έκτο για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα η κρινόμενη υπ' αριθ. 4/14-2-2006 αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη συνεδρίαση δε που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως και την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσίβλητοι α) Χ2, β) Χ3, γ) Χ4 και δ) Χ5 μολονότι κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 513 παρ. 1, 155 παρ. 1 και 166 ΚΠοινΔ) για να εμφανισθούν στην άνω συνεδρίαση (βλ. α) αναφορικά με τον αναιρεσίβλητο Χ2 το από 9-5-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του .... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας, β) τον Χ3 το από 15-5-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του .... αστυφύλακα του Α.Τ.Ν. ...., γ) τον Χ4 τα από 18-5-2006 αποδεικτικά επιδόσεως των ....και ..... Επιμελητών Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και δ) και του Χ5 τα από 17-5-2006 και 30-5-2006 αποδεικτικά επιδόσεως των ....και ..... Επιμελητών Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αλεξανδρουπόλεως, αντίστοιχα). Από τις διατάξεις των άρθρων 23 και 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας λόγω καλής συνθέσεως του Δικαστηρίου, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν ο δικαστικός λειτουργός, του οποίου έγινε δεκτή δήλωση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του σε συγκεκριμένη υπόθεση, μετέσχε στη συνέχεια στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση αυτή. Τέτοια, όμως, ακυρότητα δεν συνιστά προδήλως ο καθορισμός από το Διευθύνοντα το Δικαστήριο, μετά τη γενόμενη δεκτή δήλωση αποχής του από την άσκηση των καθηκόντων του επί συγκεκριμένης υποθέσεως, κατ' άρθρο 15 του Ν. 1756/1988, της υπηρεσίας των Δικαστών που ανήκουν στο Δικαστήριο που διευθύνει, αφού ο καθορισμός αυτός αποτελεί πράξη της εσωτερικής υπηρεσίας του οικείου Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τον επίμαχο πιο κάτω χρόνο καθορισμού της υπηρεσίας των Δικαστών στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, υπηρετούσαν σ' αυτό ως α) Πρόεδροι Πρωτοδικών, οι Παναγιώτης Γιαννούλης και Σωκράτης Πλαστήρας, με διευθύνοντα το Δικαστήριο αυτό τον πρώτο, ως αρχαιότερο του άλλου, β) Πρωτοδίκες, οι: Μαρία Παπακωνσταντίνου και Ευστρατία Πατσάκογλου και γ) Δικαστικοί Πάρεδροι, οι Δημήτριος Βολιώτης και Ευανθία Αντωνάκη. Με τα υπ' αριθμ. 42/2005 και 70/2005 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρουπόλεως έγιναν δεκτές αντίστοιχες δηλώσεις των ανωτέρω Προέδρων Πρωτοδικών, περί αποχής για λόγους ευπρεπείας από την εκδίκαση της συγκεκριμένης πιο πάνω υποθέσεως, με συνέπεια να προεδρεύσει του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αλεξανδρουπόλεως κατά τη δικάσιμο της 4 Νοεμβρίου 2005, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Διευθύνοντος το Εφετείο Θράκης, ο Θωμάς Παγιαζόγλου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Κομοτηνής. Ο Διευθύνων το Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως Παναγιώτης Γιαννούλης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, καθόρισε την υπηρεσία των Δικαστών για το μήνα Νοέμβριο 2005, και ειδικότερα όρισε να μετάσχουν στη σύνθεση του Μ.Ο.Δ. Αλεξανδρουπόλεως, κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας υποθέσεως, οι Πρωτοδίκες Μαρία Παπακωνσταντίνου και Ευστρατία Πατσάκογλου, που ήταν και οι μοναδικές Πρωτοδίκες του Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Σημειώνεται ότι, κατ' άρθρο 5 του Ν. 1756/1988, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο δεν χωρεί αναπλήρωση Πρωτοδίκη από Πάρεδρο, Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη. Ενόψει τούτων και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, νομίμως στη σύνθεση του άνω Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Αλεξανδρουπόλεως) συμμετείχαν οι πιο πάνω Πρωτοδίκες. Επομένως, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτη ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, που συνίσταται στο ότι συμμετείχαν στο ανωτέρω Δικαστήριο οι Πρωτοδίκες, που ορίστηκαν από το Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο αυτό, παρότι είχε γίνει προηγουμένως δεκτή δήλωση αποχής του από την εκδίκαση της ανωτέρω υποθέσεως. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στη ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 6-15/2005 αποφάσεώς του το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αλεξανδρουπόλεως δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Κατά το έτος 1997 ο Ψ1, κάτοικος εν ζωή ..., αγόρασε από τον ... εξ αδιαιρέτου ποσοστό 25% σε οικόπεδο συνολικού εμβαδού 3.300 τ.μ. που βρίσκεται στο ..... Το άνω οικόπεδο στην συνέχεια διαιρέθηκε με την κατασκευή τοιχείου σε δύο τμήματα των 800 τ.μ. και 2.500 τ.μ. το καθένα. Στο άνω τμήμα των 800 τ.μ., για την αγορά του οποίου ο Ψ1 κατέβαλε, ως τίμημα, το ποσό των 40.000.000 δραχμών, ο τελευταίος ανήγειρε υπαίθριο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και μικρή οικία, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό του οικοπέδου, που αντιστοιχούσε στο τμήμα των 2.500 τ.μ. αγόρασε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, εργολάβος δημοσίων έργων. Στο άνω κατάστημα ο Ψ1 από το θέρος του έτους 1997 άρχισε να λειτουργεί επιχείρηση καφέ- μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", μόνο κατά τους μήνες του καλοκαιριού. Η ίδια επιχείρηση λειτούργησε και κατά τους επόμενους θερινούς μήνες των ετών 1998 και 1999. Περί τα τέλη Μαΐου του έτους 2000 ο ανωτέρω ιδιοκτήτης της πιο πάνω επιχείρησης, Ψ1 , διαπίστωσε ότι το κατασκευασθέν από αυτόν τοιχίο είχε υποστεί ρωγμές και για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας ή όχι αυτών για την λειτουργία της επιχειρήσεως του (η έναρξη της λειτουργίας της οποίας για το έτος 2000 επίκειτο), κάλεσε τον φίλο του πολιτικό μηχανικό Ζ1, ο οποίος ήταν εκείνος που του είχε συντάξει τα σχέδια για την κατασκευή του άνω καταστήματος του. Ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός, αφού μετέβη στο ..., διαπίστωσε ότι πράγματι είχαν δημιουργηθεί ρωγμές στο τοιχείο και πρότεινε στον Ψ1 να μην λειτουργήσει την επιχείρηση του πριν από το γκρέμισμα και την επανακατασκευή του τοιχείου ή, σε περίπτωση λειτουργίας της, οι θαμώνες του καφέ -μπαρ να κάθονταν σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου από το τοιχείο δεδομένου ότι ήδη είχε επέλθει στο σημείο εκείνο καθίζηση του εδάφους. Σημειωτέον ότι το τοιχείο αυτό είχε κατασκευασθεί, όπως προαναφέρθηκε, από τον ίδιο τον Ψ1 προχείρως, χωρίς δηλαδή την τήρηση των απαιτουμένων κανόνων για την σωστή και ασφαλή κατασκευή και χωρίς την ανάμιξη του άνω πολιτικού μηχανικού. Παράλληλα όμως με τα ανωτέρω, ο Ζ1 διαπίστωσε, μετά από μελέτη και των σχετικών σχεδίων, την ύπαρξη πολλών πολεοδομικών παραβάσεων στις ένδεκα (11) μεζονέτες που είχε αρχίσει να κατασκευάζει στο άνω τμήμα του οικοπέδου του ο Χ1, εμβαδού όπως προεκτέθηκε, 2.500 τ.μ.. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος (Χ1) στις άνω μεζονέτες είχε μετατρέψει τα υπόγεια και τα γκαράζ σε υπερυψωμένα ισόγεια, είχε μετατρέψει εξώστες σε υμιυπαίθριους χώρους, είχε προσθέσει και είχε κλείσει υμιυπαίθριους χώρους, είχε προσθέσει ορόφους και χώρους κυρίας χρήσεως και είχε κατασκευάσει σοφίτες, καλύπτοντας έτσι στο οικοπεδικό τμήμα του περισσότερα, σχεδόν διπλάσια, τετραγωνικά μέτρα από αυτά που προβλέπονταν από την εκδοθείσα οικοδομική άδεια. Ο Ζ1 ενημέρωσε σχετικώς τον Ψ1 καθώς και για τον κίνδυνο να μην μπορέσει ο τελευταίος να κατασκευάσει οποιοδήποτε κτίσμα στο τμήμα του δικού του οικοπέδου, σε περίπτωση οριστικής διαμορφώσεως της καταστάσεως των κτισμάτων του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, λόγω εξαντλήσεως από αυτόν του υπάρχοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, πρότεινε δε ως προσφορότερη κα συμφερότερη λύση την προσκύρωση οικοπέδου, που ήταν και λύση απολύτως εφικτή. Την άνω λύση αποδέχθηκε και ο Χ1 σε συνάντηση που είχε κατά τις αρχές Ιουλίου του έτους 2000 με τον Ζ1. Ο Ψ1 , ο οποίος την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού όφειλε το συνολικό ποσό των 80.000.000 δραχμών τουλάχιστον στο ΙΚΑ, και στη Δ.Ο.Υ. ... σε δύο Τράπεζες ("Ασπίς" και "Εμπορική"), στο Δήμο Καβάλας (κάποια τέλη) και σε προμηθευτές του (μικρότερα ποσά) , ενώ διέβλεπε ότι ήταν δύσκολο, όπως είχε διαμορφωθεί η ανωτέρω κατάσταση, να λειτουργήσει την επιχείρηση του καθόλη την διάρκεια του θέρους 2000, αρνήθηκε μετά από συνεννόηση και με τον φίλο του και δικηγόρο Δ2 την λύση της προσκύρωσης, αποφασίζοντας να ζητήσει από τον Χ1, ο οποίος, σημειωτέον, είχε ευθύς εξ αρχής αναγνωρίσει την ύπαρξη των πολεοδομικών του παραβάσεων στα κτίσματα του και επιθυμούσε πραγματικά την ύπαρξη λύσεως στο πρόβλημα αυτό, ένα υψηλό χρηματικό ποσό. Στην απόφαση του αυτή τον οδήγησε πιθανότατα και ο φόβος ότι, σε περίπτωση που θα κατοικούνταν οι άνω κατοικίες του Χ1 στο ...., θα ήταν δύσκολη η απρόσκοπτη λειτουργία της επιχειρήσεως του, που, όπως προεκτέθηκε, βρισκόταν πολύ κοντά στις κατοικίες. Έτσι άρχισαν μεταξύ της πλευράς του Ψ1 και της πλευράς του Χ1 διαπραγματεύσεις για την επίλυση του ανωτέρου προβλήματος, με βάση την άνω επιθυμία και πρόταση του Ψ1 να παραχωρήσει το δικό του οικοπεδικό τμήμα με αντάλλαγμα ένα υψηλό χρηματικό ποσό. Οι σχετικές συζητήσεις διεξάγονταν μεταξύ του άνω δικηγόρου του Ψ1, Δ2 και του δικηγόρου του Χ1, Δ1, αμφοτέρων δικηγόρων του δικηγορικού συλλόγου Καβάλας. Εν τω μεταξύ και προς άσκηση πιέσεως στην πλευρά του Χ1, ο Ψ1 , δια του άνω συνηγόρου του, κατέθεσε την από 20-6-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία ζητούσε την παύση των οικοδομικών εργασιών στο συγκρότημα κατοικιών του τελευταίου ενώ κοινοποίησε σ' αυτόν (Χ1) και την από 9-6-2000 εξώδικη διαμαρτυρία. Η συζήτηση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ορίστηκε για την δικάσιμο (μετά από αναβολή) της 25-7-2000, με την κατάθεση δε της αιτήσεως αυτής δόθηκε και προσωρινή διαταγή, δυνάμει της οποίας διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες στο οικόπεδο του Χ1. Στις 25-7-2000 το πρωί και πριν από την συζήτηση της άνω αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων σημειώθηκε έκρηξη στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1 και η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ νέου, με τη συναίνεση αμφοτέρων των διαδίκων μερών, για τις 5-9-2000. Ο Ψ1 στα πλαίσια των παραπάνω διαπραγματεύσεων ζητούσε αρχικά το ποσό των 110.000.000 δραχμών, το οποίο κρίθηκε υπερβολικό από τον Χ1. Στην συνέχεια ζητούσε το ποσό των 60.000.000 δραχμών και τρεις (3) μεζονέτες, που θα αναγείρονταν στο οικοπεδικό τμήμα του. Η πλευρά του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 αντιπρότεινε το ποσό των 60.000.000 δραχμών και μία μεζονέτα. Οι σχετικές επανειλημμένες συζητήσεις μεταξύ των ανωτέρω Δ2 και Δ1 διήρκησαν από τον Ιούνιο μέχρι τα τέλη Αυγούστου του έτους 2000, ενώ κατά το διάστημα αυτό και για τον ανωτέρω σκοπό, ήτοι την ανεύρεση λύσεως και την κατάληξη συμφωνίας, υπήρξε, όπως εκτίθεται ανωτέρω, και συνάντηση μεταξύ των Ζ1 και Χ1 (κατά τις αρχές Ιουλίου 2000), μία (και μοναδική) συνάντηση μεταξύ Ψ1 και Χ1, για την οποία θα αναφερθούν περισσότερα πιο κάτω, καθώς και μία συνάντηση (αρχικά) μεταξύ του Χ1 και του Σ1, ο οποίος τότε ήταν νομαρχιακός σύμβουλος Καβάλας και γνώριζε και τις δύο πλευρές, ήτοι τόσο τον τελευταίο όσο και τον Ψ1 Επειδή όμως, κατ' αρχήν, δεν υπήρξε αποτέλεσμα από τις άνω διαπραγματεύσεις και δεν κατέστη δυνατό οι δύο πλευρές να καταλήξουν σε σχετική συμφωνία, ο Ψ1 αποφάσισε να καταγγείλει τις άνω πολεοδομικές παραβάσεις του Χ1 στην αρμόδια Πολεοδομία ... και για τον σκοπό αυτό στις 29-8-2000 μετέβη στην Νομαρχία Καβάλας, όπου ανέμενε και τον δικηγόρο του Δ2. Στον διάδρομο της Νομαρχίας συναντήθηκε με τον ανωτέρω Σ1, στον οποίο και ανέφερε το σκοπό της επισκέψεως του στην Υπηρεσία αυτή. Ο τελευταίος του είπε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέφερε ούτε τον ίδιο (τον Ψ1) και του πρότεινε να μιλήσουν απευθείας μεταξύ τους (ο Ψ1 με τον πρώτο κατηγορούμενο) για την εξεύρεση συμφέρουσας λύσης, χωρίς την παρεμβολή των δικηγόρων. Ο Ψ1 το δέχθηκε και έτσι ο Σ1 πήρε τηλέφωνο τον Χ1, το γραφείο του οποίου βρίσκεται απέναντι από την Νομαρχία.. Ο τελευταίος έφθασε εκεί σε λίγα λεπτά και μετά από συζήτηση, παρουσία του Σ1, κατέληξαν σε οριστική συμφωνία, η οποία συνίστατο στην παραχώρηση στον Ψ1 δύο μεζονέτων και καταβολή χρηματικού ποσού 60.000.000 δραχμών. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο Σ1 "... είδα που έδωσαν τα χέρια και είπαν τα βρήκαμε 2 σπίτια και 60.000.000 δραχμές, αγκαλιαστήκανε και φύγανε. ...". Αμέσως μετά από την, κατά τα ανωτέρω, επιτευχθείσα συμφωνία ο μεν Ψ1 κάλεσε στο τηλέφωνο το Ζ1, ο οποίος βρισκόταν σε διακοπές στην Μυτιλήνη και του είπε "τα βρήκαμε και δώσαμε τα χέρια", ο δε Χ1 είπε στην σύζυγο του ..., να ειδοποιήσει τους προμηθευτές τους να φέρουν υλικά για την συνέχιση και ολοκλήρωση των εργασιών στις υπό κατασκευή μεζονέτες, μία εκ των οποίων προόριζε για δική του εξοχική κατοικία. Ακόμη είπε στον Κ1, πολιτικό μηχανικό και συνεργάτη του για την επίτευξη της συμφωνίας με το ανωτέρω περιεχόμενο, προσθέτοντας " να οργανώσουμε την συνέχιση και την εξέλιξη του έργου, δηλαδή τις μεζονέτες...". Στις 31-8-2000 το μεσημέρι επήλθε συμφωνία και ως προς την καταβολή του άνω ποσού των 60.000.000 δραχμών με δόσεις και δη 25.000.000 δραχμές με την υπογραφή των σχετικών συμβολαίων , 20.000.000 δραχμές τον Νοέμβριο και το υπόλοιπο ποσό των 15.000.000 δραχμών τον Φεβρουάριο του έτους 2001. Μετά από αυτά ο Δ2 ενημέρωσε σχετικώς τον δικηγόρο Καβάλας Δ3, ο οποίος πλέον κατά το τελευταίο στάδιο των διαπραγματεύσεων και μετά από απαίτηση του Χ1 ενεργούσε υπό την άνω ιδιότητα του, ήτοι, ως δικηγόρος, για λογαριασμό του Ψ1 σε αντικατάσταση του Δ2, στην πραγματικότητα όμως αυτός (Δ2) , ουδέποτε αποσύρθηκε από την υπόθεση. Την επομένη ημέρα (1-9-2000) ο Δ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την συμβολαιογράφο Καβάλας Δ4 και το μεσημέρι της ιδίας ημέρας περί ώρα 12.30 συναντήθηκαν στο γραφείο της τελευταίας, όπου συζητήθηκε το γεγονός της επιτεύξεως προφορικώς της πιο πάνω συμφωνίας, και της καλύψεως της νομικώς με την κατάρτιση των απαιτούμενων κατά το νόμο συμβολαιογραφικών εγγράφων. Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία της άνω συμβολαιογράφου με τον Δ1, ο οποίος είπε σ' αυτήν να ετοιμαστούν τα συμβόλαια προκειμένου να τα μελετήσει και στην συνέχεια αυτά να υπογραφούν από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τούτο βέβαια, ήτοι η κατάρτιση των συμβολαίων, δεν μπορούσε να γίνει την Παρασκευή (1-9-2000) το μεσημέρι, δεδομένου ότι έπρεπε η άνω συμβολαιογράφος να λάβει την Δευτέρα τις αντικειμενικές αξίες των οικοπέδων από την Εφορία, καθώς και να συγκεντρώσει κάποια απαιτούμενα δικαιολογητικά. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο δικηγόρος του Χ1 Δ1, δεν συμφωνούσε να δοθεί η πρώτη δόση των 25.000.000 δραχμών πριν από την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου, ο Χ1 όμως, επειδή ήθελε οπωσδήποτε να λήξει αυτή η υπόθεση όσον το δυνατόν γρηγορότερα και φοβούμενος υπαναχώρηση του Ψ1 ενόψει του ότι ο τελευταίος προφανέστατα είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, τηλεφώνησε την ίδια ημέρα (1-9-2000) περί ώρα 14.30 από φορητό του τηλέφωνο στον Ψ1 που βρισκόταν την ώρα εκείνη στο σπίτι της αδελφής του Ψ2 συζ. Μ1 και του είπε να αγνοήσουν τους δικηγόρους και να βρεθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη στο γραφείο του, προκειμένου να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο Ψ1 τον ρώτησε αν θα έχει μαζί του το ποσό της πρώτης δόσης (των 25.000.000) δραχμών, αυτός δε, όπως ήταν φυσικό, δεδομένου ότι ήταν Παρασκευή μεσημέρι και οι τράπεζες είχαν ήδη κλείσει, του είπε ότι θα έχει το ποσό αυτό στην διάθεση του από την Δευτέρα. Περαιτέρω, από τα ίδια, πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την επόμενη ημέρα και δη στις 2-9-2000 ημέρα Σάββατο και περί ώρα 07.45 μόλις ο Ψ1 εισήλθε στο υπ αριθμ. κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο είχε σταθμευμένο έξω από το σπίτι του στην οδό ...... στην πόλη της ...., δέχθηκε έξι (6) πυροβολισμούς από τον δράστη, ο οποίος τον πλησίασε σε πολύ μικρή απόσταση από την ανοικτή πόρτα του οδηγού. Από τις έξι σφαίρες οι τρεις έπληξαν τον Ψ1 στο κεφάλι, στο αριστερό βραχιόνιο και στην αριστερή ωμοπλάτη, προκαλώντας του αιμορραγικές τρώσεις της εγκεφαλικής ουσίας, τραύμα του αριστερού πνεύμονα και αιμοθώρακα αριστερά, που οδήγησαν τελικώς στον θάνατο του. Οι τρεις βολίδες ανευρέθησαν παραμορφωμένες εντός του άνω οχήματος (βλ. από 2-9-2000 έκθεση αυτοψίας), ενώ οι τρεις άλλες εντός του οχήματος του θύματος. Κάλυκας βρέθηκε μόνον ένας στο οδόστρωμα πλησίον του άνω οχήματος (Βλ. στην ιδία έκθεση αυτοψίας) και τούτο διότι ο δράστης, επαγγελματίας εκτελεστής, μάζεψε τις υπόλοιπες πέντε από το οδόστρωμα. Για την δολοφονία του Ψ1 χρησιμοποιήθηκε το υπ' αριθμ. ....υποπολυβόλο όπλο, τύπου "SCΟRΡΙΟΝ", εργοστασίου κατασκευής "ΖΑSΤΑVΑ" διαμετρήματος 7,65 mm, το οποίο έφερε σιγαστήρα. Περί ώρα 19.40 της ιδίας ημέρας (2-9-2000) επέπεσε στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... Δ.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ) που οδηγούσε ο ... στην οδό ...., το υπ 'αριθμ. κυκλ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο FΙΑΤ 128, ιδιοκτησίας του Χ6 (έκτου κατηγορουμένου), προκαλώντας του υλικές ζημιές. Οδηγός του άνω αυτοκινήτου ήταν ο Φ1, ο οποίος όταν του ζητήθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου, έφυγε γρήγορα, κατηφορίζοντας πεζός την οδό .... "Ηδη ο ανωτέρω Φ1 έχει παραπεμφθεί με το υπ' αριθμ. 242/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας για την ανθρωποκτονία από πρόθεση του άνω Ψ1 δεν έχει καταστεί όμως μέχρι και σήμερα δυνατή η σύλληψη του. Εντός του άνω οχήματος (...) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν (βλ. στην από 2-9-2000 έκθεση κατασχέσεως) α) το άνω αυτόματο υποπολυβόλο όπλο με πτυσσόμενο μεταλλικό κοντάκι, β) ένας γεμιστήρας των 20 φυσιγγίων με 4 φυσίγγια των 7,65 mm GFL,, γ) ένας σιγαστήρας δακτυλίων από τεφλόν. Όλα τα ανωτέρω βρέθηκαν εντός του πόρτ μπαγκάζ επιμελώς κρυμμένα μέσα σε κλινοσκεπάσματα. Επίσης βρέθηκαν στο ΙΧΕ αυτοκίνητο και κατασχέθηκαν α) ένα ζευγάρι κιάλια ΒΚΕΑΚΕR, κατασκευής πρώην Σοβιετικής Ενώσεως, με πλαστική θήκη παραλλαγής, β) ένα μικρό τηλέφωνο ΡΑΝΑSONIC χωρίς κάρτα SΙΜ, γ) ένα ειδικό μαύρο σακίδιο ώμου και ένα χεριού ΤΕRRΑ, δ) τέσσερα κλινοσκεπάσματα, πλαστικά μαύρα παπούτσια, δύο υφασμάτινα μαύρα καπέλα, ε) μία έγχρωμη τηλεόραση 14 " ΒΙAUΡUΝΚΤ και στ) πράσινο σακ βουαγιάζ Νicol. Εν τω μεταξύ στις 10.15 ώρα της 2-9-2000, ήτοι λίγες ώρες μετά την δολοφονία του Ψ1 η αδελφή του τελευταίου, Ψ2 καταθέτοντας στο Τμήμα Ασφαλείας ..., θεώρησε υπεύθυνο για την ανθρωποκτονία αυτή τον Χ1 διευκρίνισε μάλιστα ότι, όπως πίστευε, ο τελευταίος έδωσε εντολή σε κάποιον άλλον να εκτελέσει την ανθρωποκτονία. Με βάση την άνω κατάθεση και λίγη ώρα μετά την λήψη της, άνδρες της Ασφάλειας .... μετέβησαν στην οικία του Χ1 και αφού τον ξύπνησαν του ζήτησαν να μεταβεί στο Τμήμα. Πράγματι ο τελευταίος μετέβη με το δικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο στο Τμήμα Ασφαλείας ...., όπου και μετά από την εξέταση του συνελήφθη το ίδιο βράδυ περί ώρα 21.00, θεωρούμενος ως ηθικός αυτουργός στην ανθρωποκτονία από πρόθεση του Ψ1. Είχε προηγηθεί περί ώρα 13.00 της 2-9-2000 κατάθεση της μητέρας του θύματος ...(πολιτικώς ενάγουσας) , ή οποία επανέλαβε ότι, κατά την άποψη της, ο άνω Χ1 έβαλε κάποιο άλλο άτομο για να δολοφονήσει τον γιο της, ενώ ο γαμπρός του θύματος Μ1 στην κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα και περί ώρα 20.45 περιορίστηκε να πει ότι ο τελευταίος με τον μόνο με τον οποίο είχε διαφορές ήταν ο Χ1. Στις 4-9-2000 ημέρα Δευτέρα και περί ώρα 13.30 πραγματοποιήθηκε έρευνα σε μία από τις ανωτέρω 11 μεζονέτες, που προοριζόταν για εξοχική κατοικία του Χ1, στην οποία και στον πρώτο όροφο αυτής βρέθηκαν και κατασχέθηκαν (βλ. σχετική έκθεση) τρία κενά πλαστικά μπουκάλια FANTA 500 ml), ένα πλαστικό μπουκάλι νερού με την ένδειξη αριάνι 1,51, ένα πλαστικό μπουκάλι (Coca COLA1,5 1), και ένα περιτύλιγμα νες -καφέ πλαστικό (είχε προηγηθεί στις 2-9-2000 ημέρα Σάββατο έρευνα στην οικία του Χ1 στην ..., καθώς και στα γραφεία της εταιρίας του τελευταίου, ..., κατά τις οποίες ουδέν ανευρέθη). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 21.45 διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 στο ...., υπαλλήλου, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, του Χ1 κατά την οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα παιδικό τετράδιο, σε σχισμένη (από την μέση και κάτω) σελίδα του οποίου είχε γραφεί το όνομα, σε Κυριλλική γραφή, του έκτου κατηγορουμένου Χ6 ιδιοκτήτη, όπως προαναφέρθηκε, του ανωτέρου ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Κατόπιν άρσεως του τηλεφωνικού απορρήτου των παρακάτω προσώπων κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2000 μέχρι και την δολοφονία του Ψ1 διαπιστώθηκε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία) μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 και του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 β) μεταξύ του άνω δευτέρου κατηγορουμένου και του τρίτου κατηγορουμένου Χ3 και μεταξύ του τετάρτου κατηγορουμένου Χ4 και του πέμπτου κατηγορουμένου Χ5 κατόχου του ανωτέρω ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ενώ υπήρξε και (αραιή πάντως) επικοινωνία μεταξύ του κατηγορουμένου Χ4 και του έκτου κατηγορουμένου Χ6, όπως για όλες τις άνω τηλεφωνικές επικοινωνίες θα εκτεθούν περισσότερα παρακάτω. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς άδικες πράξεις και δη ότι 1) ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, με πρόθεση προκάλεσε στον άνω Φ1 την απόφαση να σκοτώσει τον Ψ1 ερχόμενος σε καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 τον οποίο παρακίνησε με φορτικότητα να βρει πληρωμένο δολοφόνο και να διαβιβάσει σ' αυτόν την άνω εντολή του, υποσχόμενος επίσης στον τελευταίο αλλά και προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα χρηματική αμοιβή, 2) ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 με πρόθεση προκάλεσε στον Φ1 την απόφαση να σκοτώσει τον Ψ1 ερχόμενος σε επανειλημμένη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Χ1 και αφού έλαβε μέσω αυτού την εντολή ανευρέσεως δολοφόνου, αποβλέποντος και ο ίδιος σε χρηματικό όφελος, διαβίβασε με την σειρά του την εντολή στον τρίτο κατηγορούμενο Χ3, 3) ο τρίτος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε στον Φ1 την απόφαση να σκοτώσει τον Ψ1 , ερχόμενος σε επανειλημμένη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Χ2 αφού έλαβε μέσω αυτού την εντολή ανευρέσεως πληρωμένου δολοφόνου, αποβλέποντος και ο ίδιος σε χρηματικό όφελος, διαβίβασε την άνω εντολή στον Χ4 4) ο τέταρτος κατηγορούμενος, Χ4 με πρόθεση προκάλεσε στον Φ1 την απόφαση να σκοτώσει τον Ψ1 αφού έλαβε την άνω εντολή από τον Χ1 μέσω του Χ3 και αποβλέποντας και ο ίδιος στην λήψη χρηματικού ανταλλάγματος διαβίβασε την εντολή αυτή στον άνω Φ1 επί πλέον δε παρείχε απλή συνδρομή στον τελευταίο παραδίδοντας σ' αυτόν και στον Φ2 το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, προκειμένου να παρακολουθούν τις κινήσεις του Ψ1 , 5) ο πέμπτος κατηγορούμενος, Χ5 παρείχε απλή συνδρομή στον Φ1 , ήτοι ως κάτοχος του .... αυτοκινήτου παραχώρησε αυτό σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη του Χ6 (έκτο κατηγορούμενο) στον γνωστό του Φ2 και στον επίσης γνωστό του Φ1 για να παρακολουθούν τις κινήσεις του θύματος, να μεταβούν στον τόπο τελέσεως της ανθρωποκτονίας και να απομακρυνθούν από αυτόν, μετέβη δε και ο ίδιος στην Καβάλα και παρακολουθούσε και αυτός το θύμα, ενώ ενθάρρυνε ψυχικά τον άνω φυσικό αυτουργό, και 6) ο έκτος κατηγορούμενος Χ6, ενώ ήταν κύριος του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραχώρησε αυτό, σε συνεννόηση με τον ανιψιό του, Χ5 στους ανωτέρω Φ2 και Φ1 προκειμένου να παρακολουθούν τις κινήσεις του θύματος, στην συνέχεια δε μετέβη και ο ίδιος στην ... και παρακολουθούσε τον Ψ1 ενώ ενθάρρυνε ψυχικά και τον φυσικό αυτουργό, παριστάμενος πλησίον του τόπου τελέσεως της άνω ανθρωποκτονίας στις 2-9-2000. Πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι οι Χ1 και Ψ1 είχαν καταλήξει σε οριστική συμφωνία, διευθετώντας την ανωτέρω, αστικής φύσεως, διαφορά τους, προκύπτει όχι μόνον από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ1 (".....τελικά συμφωνήσαμε στις 2 μεζονέτες και 60.000.000 δραχμές... Κανονίστηκαν και οι δόσεις των χρημάτων... Στην Δ4 είπα κανονίστε τα με το συμβόλαιο να το δω και εγώ και να υπογράψουμε. ..") και Δ4 (". ...Όταν κατέβηκα και πήγα στο γραφείο ο Δ2 με είπε ότι τα βρήκαμε με τον Χ1. Θα πάρουμε 2 σπίτια και 60.000.000 δραχμές. .. Εγώ είπα να δω τις αντικειμενικές αξίες των οικοπέδων σε εκείνη την περιοχή από την εφορία και μετά να κάνουμε τα συμβόλαια. .. Το μεσημέρι της Παρασκευής έφυγα πεπεισμένη ότι την Δευτέρα θα ασχολούμουν με την σύνταξη του συμβολαίου..."), αλλά και από τις καταθέσεις των Δ2 (.....Στις 1-9-2000 ώρα 11.00-11.30 πήγα στο γραφείο της Δ4, αφού προηγουμένως πήρα τηλέφωνο τον Δ3 και είπα συμφωνήσαμε θα γίνουν τα συμβόλαια. .... Ο ... θα έδινε το οικόπεδο και θα έπαιρνε δύο μεζονέτες και 60.000.000 δραχμές. .. Εγώ είπα στην Δ4 για την συμφωνία με τα 2 ακίνητα και τα 60.000.000 δραχμές και για να γίνουν τα συμβόλαια και εκείνη μου είπε ότι ήθελε να δει κάτι στην Εφορία.... Προφορική συμφωνία είχε επιτευχθεί. ...") και Ζ1 (".....Ο Ψ1 λίγες ημέρες πριν από το συμβάν, και ενώ βρισκόμουν στην .... με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: τα βρήκαμε και δώσαμε τα χέρια. ..."). Την διευθέτηση δε της πιο πάνω διαφοράς και την επίτευξη συμφωνίας με τον Ψ1 επιθυμούσε και επεδίωκε πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος, προκειμένου να προχωρήσει στην συνέχιση και ολοκλήρωση του άνω έργου στο ..., όπου σημειωτέον βρισκόταν και το δικό του εξοχικό σπίτι (η δική του μεζονέτα ήταν τελειωμένη και υπήρχαν μέσα "αμπαλαρισμένα" έπιπλα, βλ. κατάθεση Κ2), προκύπτει δε τούτο από όλη την πιο πάνω διαδρομή των διαπραγματεύσεων και από την συνάντηση που είχε στο γραφείο του Σ1 στην Νομαρχία Καβάλας στις 29-8-2000 με τον Ψ1 όπου έγινε η συμφωνία με την παραχώρηση σ' αυτόν 2 μεζονέτων και ποσού 60.000.000 δραχμών (βλ. επίσης και καταθέσεις κυρίως των μαρτύρων Δ1 ".... Ήταν πραγματικό το ενδιαφέρον του Χ1 να λυθεί το θέμα, δεν κορόιδευε ούτε ενέπαιζε το θύμα ο Χ1. ..." και Ζ1 ".... Στην συνάντηση μας ο Χ1 δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήθελε να κλείσει η υπόθεση...". Ο ίδιος δε (πρώτος κατηγορούμενος) ουδεμία υποχρέωση είχε αναλάβει έναντι οποιουδήποτε αγοραστή, ώστε να πιέζεται για την ολοκλήρωση και την παράδοση των μεζονέτων απλώς επιθυμούσε πράγματι την ολοκλήρωση του έργου αυτού. Επί πλέον, τόσο ή προσωπική οικονομική του κατάσταση, όσο και η οικονομική κατάσταση της εταιρίας του ήταν τέτοιες, που επέτρεπαν σ' αυτόν την πληρωμή ποσού 60.000.000 δραχμών χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και οποιαδήποτε δυσμενή επίπτωση, στα οικονομικά του ιδίου (υπήρχαν υψηλές καταθέσεις στον προσωπικό λογαριασμό του) ή της εταιρίας του. Όπως κατατέθηκε από την μάρτυρα υπερασπίσεως και λογίστρια της ανωτέρω εταιρίας του πρώτου κατηγορουμένου .... , ο ισολογισμός της εταιρίας, ελεγμένος από ορκωτό λογιστή, έκλεισε για το έτος 2000 με ποσό που ξεπερνούσε τα 8.000.000 € (Βλ. επίσης για το γεγονός αυτό και κατάθεση της άνω μάρτυρος και συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου ...). Μάλιστα η άνω ανώνυμη εταιρία , της οποίας βασικός μέτοχος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, αναλάμβανε την κατασκευή δημοσίων έργων σε ολόκληρη την Ελλάδα και απασχολούσε προσωπικό περί τα 500 άτομα. Από τα προσκομισθέντα από το συνήγορο του και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη την δήλωση μεγάλης ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται σε 5.000 τ.μ. ακίνητα και 15.000 τ.μ. οικόπεδα αλλά και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα φωτοαντίγραφα συμβάσεων έργων συνάγεται ότι η άνω ΑΕ είχε αναλάβει και κατασκεύαζε έργα αρκετών δισεκατομμυρίων δραχμών (αποπεράτωση κτιρίου Γενικών Αρχείων του Κράτους, Μελέτη κατασκευή, Επέκταση Πολυτεχνικής Σχολής ..., Επισκευή και Συντήρηση ΚΕΤΕΚ ...,... και ..., κατασκευή Σ.Ο.Α 16 διαμερισμάτων στο ... και 8 διαμερισμάτων στις ..., Ανακατασκευή, Διαρρύθμιση Κτιρίου Δ.Ο.Υ. ... κ.α). Ακόμη, η πιο πάνω ΑΕ επρόκειτο να εισαχθεί στο ΧΑΑ, πλην όμως τούτο δεν έγινε, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος (και βασικός μέτοχος της, κατά τα προεκτεθέντα) μετά την απολογία του στον Ανακριτή Καβάλας, κρατήθηκε προσωρινά. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ήτοι εξαιτίας της προσωρινής κρατήσεως του πρώτου κατηγορουμένου, ζητήθηκαν από την πλευρά της Τράπεζας, εγγυήσεις από τη σύζυγο του τελευταίου. Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι είχαν επιβληθεί κατασχέσεις εις βάρος ακινήτου της άνω ΑΕ λόγω οφειλών της σε τρίτους -δανειστές. Σημειωτέον ότι τελικώς στον πρώτο κατηγορούμενο, επιβλήθηκαν από την αρμόδια πολεοδομία .... για τις ανωτέρω πολεοδομικές παραβάσεις στις 11 μεζονέτες του στο... α) πρόστιμο ανέγερσης, ύψους 7.101.864 δραχμών και β) πρόστιμο διατήρησης, ύψους 1.183.644 δρχ.(βλ το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της άνω Υπηρεσίας). Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 , που είναι Ελληνοπόντιος, εργάζεται συνεχώς από το έτος 1993 στην άνω εταιρία του συγκατηγορουμένου του Χ1, ως οδηγός. Συγκεκριμένα οδηγούσε μέχρι το 2000 τουλάχιστον, το ένα μεγάλο φορτηγό (20 τόνων) της εταιρίας, και εκτελούσε πολλά δρομολόγια, σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, όπως στη Φλώρινα, στο Αγρίνιο, στη Θεσσαλονίκη και αλλού, εξυπηρετώντας πολλά εργοτάξια και μεταφέροντας διάφορα μηχανήματα, υλικά, καθώς και μπάζα (το άλλο μεγάλο φορτηγό της εταιρίας κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, οδηγούσε άλλος εργαζόμενος, ονόματι ...). Όταν το απαιτούσαν οι ανάγκες της εργασίας του, απασχολούνταν ακόμη και 12 έως 14 ώρες την ημέρα, εργαζόταν δε ορισμένες φορές ακόμη και ημέρα Σάββατο η και Κυριακή. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο Χ2 , έπαιρνε ρεπό μία ολόκληρη ημέρα ή πήγαινε στην εργασία του με καθυστέρηση αρκετών ωρών (βλ. καταθέσεις μαρτύρων Κ2, εργοδηγού στην Α.Ε, "...Ο Χ2 οδηγούσε το μεγάλο φορτηγό και πήγαινε πολλά δρομολόγια όπως Θεσσαλονίκη, Αγρίνιο... Όταν υπήρχε δουλειά, δεν σταματούσε και ξεπερνούσε το ωράριο, δούλευε ίσως και 12-14 ώρες. Αν εργαζόταν παραπάνω ίσως να μην ερχόταν μία μέρα, ίσως και ώρες...", Υ1, υιού του και επίσης οδηγού (μικρότερου φορτηγού) στην άνω εταιρία, Υ2 συζύγου του και Κ3, μηχανολόγου και συνεργάτη στα έργα του πρώτου κατηγορουμένου, μέχρι το έτος 2003 "... Ο Χ2 , ήταν βασικός συνεργάτης της εταιρίας και είχε μεγάλο φορτηγό, εξυπηρετούσε πολλά εργοτάξια..."). Αυτός, (Χ2) διατηρούσε από πολλών ετών, φιλική σχέση με τον τρίτο κατηγορούμενο, Χ3, επίσης Ελληνοπόντιο και Πρόεδρο του Σωματείου Μέριμνας Ποντίων. Επαναπατριζόμενων από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ, με την επωνυμία "...", υπήρχε δε προσέτι και σχέση μεταξύ της οικογένειας του Χ2 και της οικογένειας του τελευταίου. Η σχέση αυτή δημιουργήθηκε κατά το έτος 1991 και τα σπίτια τους στο ....βρίσκονταν σε απόσταση 100 μ. περίπου το ένα από το άλλο. Η σύζυγος του Χ3, Ω1, εργαζόταν στο εργοστάσιο επεξεργασίας ψαριών "..." με τη σύζυγο του Χ2, Υ2, ενώ αργότερα ως γαζώτριες παρακολούθησαν μαζί και διάφορα σεμινάρια για Ελληνοπόντιους. Ακόμη, η οικογένεια Χ3, εκμεταλλευόταν μικρή ταβέρνα στο ...., την οποία επισκέπτονταν ως πελάτες και η οικογένεια του Χ2. Αμφότεροι δε οι ανωτέρω δύο κατηγορούμενοι, είχαν πάθος με το ψάρεμα και για το σκοπό αυτό πήγαιναν πολύ συχνά σε διάφορες περιοχές όπου υπάρχουν ποτάμια, όπως στο Νέστο ποταμό, τον Στρυμόνα και τον ποταμό Έβρο. Είχαν φουσκωτό σκάφος με το οποίο έμπαιναν στα ποτάμια, στα οποία το ψάρεμα, εξαιτίας της κινήσεως αυτών, έχει μία ιδιαιτερότητα, πολύ συχνά δε μαζί τους ήταν κατά τη διαδικασία του ψαρέματος και ο συνταξιούχος αστυνομικός, Π4 (βλ. ανακριτική κατάθεση με ημερομηνία 17-6-2003 του Π4 , που διαβάστηκε στο ακροατήριο, καθόσον αυτός είναι 80 ετών και πάσχει από καρκίνο). Μάλιστα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του θέρους του έτους 2000, οι άνω κατηγορούμενοι μετέβησαν πολλές φορές για ψάρεμα, για την προετοιμασία του οποίου επικοινωνούσαν, όπως συνηθίζεται στις περιπτώσεις αυτές μεταξύ των "παθιασμένων ψαράδων", πολύ συχνά τηλεφωνικώς. Για τα ανωτέρω, σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις όχι μόνο των μαρτύρων Υ1, Υ2 και Ω1, αλλά και των μαρτύρων Κ2 και Κ1, πολιτικού μηχανικού. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση ή έστω απλή γνωριμία μεταξύ του άνω, τρίτου κατηγορουμένου, Χ3 και του συγκατηγορουμένου του, τέταρτου κατηγορουμένου, Χ4 Αντίθετα υπήρχε επαγγελματική σχέση και συνεργασία μεταξύ του Χ3 και του αδελφού του Χ4 , Τ1, ο οποίος, σημειωτέον, κατοικούσε σε άλλο σπίτι από αυτό, στο οποίο κατοικούσε ο Χ4 . Ειδικότερα, ο Τ1 γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο Χ3, το έτος 1999 μέσω μιας ανιψιάς του τελευταίου, από τη Ρωσία, που ήταν φίλη του (διατηρούσαν ερωτική σχέση). Αποφάσισαν να συνεργασθούν, στα πλαίσια δε της συνεργασίας τους αυτής προσπάθησαν να εισάγουν προκατασκευασμένα σπίτια και για το λόγο αυτό μετέβησαν μαζί, κατά τον Ιούνιο του έτους 2000, στη Ρωσία και τη Βουλγαρία, τελικώς όμως δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια τους αυτή. Στη συνέχεια και μέχρι το έτος 2002, αυτοί συνεργάστηκαν με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία σωλήνων και υδραυλικών ειδών με μία εταιρία που είχε έδρα της στη Ρωσία την "...". Αυτή η εταιρία, δραστηριοποιούνταν τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία, στις χώρες όμως αυτές μετέβαινε για τις δουλειές μόνον ο Τ1, ενώ ο Χ3 παρέμενε στην Ελλάδα, απασχολούμενος, όπως προαναφέρθηκε, και με την άνω οικογενειακή επιχείρηση ταβέρνας, που διατηρούσαν στο .... Έτσι ήταν φυσικό να υπάρχει τακτική τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των ανωτέρω Χ3 και Τ1 (δεν υπήρχε όμως έστω και μία τηλεφωνική κλήση μεταξύ του Χ3 και του κατηγορουμένου Χ4). Ο τέταρτος κατηγορούμενος, Χ4, διατηρούσε από πολλών ετών, στενή φιλική σχέση, με τον πέμπτο κατηγορούμενο, Χ5 από τότε που ο τελευταίος πουλούσε CD στο χώρο του Α.Π.Θ. και έκαναν πολύ τακτικά παρέα. Πιο συγκεκριμένα, ο Χ4 αγόραζε από κάποιο Βούλγαρο CD, τα οποία έδινε για μεταπώληση στον Χ5 Επίσης ο Χ4 , γνώριζε από το έτος 1998 τον Φ2 (που έχει παραπεμφθεί με το 242/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας για απλή συνεργεία στην άνω ανθρωποκτονία του Ψ1 και διαφεύγει τη σύλληψη) και είχε εμπορική συνεργασία μαζί του, που αφορούσε στην κατασκευή και εμπορία χρυσών κοσμημάτων. Είχαν αναπτύξει όμως και φιλική σχέση μεταξύ τους. Έτσι και μέσω αυτού (Χ4) ο πέμπτος κατηγορούμενος γνώριζε τον Φ2. Ακόμη ο τέταρτος κατηγορούμενος γνώριζε και τον ανωτέρω Φ1 από τότε που ο τελευταίος πουλούσε CD στο χώρο του ΑΠΘ. Ο τελευταίος κατηγορούμενος, Χ6, θείος του πέμπτου κατηγορουμένου, Χ5 , ήταν ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ κυκλοφορίας ....ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FIAT 128. Αυτό ήταν παλιό αυτοκίνητο και κατά την άνοιξη του 2000, ακινητοποιήθηκε από σοβαρή μηχανική βλάβη. Για την αποκατάσταση της βλάβης αυτής φρόντισε, κατόπιν εντολής του άνω κυρίου του αυτοκινήτου, ο ανεψιός του Χ5 και έτσι αυτό μπορούσε πάλι να κυκλοφορεί, δεν ήταν όμως ασφαλισμένο, ούτε είχε ελεγχθεί, κατά το νόμο, από το ΚΤΕΟ. Ο έκτος κατηγορούμενος, ο οποίος διέθετε ήδη άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ανέθεσε στον ανεψιό του, Χ5 να βρει αγοραστή για το παλιό αυτοκίνητο του (...) και από το τίμημα που θα εισέπραττε, θα έδινε στον τελευταίο, κάποιο χρηματικό ποσό. Περί τα τέλη Αυγούστου 2000, ενδιαφέρθηκε για την αγορά του άνω αυτοκινήτου, ο Φ1 ο οποίος είχε πληροφορηθεί το γεγονός τούτο (της πωλήσεως δηλαδή του αυτοκινήτου), από τον Φ2, και ο πέμπτος κατηγορούμενος το παρέδωσε στον τελευταίο, διότι ο άνω υποψήφιος αγοραστής, ήθελε προηγουμένως να το δοκιμάσει. Ο Φ1 παρέλαβε το άνω αυτοκίνητο και με αυτό μετέβη στην ...., όπου φιλοξενήθηκε για 4 ημέρες, στο σπίτι του θείου του, Φ3. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Φ3 ("...Τη δεύτερη φορά που ήλθε στην ...., ήλθε με ένα άσπρο αμάξι και κάθισε 3-4 ημέρες. Αυτό ήταν προς το τέλος Αυγούστου...") και ..., με τον οποίο ο Φ1 γνωριζόταν από τη Ρωσία και έκανε παρέα κατά τον ανωτέρω χρόνο στην ... ("...Ο Φ1 είχε ένα άσπρο αυτοκίνητο...Δεν μου είπε ποιανού είναι το αυτοκίνητο, αλλά έλεγε ότι μπορεί να ήθελε να το αγοράσει. .."). Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι ο κάτοχος του πιο πάνω αυτοκινήτου, πέμπτος κατηγορούμενος και ο κύριος αυτού, έκτος κατηγορούμενος, γνώριζαν ότι ο ανωτέρω Φ1 μετέβη με αυτό στην ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει όπως κατηγορείται για την παρακολούθηση και στη συνέχεια για τη μεταφορά του και την απομάκρυνση του από τον τόπο του εγκλήματος, για το οποίο έγκλημα (ανθρωποκτονία με πρόθεση του Ψ1), παραπέμφθηκε, όπως προεκτέθηκε, για να δικαστεί ως φυσικός αυτουργός. Πολύ περισσότερο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ5 και Χ6) το βράδυ της 1 προς 2 Σεπτεμβρίου 2000, ήτοι την παραμονή της δολοφονίας του Ψ1 διανυκτέρευσαν στην εξοχική κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου (τον οποίο βεβαίως δεν γνώριζαν) ή εν πάση περιπτώσει βρίσκονταν κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο στην πόλη της .... Την ύπαρξη δε των ανευρεθέντων μετά από σχετική έρευνα στις 4-9-2000 και περί ώρα 13.30 σε μία από τις 11 μεζονέτες στο ...., και μάλιστα σ' αυτή που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ήταν τελειωμένη και προορίζονταν για εξοχική κατοικία του ίδιου του Χ1, πλαστικών μπουκαλιών αναψυκτικών, νερών και νες -καφέ που είχαν καταναλωθεί (ήταν κενά), δικαιολογεί απολύτως η διαμονή εκεί για τρεις νύκτες, και δη κατά το χρονικό διάστημα από 26-8 έως και 28-8-2000, του Υ1 γιου του δεύτερου κατηγορουμένου, Χ2. Ειδικότερα, στην άνω μεζονέτα παρατηρήθηκε ότι υπήρχε ένα σπασμένο τζάμι στο παράθυρο του WC. Ο εργοδηγός και ο εξετασθείς ως μάρτυρας Κ2, ενημέρωσε σχετικά τον πρώτο κατηγορούμενο και πρότεινε να τοποθετηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα φύλακας, ανέφερε δε για το σκοπό αυτό το όνομα του Υ1 ο οποίος ήταν ελεύθερος και έμενε πλησίον των μεζονέτων (περίπου 500 μέτρα). Ο Υ1, δέχθηκε να φυλάξει το χώρο, διανυκτέρευσε δε εκεί στις 26,27 και 28 Αυγούστου 2000 σε στρώματα που έφερε ο άνω Κ2 και έμειναν στον τόπο αυτό και μετά την ανωτέρω κατ'οίκον έρευνα, ενώ ο ίδιος (Υ1) έφερε μαξιλάρι και σεντόνια. Στις 29-8-2000, ο Υ1, προσπάθησε και πάλι να εισέλθει στο σπίτι για να διανυκτερεύσει και το βράδυ εκείνο, πλην όμως "μάγκωσε" το κλειδί στην κλειδαριά και δεν μπόρεσε να μπει. Αμέσως, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κ2, ο οποίος επικοινώνησε με τη σειρά του με τον Χ1. Ο τελευταίος, αφού ενημερώθηκε ότι ο Υ1 είχε διανυκτερεύσει για τρεις βραδιές στο σπίτι χωρίς να συμβεί το παραμικρό, έδωσε τη συγκατάθεση του να πάψει πλέον να φυλάει το σπίτι και να φύγει. Τα παραπάνω προκύπτουν με βεβαιότητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ2, του ίδιου του Υ1 αλλά και της μητέρας του Υ2. Η κατάθεση της τελευταίας, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις άνω δύο καταθέσεις, διότι και αυτή κατέθεσε ότι ο γιος της διανυκτέρευσε στην άνω μεζονέτα πράγματι για τρεις (3) βραδιές, απλώς δεν θυμόταν τις ακριβείς ημερομηνίες και ανέφερε το χρονικό διάστημα από 20 έως 25-8-2000. Εξάλλου, από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ΣΦ1 (που συζούσε με τον Χ6 και ετοιμάζονταν να παντρευτούν), ....και ..... γονέων της ΣΦ1 οι οποίες διαβάστηκαν στο ακροατήριο, καθόσον αυτοί κατοικούν μονίμως στη Γερμανία και δεν μπόρεσαν να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι τόσο ο Χ6 όσο και ο Χ5 την Παρασκευή 1-9-2000 και το Σάββατο 2-9-2000 βρίσκονταν στην ακτή ..... Μάλιστα, ο έκτος κατηγορούμενος, Χ6, ο οποίος είχε ενημερωθεί από τον συγκατηγορούμενο και ανεψιό του Χ5 για το ενδεχόμενο αγοράς του άνω αυτοκινήτου από τον Φ1 φρόντισε και εκδόθηκε το από ..... πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Βέβαια, ο μάρτυς Π2, που υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας .... και εξετάστηκε προανακριτικά αλλά και ενώπιον του Ανακριτή Καβάλας, δεν μπόρεσε όμως να εμφανιστεί και να καταθέσει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, διότι αδυνατεί να μετακινηθεί, εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας μετά από ατύχημα και για το λόγο αυτό αναγνώσθηκαν οι καταθέσεις του, κατέθεσε στην από 3-9-2000 συμπληρωματική (προανακριτική) κατάθεση του ότι, από φωτογραφία ταυτότητας που επιδείχθηκε σ' αυτόν στο Τ.Α. ..., αναγνώρισε τον οδηγό του .... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κινούνταν την 1-9-2000 και περί ώρα 18.30 στη ... με κατεύθυνση προς ... και ότι αυτός ήταν ο έκτος κατηγορούμενος Χ6, πλην όμως στην ανακριτική του κατάθεση στις 5-9-2000, δήλωσε ότι, το πρόσωπο που είδε να οδηγεί το άνω αυτοκίνητο την 1-9-2000 στη ..., δεν ήταν ο Χ6, αλλά ο Χ5. Πάντως, από μία απλή παρατήρηση στα πρόσωπα των άνω κατηγορουμένων, μπορεί κανείς αμέσως να διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται η παραμικρή ομοιότητα μεταξύ τους. Πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι μετά τις άνω καταθέσεις του Π2 και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο διαφεύγων τη σύλληψη Φ1 και στο οποίο βρέθηκε το άνω όπλο του εγκλήματος, ανήκε στην κυριότητα του Χ6, οι αστυνομικές αρχές της ..., έσπευσαν να δηλώσουν στην Τηλεόραση αλλά και στους δημοσιογράφους των τοπικών εφημερίδων, ότι δράστης της δολοφονίας ήταν ο Χ6 και ηθικός αυτουργός ο Χ1. Έτσι, όταν η ανωτέρω Υ2 ευρισκόμενη στο σπίτι της άκουσε το μεσημέρι της 4-9-2000 ημέρα Δευτέρα σε δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ...... ότι αναζητείται για την άνω ανθρωποκτονία ο Χ6 και ότι εμπλέκεται σε αυτή και ο εργοδότης του συζύγου της Χ1, ανέγραψε προχείρως στην Κυριλλική γραφή σε τετράδιο που χρησιμοποιούσαν τα εγγόνια της το όνομα του ανωτέρω Χ6, έπραξε δε τούτο για να ρωτήσει αργότερα τον σύζυγο της, μήπως γνώριζε τον ανωτέρω άνδρα, δεδομένου ότι επρόκειτο για Ελληνοπόντιο. Το ενδιαφέρον που της προκάλεσε ακούγοντας στην τηλεόραση το πιο πάνω όνομα, το οποίο και την οδήγησε να το σημειώσει κατά τα προαναφερθέντα ήταν απολύτως φυσιολογικό όπως και η άνω ενέργεια της, δεδομένου ότι πίστευε πως αυτό μπορούσε ίσως να έχει επιπτώσεις στην εργασία του συζύγου της, αφού αναφέρθηκε ότι εμπλέκεται στην δολοφονία και ο εργοδότης του Χ1. Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το άνω όνομα ανέγραψε στο τετράδιο η Υ2 (βλ. κατάθεση του ...., δικαστικού γραφολόγου) γεγονός άλλωστε που παραδέχθηκε και η ίδια από την πρώτη στιγμή. Τούτο, όπως φαίνεται, έγινε πιστευτό και από την ανακρίτρια Καβάλας η οποία δεν διέταξε τη διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το πιο πάνω όνομα του Χ6 η Υ2 σημείωσε σε τμήμα σελίδας του τετραδίου των εγγονών της που ήταν ήδη σχισμένη στην μέση (Βλ. και κατάθεση του μάρτυρα Υ1 αλλά και της ίδιας της Υ2) και δεν το έσχισε αυτή. Άλλωστε δεν είχε λόγο να πράξει τούτο, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού, εάν ήθελε να εξαφανίσει ολόκληρη την πιο πάνω σελίδα, μπορούσε άνετα να το κάνει στο χρονικό διάστημα που οι άνδρες της Ασφάλειας ... ανέμεναν έξω από το σπίτι την έλευση του συζύγου της Χ2 και η ίδια βρισκόταν μόνη μέσα σ' αυτό. Στις 2-9-2000, ήτοι την ημέρα της δολοφονίας του Ψ1 και περί ώρα 19.54 (η δολοφονία έγινε όπως προαναφέρεται στις 7.45), ο Φ1 κάλεσε στο φορητό τηλέφωνο το τέταρτο κατηγορούμενο, Χ4 στον αριθμό ...., επειδή αγνοούσε τον αριθμό τηλεφώνου του Χ5 από τον οποίο είχε πάρει μέσω του Φ2 το άνω αυτοκίνητο και του είπε ότι συγκρούστηκε, οδηγώντας το αυτοκίνητο, με ένα αυτοκίνητο ΤΑΞΙ στην ...και αυτός (Χ4) ενημέρωσε αμέσως (μετά την πάροδο 30") σχετικά τον Χ5, με τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, διατηρούσε στενή φιλική σχέση. Ο τελευταίος (Χ5), ο οποίος σημειωτέον, από το 1994 αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας (δύσπνοια από αλλεργικό βρογχικό άσθμα, ταχυκαρδία, κυάνωση, αλλεργικό σόκ, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), για την αντιμετώπιση των οποίων επανειλημμένα εισήχθη και νοσηλεύθηκε σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, ενώ από τις αρχές του έτους 2005 πάσχει και από ψυχωσική διαταραχή (νοσηλευθείς στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης), μόλις πληροφορήθηκε το άνω γεγονός προσπάθησε ανεπιτυχώς να έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Φ2 προκειμένου να ενημερωθεί από αυτόν λεπτομερώς για το ατύχημα. Στην συνέχεια, φοβούμενος ότι το γεγονός τούτο θα είχε δυσμενείς συνέπειες και εις βάρος του αλλά και του θείου του Χ6 , δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες ούτε είχε ελεγχθεί από το ΚΤΕΟ προέβη το ίδιο βράδυ της 2-9-2000 σε ψευδή δήλωση κλοπής του αυτοκινήτου στο αστυνομικό τμήμα .... Το ίδιο ψευδές περιστατικό αναφέρει το ίδιο βράδυ και στον θείο του ο οποίος την επομένη ημέρα (Κυριακή) κάλεσε παρουσία της συντρόφου του ΣΦ1 στο τηλέφωνο το άνω αστυνομικό τμήμα, στο οποίο είχε γίνει την προηγουμένη από τον Χ5 η δήλωση κλοπής του αυτοκινήτου του, προκειμένου να μεταβεί εκεί για να δώσει κατάθεση, ο αστυνομικός όμως, με τον οποίο μίλησε, του είπε να καλέσει την επομένη ημέρα το πρωί για να μιλήσει με έναν αστυνομικό ονόματι ... (βλ. την αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση με ημερομηνία 5-9-2000 της ΣΦ1). Περαιτέρω από τα ίδια, πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6-7 -2000 μέχρι 2-9-2000 υπήρχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Χ1 και του Χ2, δεδομένου ότι ο πρώτος ήθελε πάντα να ελέγχει προσωπικά την πορεία των εργασιών της εταιρίας, μιλώντας απευθείας με τους εργαζομένους σ' αυτή και δίνοντας σχετικές οδηγίες. Γι' αυτό τον λόγο άλλωστε δεν υπάρχει τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους ημέρα Κυριακή. Τέτοια δε πυκνή επικοινωνία υπήρχε μεταξύ του Χ1 και άλλων υπαλλήλων της εταιρίας (μηχανικών, εργοδηγών, τεχνητών). Ο Χ2 ειδικότερα, ήταν, όπως προεκτέθηκε, βασικός συνεργάτης του Χ1 με την έννοια ότι οδηγούσε το μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρίας, εκτελώντας πολλά δρομολόγια και καλύπτοντας τις ανάγκες πολλών εργοταξίων. Σημειωτέον ότι ή άνω μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία γίνονταν όχι μόνο δια των φορητών τηλεφώνων αλλά και δια των σταθερών τηλεφώνων της άνω εταιρίας του πρώτου κατηγορουμένου. Επίσης πυκνή τηλεφωνική επικοινωνία υπήρχε στο άνω κρίσιμο διάστημα και μεταξύ των Χ2 και Χ3, η οποία επίσης είναι απολύτως δικαιολογημένη, αφού τους άνω κατηγορουμένους συνέδεε, όπως προαναφέρθηκε, στενή φιλική σχέση, αλλά και το πάθος για το ψάρεμα, στο οποίο πήγαιναν μαζί πάρα πολύ συχνά ακόμη και μέρα παρά μέρα. Συχνή δε επικοινωνία υπήρχε ακόμη κατά τα προεκτεθέντα και μεταξύ του τέταρτου Χ4 και του πέμπτου κατηγορουμένου και στενού φίλου του, Χ5. Ουδεμία όμως τηλεφωνική επικοινωνία διαπιστώθηκε να έχει πραγματοποιηθεί καθόλο το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα (που ελέγχθηκε) μεταξύ α) του Χ1 και των Χ3, Χ4, Χ5 Χ6 και Φ1 και β) του Χ2 με τους πιο πάνω τέταρτο, πέμπτο και έκτο των κατηγορουμένων και του Φ1 χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός, όπως τονίσθηκε πιο πάνω, ότι ουδεμία απολύτως τηλεφωνική επικοινωνία υπήρξε μεταξύ του Χ3 και του αμέσως επομένου κατηγορουμένου Χ4 Τέτοια επικοινωνία υπήρξε μεταξύ του Χ3 και του Τ1 (αδελφού του τετάρτου κατηγορουμένου, Χ4), η οποία όμως (επικοινωνία) δικαιολογείται απολύτως από την εμπορική συνεργασία που είχε αναπτυχθεί, όπως προαναφέρθηκε μεταξύ αυτών (βλ. σχετικώς και κατάθεση του μάρτυρα Τ1). Άλλωστε, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι η αλυσίδα των τηλεφωνημάτων σταματά και "σπάει" σ'αυτούς και δεν συνεχίζεται στον τέταρτο Χ4, κατηγορούμενου όμως και αυτού για ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία του Ψ1 συνομιλούσαν στα τηλεφωνά τους (ο πρώτος με τον δεύτερο, ο δεύτερος με τον τρίτο) σχεδιάζοντας την δολοφονία του Ψ1 και ψάχνοντας για πληρωμένο δολοφόνο, όπως κατηγορούνται, ενώ σε όλο το άνω χρονικό διάστημα βρίσκονταν μεταξύ τους πολύ συχνά και μπορούσαν να συζητήσουν εκ του πλησίον για οποιοδήποτε ζήτημα. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ...., ηλεκτρολόγου -μηχανολόγου, ειδικευμένου στις ενδοεπικοινωνίες, ο οποίος ερεύνησε και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του Χ2 με τους Χ1 και Χ3, αλλά και από την έκθεση του τελευταίου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου, κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι συνολικά 17 και μόνο τον μήνα Μάιο του 2000, 5. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου των κατηγορουμένων ανέρχονται στο άνω διάστημα (με κλήση του β προς τον γ) σε 45, ενώ μόνο τον μήνα Μάιο σε 28 (βλ. και ως άνω έκθεση στη σελίδα 42) . Ακόμη οι τηλεφωνικές επικοινωνίες (των άνω τριών πρώτων κατηγορουμένων) είναι "σκόρπιες" και δεν υπάρχει αλυσίδα τηλεφωνημάτων μεταξύ των Χ1 -Χ2 - Χ3 Σε όλες τις επικοινωνίες μετά τον Χ1, ο Χ2δεν επικοινωνεί με τον Χ3. Ειδικότερα στις 6-7-2000 επί συνόλου 69 κλήσεων μεταξύ των συνεργατών της εταιρίας και δη μεταξύ του Χ1, Χ2, Κ2, Κ1 και Κ3, υπάρχει μία κλήση του Χ2 με τον Χ1 (και μία με τον Χ3), στις 10-7-2000 επί συνόλου 83 κλήσεων υπάρχει μία κλήση του Χ2 προς Χ1 (και μία προς Χ3), στις 11-7-2000 επί 62 κλήσεων υπάρχουν 2 κλήσεις του Χ2 προς Χ1 (και 3 κλήσεις από Χ2 προς Χ3), στις 13-7-2000 επί συνόλου 55 κλήσεων υπάρχει μία κλήση Χ2 προς Χ1 (και 3 κλήσεις Χ2 - Χ3), στις 14-7-2000 επί συνόλου 74 κλήσεων υπάρχει μία κλήση Χ2 -Χ1 (και 2 κλήσεις Χ2 -Χ3), "στις 15-7-2000 επί συνόλου 31 κλήσεων, υπάρχει μία κλήση Χ2 - Χ1 (και προς και από Χ2 - Χ3 2 κλήσεις), στις 20-7-2000 επί συνόλου 57 κλήσεων υπάρχει μία κλήση Χ2 - Χ1 (και 2 κλήσεις, εναλλάξ Χ2 - Χ3), στις 22-7-2000 επί συνόλου 46 κλήσεων υπάρχουν 2 κλήσεις Χ2 - Χ1, 3 κλήσεις από Χ2- Χ3 (και 2 από Χ3 - Χ2), στις 24-7-2000 επί συνόλου 79 κλήσεων υπάρχει μία κλήση προς Χ1 και άλλες 5 κλήσεις Χ2 -Χ3 και αντιστρόφως και στις 25-7-2000 επί συνόλου 121 κλήσεων μία κλήση προς Χ1 και άλλες πέντε κλήσεις από Χ2 -Χ3 και αντιστρόφως. Όπως δε χαρακτηριστικά καταθέτει ο άνω μάρτυς, η συχνότητα των τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ των ανωτέρω στους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2000 είναι (αναλογικά) η αυτή με τον μήνα Μάιο. Πάντως η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων ειδικότερα κατά τον μήνα Αύγουστο 2000 ήταν λιγότερο πυκνή, όπως τούτο προκύπτει από τον άνω πίνακα, αλλά και από την κατάθεση της ιδίας της μάρτυρος, Ψ2. Ακόμη πρέπει να τονισθεί ότι τηλεφωνικές επικοινωνίες του Χ2 κατά τις τελευταίες ημέρες του μηνός Αυγούστου 2000 αλλά και στις 1 και 2 Σεπτεμβρίου 2000 με τα σταθερά τηλέφωνα της εταιρίας του Χ1, ....., ....., ......και ...., τα γραφεία της οποίας είναι ανοικτά μέχρι το βράδυ και απασχολούνται σ' αυτά ως προσωπικό επτά (7) άτομα (βλ. κατάθεση Κ3), υπολογίζονται στον πίνακα με αριθμό 1 ως προσωπικές επικοινωνίες αυτού (Χ2) με τον Χ1, ενώ είναι πολύ πιθανό αυτός (Χ2) να συνομίλησε με κάποιο άλλο πρόσωπο, υπάλληλο της εταιρίας του τελευταίου. Σημειωτέον ότι ο Ο1 στο όνομα του οποίου εκδόθηκαν δύο φορητά τηλέφωνα με αριθμούς ....και ....και τα οποία κατείχε ο Χ4 (δ' κατηγορούμενος), είναι υπαρκτό πρόσωπο που εργαζόταν σε κατάστημα που προμήθευε τέτοια τηλέφωνα στον ... και τον σύστησε σ' αυτόν ο φίλος του Φ2. Εξηγείται δε η ύπαρξη αυτών στο άνω όνομα του Ο1 και όχι στο όνομα του τετάρτου κατηγορουμένου διότι τα άνω τηλέφωνα ήταν με κάρτα και όχι με σύνδεση (βλ. κατάθεση του Τ1). Άλλωστε, τουλάχιστον το ένα, με αριθμό ...., είχε ενεργοποιηθεί στις 21-4-2000, ήτοι προτού να προκύψει η άνω αστική διαφορά Ψ1-Χ1. Πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος, Χ4 , ενώ βρισκόταν το έτος 2002 στην Ρωσία, όταν πληροφορήθηκε από τον αδελφό του Τ1 ότι τον αναζητά η αστυνομία, επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, όπου και συνελήφθη, κατηγορούμενος, κατά τα ανωτέρω, για ηθική αυτουργία στην δολοφονία του Ψ1 στις 2-9-2000.Όσον αφορά δε στο γεγονός ότι την νύκτα της 18 προς 19- 8-2000 ο Φ2 συνελήφθη να οδηγεί στην ... το υπ αριθμ. Κυκλοφορίας..... ΙΧΕ αυτοκίνητο ΒΜW ιδιοκτησίας του Χ4, τούτο συνέβη διότι ο τελευταίος με τον αδελφό του Τ1 είχαν μεταβεί στις .... για τον γάμο του φίλου τους τ2, που έγινε εκεί (στις 18-8-2000) με κουμπάρο μάλιστα τον Τ1. Στον ίδιο γάμο παρέστη και ο Φ2. Επειδή όμως στο γλέντι που επακολούθησε ο Χ4 κατανάλωσε αρκετά οινοπνευματώδη ποτά και δεν μπορούσε να οδηγήσει, το αυτοκίνητο πήρε και οδήγησε ο. Φ2 (για τα ανωτέρω βλ. κατάθεση του μάρτυρα Τ2 αλλά και την σχετική ληξιαρχική πράξη γάμου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 25-7-2000 το πρωί και πριν από την μετ' αναβολή συζήτηση στο Πρωτοδικείο Καβάλας των ασφαλιστικών μέτρων του Ψ1 κατά του Χ1, μόλις ο πρώτος εισήλθε στο υπ αριθμ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μάρκας ΒMW, σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη σ' αυτό, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του, τον ελαφρύ όμως τραυματισμό του Ψ1 Παρόλα αυτά, ο τελευταίος μετέβη στο δικαστικό μέγαρο Καβάλας, η συζήτηση δε των ασφαλιστικών μέτρων αναβλήθηκε με κοινή συμφωνία των διαδίκων μερών για τις 5-9-2000. Στην από 1-8-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των .... και ... αναφέρεται ότι η πυρκαγιά στο άνω αυτοκίνητο οφείλεται σε μηχανική έκρηξη (και όχι σε εκρηκτικό μηχανισμό), η οποία προκλήθηκε από σπινθηρισμό που ανέφλεξε το εκρηκτικό μίγμα εντός του ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. Βέβαια η μάρτυς Ψ2, καθώς και οι μάρτυρες Μ1 και Δ2, κατέθεσαν ότι η έκρηξη οφείλεται, όπως διαπιστώθηκε από διεξαχθείσα έρευνα στην Αθήνα με βάση τις φωτογραφίες του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, σε δολιοφθορά, τόσο όμως ο ίδιος Ψ1 όσο και ο Μ1 ουδόλως συνέδεσαν την άνω έκρηξη με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 και με την αστική διαφορά που ο πρώτος είχε με αυτόν. Για τον ανωτέρω λόγο αυτοί ουδέν ανέφεραν κατά την έρευνα που επακολούθησε σχετικά με τυχόν υποψίες εις βάρος κάποιου για την πιο πάνω πυρκαγιά στο ....ΙΧΕ αυτοκίνητο. Σημειωτέον ότι η σχηματισθείσα σχετικώς, δικογραφία μπήκε στο αρχείο, από όπου ανεσύρθη στις 2-5-2002, κατέληξε δε στις 14-6-2004 στο αρχείο αγνώστων δραστών για τις πράξεις α) της έκρηξης από την οποία μπορεί να επακολουθήσει κίνδυνος για άνθρωπο, β) απόπειρας ανθρωποκτονίας και γ) διακεκριμένη περίπτωση φθοράς (βλ. την υπ αριθμ. πρωτ. 1304/7-6-2005 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας). Γεγονός πάντως είναι ότι ο Ψ1 μετά την άνω έκρηξη του αυτοκινήτου του δεν θεώρησε ότι κινδυνεύει η ζωή του, οι δε διαπραγματεύσεις με την πλευρά του Χ1 συνεχίσθηκαν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, κανονικά. Για την καθόλα φυσιολογική μετά την άνω έκρηξη και χωρίς φόβο συνέχιση της ζωής του Ψ1 καταθέτουν οι φίλοι και συνεργάτες του τελευταίου, Ρ1 και Ρ2 αλλά και ο μάρτυς και δημοσιογράφος Ρ3 που γνώριζε πολλά χρόνια τον Ψ1 (βλ. καταθέσεις του πρώτου, Ρ1".... Ο Ψ1 ήλθε περίπου στις 23.00 στην καφετέρια πιτσαρία μου και έφυγε στη 1 ή 2 μετά τα μεσάνυκτα... Ερχόταν εκείνο το διάστημα καθημερινά στο μαγαζί μου, δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε κάποια φοβία...", του δευτέρου Ρ2 "... Γνώριζα τον Ψ1 λόγω της εργασίας μου, είχε ένα μπαρ και τον προμήθευα ποτά.... Την παραμονή ή προπαραμονή του φόνου τον είδα και συνεννοηθήκαμε στις 2-9-2000 να μαζέψουμε τις επιστροφές.... Τον περίμενα στο ... Δεν φοβόταν να κυκλοφορήσει, ούτε με είπε κάτι ότι φοβόταν..." και του τρίτου Ρ3 ".... Πήγα για ποτό 1-2 μήνες πριν το μοιραίο γεγονός. Ο Ψ1 βέβαια με είπε ότι είναι δύσκολα με τα οικονομικά του και ότι ζοριζόταν ....Ήταν στενοχωρημένος, διότι όφειλε και δεν με είπε τίποτε σχετικά με τον Χ1 ..... Ήταν ήρεμος και δεν έδειχνε να φοβάται..."). Ακόμη, οι φράσεις που είπε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στον Ζ1 κατά την συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ τους, ως τεχνικών, στην προσπάθειά τους να βρεθεί λύση στο άνω πρόβλημα με τις αυθαίρετες κατασκευές στις 11 μεζονέτες του Χ1, ότι δηλαδή δεν θα μείνει απαθής (ο Χ1) και ότι μπορεί και αυτός να κάνει ζημιά στον Ψ1 , υπονοώντας ότι μπορούσε να κάνει καταγγελία στην Πολεοδομία για τις αυθαιρεσίες που υπήρχαν στο κατάστημα του τελευταίου, δεν είναι δυνατόν, να θεωρηθεί ότι έκρυβαν απειλή ζωής κατά του Ψ1 . Όπως και ο ίδιος ο Ζ1 καταθέτει στην κατ' αντιπαράσταση εξέτασή του με τον μάρτυρα Δ2, ο ίδιος δεν εξέλαβε τις άνω φράσεις ως απειλή ζωής, ούτε ποτέ αισθάνθηκε ή εξέφρασε φόβους για την ζωή του παιδιού του. Τονίζει μάλιστα ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ να φοβάται για την ζωή του και ο Ψ1 . Το αυτό ισχύει, ήτοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχουν απειλή ζωής και οι φράσεις που είπε ο Χ1 στον ίδιο τον Ψ1 κατά την άνω συνάντηση τους και κατά την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων "... εμένα δεν με πήδηξε κανείς". Παρόμοιες εντάσεις είναι φυσικό να σημειώνονται σε διαπραγματεύσεις όπως οι παραπάνω, όταν μάλιστα αυτές διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα ήταν δε αντίθετο σε κάθε λογική ο πρώτος κατηγορούμενος να έχει συλλάβει σχέδιο εξόντωσης ενός ανθρώπου για μία αστικής μάλιστα φύσεως διαφορά και να εκτοξεύει δημοσίως και ενώπιον άλλων προσώπων απειλές εναντίον του. Βέβαια, η Ψ2 αδελφή του θύματος και η ... μητέρα του τελευταίου ευθύς αμέσως μετά την δολοφονία του κατέθεσαν ότι ο Χ1 έβαλε κάποιον ή κάποιους να σκοτώσουν το άνω αγαπημένο τους πρόσωπο, αδυνατούν όμως να εξηγήσουν ποιο θα ήταν το όφελος του πρώτου κατηγορουμένου και για ποιο λόγο αυτός να έκανε κάτι τέτοιο για μία διαφορά όπως η παραπάνω (η μητέρα .... κατέθεσε ότι "για μία μαγκιά" έγινε αυτό), πολύ περισσότερο μάλιστα αφού, αφενός μεν οι υποψίες θα έπεφταν σ' αυτόν, αφετέρου δε με την δολοφονία του Ψ1 κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε, αντίθετα αυτό διογκώθηκε, παραμένοντας ακόμη και σήμερα σε εκκρεμότητα. Σημειωτέον ότι, κατόπιν ενεργειών του Χ1 η άνω προταθείσα από τον Ζ1, ως η καλύτερη λύση, προσκύρωση έγινε μετά τον θάνατο του Ψ1 με σχετική απόφαση του Νομάρχη Καβάλας, η Ψ2 όμως έκανε ένσταση κατ' αυτής και πέτυχε την ακύρωση της. Πρέπει δε να τονισθεί ότι η μητέρα του Ψ1 , καταθέτοντας ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου τον Ιούνιο του 2005 είπε ότι δεν γνωρίζει εάν αυτοί οι κατηγορούμενοι σκότωσαν και με ποιο τρόπο το παιδί της (βλ. 20° και 26° φύλλα της 8-22/2005 αναβλητικής αποφάσεως, τα πρακτικά της οποίας αναγνώσθηκαν). Από την άλλη πλευρά αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1996 μέχρι και το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους άνδρες της δίωξης ναρκωτικών ... και συγκεκριμένα οι Π3 (Προϊστάμενος τότε της άνω Υπηρεσίας) και Π1 (ως οδηγός) έθεσαν υπό παρακολούθηση τον Ψ1 και τον συνεταίρο του στο καφέ -μπαρ "..." ...., έχοντας πληροφορίες ότι αυτοί διακινούν ναρκωτικά (ηρωίνη). Η ως άνω παρακολούθηση όμως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, ο δε Π3 , που κατέθεσε ως μάρτυς ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού αναφέρει ".....Κατάλαβα ότι ο Ψ1 φυλαγόταν επειδή μας αντιλήφθηκε ότι τον παρακολουθούσαμε...". Πλέον των ανωτέρω, ο Ρ3, δημοσιογράφος που εργάζεται στο τηλεοπτικό κανάλι της ... "...", τονίζει στην κατάθεση του "... Ο Ψ1 ήταν άνθρωπος της νύχτας, ακούστηκε κάτι για ναρκωτικά, αλλά δεν ξέρω προσωπικά κάτι. Για τα ναρκωτικά άκουσα από τους αστυνομικούς.... Μίλησα και με τον αστυνομικό Π3, ο οποίος μου είπε ότι παρακολουθούσε τον Ψ1 για ναρκωτικά μετά από πληροφορίες αλλά δεν τον συνέλαβαν .... Μου τα είπε και ο αστυνομικός Π1 .....". Μάλιστα πιστεύει ακόμη και σήμερα για την δολοφονία του Ψ1 ότι "τον έφαγε η νύχτα". Οι δε μάρτυρες υπερασπίσεως Κ1, πολιτικός μηχανικός, ... και ..., πολιτικός μηχανικός, συνεργάτες στο παρελθόν του Χ1 καταθέτουν ότι ο τελευταίος είναι έντιμος, επιτυχημένος επιχειρηματίας, ενώ η μάρτυς ... συζ. Κ4 (ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον σύζυγο της Κ4), τονίζει ότι από το έτος 1997 είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια του Χ1 και μετά την προσωρινή κράτηση του τελευταίου έκανε συντροφιά με την σύζυγο του ...., ακόμη ότι πέρασαν μαζί τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς καθώς και την Τσικνοπέμπτη και δεν πιστεύει να έχει καμία σχέση ο Χ1 με την δολοφονία του Ψ1. Βέβαια η αδελφή του δολοφονηθέντος στην ... στις 16-6-2001 Κ4 (η δολοφονία παραμένει ανεξιχνίαστη) .... καταθέτει ότι σε συνάντηση τους τα Χριστούγεννα του 2000 ο αδελφός της έδωσε σ' αυτήν εντύπωση ότι πεποίθηση του ήταν πως ο Χ1 ήταν ένοχος για την δολοφονία του Ψ1 πλην όμως αυτή, κάτοικος Θεσσαλονίκης, συναντιόταν με τον αδελφό της μία ή δύο φορές τον χρόνο και δεν γνωρίζει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο Χ1 ήταν "αδίστακτος άνθρωπος", ενώ διευκρινίζει ότι στην από. 24-6-2001 κατάθεση της, που διαβάστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ο αδελφός της, όταν έμαθε για την δολοφονία του Ψ1 της είπε σε τηλεφωνική τους επικοινωνία "Θα ήταν πολύ μαλάκας να το κάνει αυτό". Ο δε μάρτυς υπερασπίσεως ..., μηχανολόγος μηχανικός, ο οποίος γνώριζε και τον Χ1 και τον Κ4 , καταθέτει ".... Ο Κ4 δεν έλεγε καμία κουβέντα για τον Χ1. Ήμουν φίλος με τον Κ4 και με εκμυστηρευόταν και δεν θεωρούσε τον Χ1 δολοφόνο του Ψ1". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το χρηματικό ποσό των 930.000 δραχμών που βρέθηκε σε εμφανές σημείο στο οπίσθιο κάθισμα του με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκινήτου του Χ1 και κατασχέθηκε στις 2-9-2000 (βλ. έκθεση κατασχέσεως του Ανθυπαστυνόμου ...), προοριζόταν για την πληρωμή των εργαζομένων στο έργο του "Τελωνείου ....". Για τον σκοπό αυτό τον περίμενε στο άνω έργο ο συνεργάτης του Χ1, Κ3 (βλ. κατάθεση του). Μάλιστα το άνω χρηματικό ποσό του παραδόθηκε (αφού είχε γίνει η σχετική ανάληψη από την τράπεζα) από υπάλληλο του γραφείου του την Παρασκευή 1-9-2000 (βλ. κατάθεση της μάρτυρα .... συζ. Χ1) Πρέπει δε να τονισθεί ότι το άνω, κατασχεθέν στην συνέχεια, χρηματικό ποσό, βρισκόταν συνεχώς εντός του αυτοκινήτου του σε φάκελο από το μεσημέρι της Παρασκευής 1-9-2000 μέχρι την ώρα 23.00 της 2-9-2000 ημέρα Σάββατο, οπότε και κατασχέθηκε. Μάλιστα ο Χ1 το Σάββατο το πρωί (της 2-9-2000), όταν άνδρες της Ασφάλειας ... πήγαν στο σπίτι του, μετέβη στην Υπηρεσία αυτή, οδηγώντας το άνω αυτοκίνητο, το οποίο το στάθμευσε έξω από το κτίριο της Ασφάλειας. Η δε μαύρη δερμάτινη θήκη που επίσης βρέθηκε και κατασχέθηκε στο άνω αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, ήταν από πιστόλι φωτοβολίδων (βλ. προσπέκτους που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε, σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, αλλά και κατάθεση της άνω μάρτυρα, συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου). Τέλος προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 έμενε με την οικογένεια του (σύζυγο και δύο παιδιά, ενώ έχει και πέντε εγγόνια) σε μικρό σπίτι στο ..., το μίσθωμα του οποίου καταβαλλόταν από το άνω σωματείο "...", σήμερα δε τόσο αυτός όσο και ο Χ3, κτίζουν σπίτι μετά από άτοκα δάνεια που έλαβαν από την Εθνική Τράπεζα. Μάλιστα τον Χ2 αυτοί που τον γνωρίζουν τον χαρακτηρίζουν ως "καλοκάγαθο" άνθρωπο (βλ. κατάθεση Κ2) και έντιμο "μεροκαματιάρη" (βλ. κατάθεση Κ3) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως". Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατική και ασαφή αιτιολογία, γιατί: 1) ενώ δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος επιδίωκε πραγματικά να διευθετήσει τη διαφορά του με τον Ψ1 και ότι, φοβούμενος υπαναχώρηση του τελευταίου από το συμβιβασμό, στον οποίο ήδη είχαν καταλήξει στα τέλη Αυγούστου 2.000 (που συνίστατο στην εκ μέρους του παραχώρηση στον Ψ1 δύο μεζονετών της άνω οικοδομής και στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των δρχ. 60.000.000), τηλεφώνησε σ' αυτόν την 1-9-2000 και περί ώρα 14.30 από φορητό του τηλέφωνο και του είπε "να αγνοήσουν τους δικηγόρους και να βρεθούν στο γραφείο του προκειμένου να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι ο Ψ1 τον ερώτησε αν θα έχει μαζί του το ποσό της πρώτης δόσης (των 25.000.000 δραχμών), αυτός δε, όπως ήταν φυσικό, δεδομένου ότι ήταν Παρασκευή μεσημέρι και οι Τράπεζες είχαν ήδη κλείσει, του είπε ότι θα έχει το ποσό αυτό στη διάθεσή του από τη Δευτέρα", δεν εξηγεί, όμως, στη συνέχεια γιατί ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν πράγματι ήταν στις αληθείς προθέσεις οπωσδήποτε να λήξει αυτή η υπόθεση, δεν είχε μεριμνήσει να αναλάβει τα χρήματα της πρώτης δόσης σε ώρα που οι Τράπεζες ήταν σε λειτουργία ή τουλάχιστον δεν παρέδωσε ισόποση επιταγή εκδόσεως που είναι το συνήθως συμβαίνον (φυσικό) στις καθημερινές συναλλαγές, ώστε να καταστεί εφικτό να υπογραφεί το επίμαχο συμφωνητικό και να μη μείνει ως απλή συζήτηση για αποπροσανατολισμό. 2) Δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, που προέκυψε ότι διενεργήθηκαν μεταξύ των κατηγορουμένων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δικαιολογούνται από τις επαγγελματικές ενασχολήσεις τους και, αναφορικά με τις εν λόγω επικοινωνίες μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου απ' αυτούς, και από τις ερασιτεχνικές ενασχολήσεις τους με την αλιεία. Όμως, παραλείπει αυτό να εξειδικεύσει τον ακριβή χρόνο της διεξαγωγής των τηλεφωνικών τούτων μεταξύ τους κλήσεων, ώστε να κριθεί αν, σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική, τα εν λόγω τηλεφωνήματα μπορούσαν πράγματι, ή δεν μπορούσαν, να έχουν σχέση με τις ανωτέρω ενασχολήσεις τους. 3) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το αυτοκίνητο, με το οποίο διέφυγε ο φυσικός αυτουργός της άνω ανθρωποκτονίας Φ1 ανήκε στον έκτο κατηγορούμενο (Χ6), ότι ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο αυτό την άνοιξη του 2000 από σοβαρή μηχανική βλάβη και ότι ο ανηψιός του ιδιοκτήτη Χ5 (πέμπτος κατηγορούμενος), αφού το επισκεύασε, το παρέδωσε στον ανωτέρω δράστη για να το δοκιμάσει, προκειμένου να προβεί στην αγορά του. 'Ετσι, όμως, δεν εξειδικεύει η απόφαση πότε συνέβησαν τα επί μέρους αυτά κρίσιμα γεγονότα, και συγκεκριμένα πότε και από ποιον επισκευάσθηκε το άνω αυτοκίνητο, πότε και υπό ποίους όρους το παραχώρησε ο πέμπτος κατηγορούμενος προς δοκιμή στο δράστη και σε ποιόν το ανακοίνωσε, ούτε επίσης - εξηγεί η απόφαση τι στοιχεία είχαν οι άνω (πέμπτος και έκτος) κατηγορούμενοι, ώστε να δικαιολογείται η εκ μέρους τους εμπιστοσύνη προς το δράστη ότι θα εξοφλούσε το τίμημα της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου. 4) Δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο ειρημένος φυσικός αυτουργός της ανθρωποκτονίας στις 2-9-2005 ήτοι την ημέρα της δολοφονίας του Ψ1 και περί ώρα 19.54, κάλεσε στο φορητό τηλέφωνο τον τέταρτο κατηγορούμενο (Χ4) στον αριθμό ....., επειδή αγνοούσε τον αριθμό τηλεφώνου του Χ5 από τον οποίο είχε πάρει μέσω του Φ2 το αυτοκίνητο, ότι του ανακοίνωσε ότι συγκρούσθηκε, οδηγώντας το αυτοκίνητο με ένα ΤΑΞΙ στην ..., ότι αυτός (Χ4) ενημέρωσε αμέσως τον Χ5 με τον οποίο διατηρούσε στενή φιλική σχέση, ότι ο Χ5 μόλις πληροφορήθηκε το άνω γεγονός προσπάθησε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με τον Φ2, προκειμένου να ενημερωθεί απ' αυτόν λεπτομερώς για το ατύχημα, και ότι, στη συνέχεια, αυτός φοβούμενος ότι το γεγονός τούτο θα είχε δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του αλλά και του θείου του Χ6, δεδομένου ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες και δεν είχε ελεγχθεί από το ΚΤΕΟ, προέβη το ίδιο βράδυ σε ψευδή δήλωση κλοπής του αυτοκινήτου στο Α.Τ. ..... Με τις παραδοχές, όμως, αυτές δεν εξηγεί η προσβαλλόμενη απόφαση ψυχικό δεσμό που συνέδεε τον δράστη της ανθρωποκτονίας με τους ανωτέρω ιδιοκτήτη και κάτοχο του αυτοκινήτου, ώστε, μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, την εγκατάλειψη του αυτοκινήτου, μαζί με τα κομιζόμενα με αυτό πειστήρια του εγκλήματος, και την εσπευσμένη φυγή του, το μοναδικό του πρόβλημα που τον απασχολούσε ήταν να προστατεύσει αυτούς από την ενδεχόμενη ευθύνη τους για την απλή συνέργεια στην κυκλοφορία του ανασφάλιστου αυτοκινήτου, και όχι για τη συγκάλυψη της συμμετοχής τους στην πράξη της ανθρωποκτονίας, 5) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 , πριν να τελεσθεί η ανθρωποκτονία (του Ψ1 ) απηύθυνε εναντίον του απειλές και δη στο μεν μηχανικό αυτού Ζ1 απηύθυνε τη φράση ότι δεν θα μείνει απαθής και ότι μπορεί και αυτός να κάνει ζημιά στον Ψ1 στο δε τελευταίο απηύθυνε τη φράση "... εμένα δεν με πήδηξε κανείς". Πλην όμως αναφέρει ότι οι φράσεις αυτές δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι περιείχαν απειλή ζωής γιατί παρόμοιες εντάσεις είναι φυσικό να σημειώνονται σε διαπραγματεύσεις και ότι θα ήταν αντίθετο σε κάθε λογική να έχει συλλάβει ο κατηγορούμενος σχέδιο εξόντωσης ενός ανθρώπου για μια αστική διαφορά και να εκτοξεύει δημοσίως και ενώπιον άλλων προσώπων απειλές εναντίον του. Παραλείπει όμως το Δικαστήριο της ουσίας να συνδέσει και συγκρίνει την ανωτέρω συμπεριφορά με την προσωπικότητα του συγκεκριμένου κατηγορουμένου και δη εάν αυτός συνηθίζει να απευθύνει τέτοιες απειλές και σε άλλους ανθρώπους, με τους οποίους συναλλάσσεται, και τις αφήνει απραγματοποίητες. Διότι έτσι η κρίση του για το εάν οι φράσεις αυτές έκρυβαν ή όχι απειλή ζωής θα πηγάζει από τη λογική του συγκεκριμένου κατηγορουμένου και όχι από τη λογική ενός εχέφρονος και νηφάλιου τρίτου, με τη συμπεριφορά του οποίου, προφανώς, συνέκρινε τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου και κατέληξε στο αποφατικό του πιο πάνω πόρισμα και 6) δέχεται η προσβαλλόμενη απόφασή ότι το πρωΐ της 25.7.2000 πριν από τη συζήτηση της από 26.6.2000 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με βάση την οποία είχε δοθεί προσωρινή διακοπή των οικοδομικών εργασιών, το οικόπεδο του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1 σημειώθηκε στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1 και η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε με τη συναίνεση αμφοτέρων των μερών για τις 5.9.2000 και ότι στο διάστημα και μετά την έκρηξη συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις και οι αρχικές αξιώσεις του Ψ1 περιορίστηκαν από τις 11.μ ,0.000.000 δρχ. στα 60.000.000 δρχ. και τρεις μεζονέτες που θα ανεγείρονταν στο δικό του τμήμα και δεν δικαιολογεί ποιος είχε συμφέρον να προκληθεί η έκρηξη και να αναβληθεί η δίκη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και, πρέπει, να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 6-15/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αλεξανδρουπόλεως. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ