Αριθμός 819/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ...... και 2) ......., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου, περί αναιρέσεως της 3933/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1215/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, το δικαστήριο των εφετών συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή τους και δύο εφέτες. Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Α γ του Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή η κωλύεται ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου, αναπληρώνεται από άλλον δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, στα δικαστήρια για τα οποία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση, ως προεδρεύοντες δε των τριμελών εφετείων μπορεί να ορίζονται εφέτες, κατά τις υπηρεσιακές ανάγκες και δυνατότητες. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του τριμελούς εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Επομένως, ο σχετικός αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν μνημονεύει το κώλυμα του Προέδρου Εφετών Αθηνών για να δικαιολογηθεί η αναπλήρωσή του από εφέτη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙ. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν δια συνηγόρου (άρθρα 501 παρ. 1α, 340 παρ. 2 και 42 ΚΠΔ, όπως ισχύουν), ο οποίος, αφού έλαβε τελευταίος τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, πριν από την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως και ανέπτυξε την υπεράσπισή του, ζήτησε την αθώωση των πελατών του. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (171 παρ. 1δ ΚΠΔ), διότι ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος ακροάσεως, λόγω της μη απολογίας του δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε, είναι αβάσιμος, αφού η απολογία δίδεται από τον ίδιον τον κατηγορούμενο, και δεν δίδεται δικαίωμα απολογίας για λογαριασμό του από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικά είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3933/2006 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ΄ αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και " .... 11) (5) φωτογραφίες...". Με την πιο πάνω αναφορά των φωτογραφιών αυτών, ενόψει και τη αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους (τι απεικονίζεται με αυτές κλπ), αφού, με την επίδειξή τους στους παράγοντες της δίκης και την επισκόπησή τους, κατέστησαν γνωστές κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη τους το πιο πάνω με αριθμό 11 αριθμούμενο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα (φωτογραφίες), που επιδείχθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο συναφής πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του έγγραφα που δεν προσκομίσθηκαν, αφού δεν αναφέρεται στην απόφαση ποιος προσκόμισε τα αριθμούμενα με τα στοιχεία 7 και 10 έως και 19 έγγραφα για πρώτη φορά στο Εφετείο, αφού δεν είναι αναγκαία η αναφορά αυτή. Αρκεί δε, για να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, η ανάγνωση αυτών χωρίς εναντίωση του συνηγόρου των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, γεγονός το οποίο προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Επίσης από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο χωρίς εναντίωση, οποιουδήποτε εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, έστω και ακύρου, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 εδ. α του ίδιου άρθρου (364 ΚΠΔ), διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης, που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι: α) το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, κατά το άρθρο 364 ΚΠΔ, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί από τη δικάσιμο της 30-1-2006, β) δεν έλαβε το Δικαστήριο υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες και ειδικότερα την απόφαση 955/2006 του Αρείου Πάγου, τις αποφάσεις 1902/2003 και 336/2006, μία φωτογραφία της θυγατέρας τους, την από 9/9/2003 ιατρική έκθεση την από 28/6/2002 ιατρική βεβαίωση και το από 27/1/2004 έγγραφο, γ) το Δικαστήριο ανέγνωσε έγγραφα "μη προσκομισθέντα νομίμως ως και μη υπαρκτά τοιαύτα, ως την με αριθμό 5718/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως δεν υφίσταται, αφού έχει εξαφανισθεί με την 955/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και αναγνώστηκε". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον: α) το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε μεν τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, πλην όμως από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες είχαν ζητήσει δια του συνηγόρου τους την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, ώστε να ιδρύεται από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναιρέσεως, β) από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν ή ζητήθηκε από τον εκπροσωπούντα τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες συνήγορο, η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, ώστε να τα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο (πλην της 955/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη), γ) από τα πρακτικά επίσης της αυτής δίκης δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε έγγραφα ανύπαρκτα ή μη προσκομισθέντα. Η ανάγνωση της με αριθμό 5718/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έγινε χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε εναντίωση από τον πληρεξούσιο των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, ώστε να δημιουργηθεί ακυρότητα από την εν λόγω ανάγνωση. Επίσης αβάσιμη είναι και η εμπεριεχόμενη στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδιδε στον λόγο στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής, ενώ η πολιτική αγωγή είχε αποβληθεί. Η από πρόδηλη παραδρομή μη διαγραφή από το έντυπο των πρακτικών της σχετικής αναφοράς, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι, εφ'όσον η πολιτική αγωγή δεν υπήρχε, δεν ήταν δυνατόν να δίδεται ο λόγος σε αυτήν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. V. Κατά τη διάταξη της περ. α του άρθρου 312 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που του το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι προβλέπεται με αυτή ιδιώνυμο έγκλημα σωματικής βλάβης ανηλίκων ή και των λοιπών αναφερομένων σε αυτή προσώπων, το οποίο είναι διαφορετικό από τα προβλεπόμενα με τις άρθρα 308 επ. ΠΚ εγκλήματα σωματικών βλαβών, η διάταξη δε αυτή έχει επικουρικό χαρακτήρα, εφαρμόζεται δηλαδή μόνο αν κατ'άλλη ποινική διάταξη η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού συνίσταται στην με συνεχή σκληρή συμπεριφορά πραγμάτωση σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του ανηλίκου ή των λοιπών αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων. Σκληρή συμπεριφορά είναι η προερχόμενη από έλλειψη συναισθήματος για τα πάθη του θύματος, που εκφράζεται αντικειμενικά με την πρόκληση σημαντικών πόνων, οδυνών και βασάνων (σωματικών και ψυχικών). Συνεχής δε καθίσταται η σκληρή συμπεριφορά, όχι μόνο με τη δημιουργία μόνιμης κατάστασης, αλλά και με την συστηματική επανάληψή της. Το έγκλημα αυτό τελείται μόνο από δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς, τη συνείδηση ότι με αυτή προξενείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας και την γνώση ότι ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του ή δεν δύναται να υπερασπίσει τον εαυτό του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8933/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού και με κοινό δόλο προξένησαν με συνεχή σκληρή συμπεριφορά τους βλάβη της υγείας και σωματική κάκωση των ανηλίκων κάτω των 17 ετών, τέκνων της πρώτης και εγγονών του δευτέρου, των οποίων την επιμέλεια είχε με δικαστική απόφαση η πρώτη και διέμεναν όλοι μαζί στην ίδια οικία. Ειδικότερα, από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2002, ανέφεραν συνεχώς στα ανήλικα ότι τρίτοι είχαν κάνει μάγια σε αυτά και ότι έπρεπε να βγει ο σατανάς από μέσα τους, που τους κυνηγούσε, προξενώντας έτσι με την διαρκή σκληρή συμπεριφορά τους σοβαρές διαταραχές στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των παιδιών, νυκτερινά τρομακτικά όνειρα στον ύπνο τους (εφιάλτες) και μόνιμο αίσθημα άγχους και τρόμου, προσέτι δε, στα πλαίσια της πιο άνω σκληρή συμπεριφοράς, προξένησαν στα παιδιά και σωματικές κακώσεις. Συγκεκριμένα στις 24/6/2002 η πρώτη με την βοήθεια του δεύτερου έσχισαν με μαχαίρι τα δάκτυλα των παιδιών σε σχήμα σταυρού για να τα προστατεύσει από τα μάγια τρίτων και το αίμα που έτρεχε έλεγαν ότι το ρουφάει ο σατανάς. Αποδείχθηκε επίσης ότι έκαψαν με τσιγάρο το χέρι της ανήλικης κόρης και έριχναν χώμα από το νεκροταφείο της Κύπρου στα κρεββάτια των ανηλίκων για να διώξουν τον σατανά. Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι σωματικής βλάβης ανηλίκων από κοινού και κατά συρροή (26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 312 εδ. α ΠΚ) και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, έπρεπε να διαλαμβάνονται στην απόφαση και τα αναφερόμενα στην αίτηση στοιχεία, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, με την παραδοχή της αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν "κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο 2000 έως Ιούλιο 2002", επαρκώς προσδιορίζουν το χρόνο τελέσεως αυτού, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω "επακριβώς" προσδιορισμός του χρόνου αυτού, ενόψει και του χαρακτήρα του συγκεκριμένου εγκλήματος, το οποίο απαιτεί, όπως προαναφέρθηκε, συχνή, δηλαδή επαναλαμβανόμενη σκληρή συμπεριφορά του δράστη. Επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται τόσο οι σωματικές κακώσεις των ανηλίκων (τραυματισμός των δακτύλων, κάψιμο με τσιγάρο), όσο και η βλάβη της υγείας τους (με τις περιγραφόμενες στην απόφαση ψυχολογικές διαταραχές), που προκλήθηκαν από τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες σε βάρος των ανηλίκων καθώς και ο κοινός δόλος των κατηγορουμένων για την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν, δόλος ο οποίος δεν αίρεται από την παραδοχή της αποφάσεως, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, βοηθούμενη από τον δεύτερο, "έσχισαν με μαχαίρι τα δάκτυλα των παιδιών σε σχήμα σε σχήμα σταυρού για να τα προστατεύσει από τα μάγια τρίτων", ούτε υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με το πιο πάνω κίνητρο. Αντίθετα, με την πιο πάνω παραδοχή, αιτιολογείται ο δόλος των κατηγορουμένων, δηλαδή να προκαλέσουν με πρόθεση - για τον πιο πάνω λόγο - σωματική βλάβη στα ανήλικα. Επομένως οι έκτος, έβδομος και όγδοος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αιτίαση που εμπεριέχεται και στους 3ο, 4ο και 5ο λόγους αναιρέσεως), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τους οποίους, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν (φωτογραφίες κλπ) και από εκείνα που αναφέρουν στη αίτησή τους αποδεικνύεται η βασιμότητα των υπερασπιστικών ισχυρισμών τους, ενώ, αντίθετα, δεν αποδεικνύονται οι περί ενοχής αυτών παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση, τέλος, των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ότι το Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 34 ΠΚ και να τους κηρύξει αθώους, διότι ενήργησαν "κάτω από διατάραξη πνευματικών λειτουργιών" είναι αβάσιμη αφού παρόμοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από τους αναιρεσείοντες στο παραπάνω Δικαστήριο, ούτε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνέτρεξε τέτοια περίπτωση. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 276/14-6-2006 αίτηση αναιρέσεως των 1) .... και 2) ...., κατά της 3933/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ