Αριθμός 2011/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποιν.Τμήμα - σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1 και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 354/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) χ2 και 2) χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 838/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη πρότασή του, με αριθμό πρωτ. 301/31-7-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ΄αριθμ. 354/2007 απόφασή του καταδίκασε τον χ1 για απλή συνέργεια σε αγορά, κατοχή και πώληση κατ΄εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών που τέλεσε η αυτουργός χ3 στην ευρύτερη περιοχή ....... το τελευταίο πενθήμερο προ της 23-10-2003, (την α) στο ....... Αττικής στις 22-10-2003 (της β,γ) και αφορούσε ποσότητα ηρωΐνης και 6/10 γραμμαρίων, και ακατέργαστης κάνναβης, 7 γραμμαρίων. Η άνω απόφαση εκδόθηκε κατ΄έφεση και με την αυτοπρόσωπη παρουσία του καταδικασθέντος, καθαρογράφηκε δε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (βλ. την οικεία βεβαίωση του γραμματέα) στις 2-3-2007. Κατ΄αυτής άσκησε ο ανωτέρω δια πληρεξουσίου, δυνάμει της από 20-4-2007 εξουσιοδοτήσεώς του, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από τον Προϊστάμενο της διοίκησης του καταστήματος κρατήσεώς του, ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών στις 30-4-2007 την υπ΄αριθμ. 59 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ότι "για τις πράξεις που κατηγορούμαι είμαι αθώος δεν έχω καμμία ανάμειξη για τις κατηγορίες που μου δόθηκαν είμαι αθώος γιατί με καταδίκασαν δεν γνωρίζω..." και "για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως" (βλ. την άνω έκθεση αναίρεσης". ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο. α) κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 3 ΚΠοινΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων και δη αναίρεσης που γίνεται με δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα είναι δέκα ημέρες από τότε που η απόφαση, που εκδόθηκε με την παρουσία του καταδικασθέντος, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Στην περίπτωση δηλ. αυτή δεν απαιτείται επίδοση αυτής (βλ. και ΑΠ 848/2005, ΑΠ 1833/2002, ΑΠ 291/2003 κ.α.). Εξ άλλου ναι μεν είναι δυνατή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, πλην όμως στην περίπτωση αυτή πρέπει τούτο να προβάλλεται με την έκθεση ασκήσεως αυτού και να γίνεται επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων από τα οποία αποδεικνύεται ο άνω λόγος (βλ. ΑΠ 1823/2005, ΑΠ 848/2005, ΑΠ 1382/2004 κ.α.). β) Επειδή στις διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται για να είναι νομότυπη η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι και η διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ήτοι πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο ο λόγος αυτής, ο οποίος πρέπει να ανήκει στους λόγους που περιοριστικά ορίζει το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ (βλ. και ΑΠ 2122/2005, ΑΠ 88/2005, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 786/2006, ΑΠ 1527/2005 κ.α.). Εξ άλλου λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 111/2004, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 1880/2005 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να γίνεται επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αφετέρου δεν περιέχει κανένα παραδεκτό κατά νόμο λόγο και δη σαφή και ορισμένο. Έτσι είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄αριθμ. 59/2007 αίτηση αναίρεσης του χ1 κατά της υπ΄αριθμ. 354/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από τη σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που περιέχεται στο φάκελο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει ειδική εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1" (το ορθόν είναι ή παρ. 2). Ο ειδικός αντιπρόσωπος δεν είναι απαραίτητο να είναι δικηγόρος, ή δε παραπομπή στην παράγραφον αυτή του άρθρου 96 αναφέρεται στον τύπο της εντολής. Περαιτέρω στην προστεθείσα, με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον Κ.Π.Δ. μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με την γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενα από τον Κ.Π.Δ. είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. Α.Π. 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με την της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου και δή αναιρέσεως που γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) είναι δέκα ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο. Εξ άλλου κατά συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος κατ' άρθρο 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 354/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για απλή συνέργεια σε αγορά, κατοχή και πώληση κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, κατ' έφεση, παρών, η απόφαση αυτή δε, κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρα 504 παρ.1, 505 παρ.1α΄ Κ.Π.Δ.). κατεχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την 2-3-2007, όπως φαίνεται από την σχετική επισημείωση του Γραμματέως εν τέλει της άνω αποφάσεως. Κατ' αυτής ο ανωτέρω καταδικασθείς ήσκησε δια του αντιπροσώπου του Ιωάννη Ραυτογιάννη, δυνάμει της από 20-4-2007 εξουσιοδοτήσεως, την από 30-4-2007 αίτηση αναιρέσεως δια τους εις αυτήν λόγους. Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, (ασκηθείσα από τον αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου για λογαριασμόν του), μετά την πάροδο της νομίμου 10ημέρου προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθενται στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λαμβανομένου υπ' όψη και ότι έχει ειδοποιηθεί ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, για να προσέλθει να εκθέσει τις απόψεις του περί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως, να επιβληθούν δε τα έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 354/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ