Αριθμός 1613/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης .................. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της 2455/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 20 Απριλίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 663/2006 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ., 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2455/2005 απόφαση που δικάζοντας κατ΄ έφεση εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα σ΄ αυτήν αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) στις ........., στις 30-8-2001 εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο εξέδωσε, με το να συντάξει και να υπογράψει, το υπ΄ αρ. ........... τιμολόγιο σκληρού σίτου συνολικής ποσότητας 660.000 κιλών, ποσού 112.340,42 ευρώ η αξία των προϊόντων συν 8.987,23 ευρώ η αξία Φ.Π.Α., με βάση το οποίο εμφανιζόταν ότι είχε γίνει η ανωτέρω πώληση σίτου από την επιχείρηση εμπορίας εγχωρίων προϊόντων, που αυτή διατηρούσε, στην εταιρία με την επωνυμία ΚΑΡΑΤΖΑΣ Α.Ε., το οποίο τιμολόγιο ήταν εικονικό, καθώς δεν είχε λάβει χώρα πραγματική συναλλαγή (αγοραπωλησίας σίτου) μεταξύ της επιχείρησής της (εμπορίας εγχωρίων προϊόντων) και της φερόμενης αγοράστριας εταιρίας ΚΑΡΑΤΖΑΣ Α.Ε. Η κρίση ότι δεν έγινε πραγματική συναλλαγή ενισχύεται και από τα παρακάτω: 1)αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη δεν είχε την παραπάνω ποσότητα σίτου, καθώς, παρά τον ισχυρισμό στην υπάλληλο της Δ.Ο.Υ (μάρτυρα .............) ότι αποθήκευε τα εμπορεύματα στο σπίτι της, εν τούτοις διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κατάλληλος αποθηκευτικός χώρος, ούτε και είχε αποθηκευτεί ο σίτος άλλου, 2) ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης που υποστήριζε ο μάρτυρας υπερασπίσεως, ότι η φόρτωση δεν έγινε από αποθήκες της επιχείρησης της κατηγορουμένης, αλλά από αποθήκες των παραγωγών, δεν ευσταθεί, διότι δεν εκδόθηκαν αντίστοιχα των ποσοτήτων αυτών σίτου δελτία αποστολής, δεν υπάρχουν σχετικά φορτωτικά έγγραφα, αλλά ούτε και άλλη απόδειξη της συγκεκριμένης μεταφοράς. Πέραν αυτών δεν αποδείχθηκε η εξόφληση του τιμήματος του σίτου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ΄ αυτή ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλέ επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων § § 1, 2, 3 και 4 21 Ν. 2523/1997 τις οποίες ορθά εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα α)στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να μνημονεύεται καθένα από αυτά ξεχωριστά. β)Η παραπάνω αιτιολογία της απόφασης δεν είναι τυπική ούτε αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού ή αντιγραφή του κατηγορητηρίου. γ) Δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της υπάρξεως δόλου στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης αφού ενυπάρχει αυτός (δόλος) στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης εικονικού φορολογικού στοιχείου και ειδικότερα εκείνου που αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Τούτο δε διότι η παραπάνω πράξη της έκδοσης εικονικού τιμολογίου πώλησης τελέσθηκε μετά την κατά την 10-1-1998 έναρξη ισχύος του Ν. 2523/1997 και συνεπώς, σύμφωνα με την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 19 § 1 του νόμου αυτού, αρκούσε για τη συνδρομή της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος ο κοινός δόλος και δεν ήταν αναγκαία τα απαιτούμενα από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 31 § 1 εδ. η΄ του Ν. 1591/1986 για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος πρόσθετα στοιχεία της γνώσης από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και του σκοπού τούτου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ήτοι στοιχεία που δεν απαιτεί πλέον ο ισχύων στην προκειμένη περίπτωση ως άνω νεότερος Νόμος 2523/1997. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, 1ος λόγος της αναίρεσης και ο τρίτος και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση β)ότι το σκεπτικό αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού και γ) ότι δεν εκτίθενται περιστατικά θεμελιωτικά της γνώσης της εικονικότητας από την κατηγορουμένη και του σκοπού αυτής για την απόκρυψη φορολογητέας ύλη, ενώ ως απαράδεκτος πρέπει ν΄ απορριφθεί κατά τα λοιπά ο 1ος λόγος της αναίρεσης, διότι, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. 2.- Κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής....". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα....πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα....Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό ή στο διοικητικό δικαστήριο δίκη για ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας την οποία οφείλει να αιτιολογήσει του ΔΙκαστήριο. Για να υποχρεούται όμως τούτο να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεώς του "να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, πρέπει το αίτημα να είναι ορισμένο. Συνεπώς ο δεύτερος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχείο Δ΄ του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αναβολή κατ΄ άρθρο 61 του ΚΠΔ της ποινικής δίκης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε αυτή κατά της υπ΄ αριθμ. 34/17-2-2004 απόφασης επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Α΄ Δ.Ο.Υ Σερρών, της οποίας δεν είχε προσδιορισθεί η εκδίκαση πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ναι μεν υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα αναβολής της ποινικής δίκης, πλην όμως τούτο είναι αόριστο, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να προσδιορίζουν το περιεχόμενο της εκκρεμούσης προσφυγής και τη σχέση αυτής με την ποινική δίκη, οπότε το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα, στο εν λόγω ασαφές και αόριστο αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αναβολή της ποινικής δίκης, εκ περισσού δε διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψή του, δεχθέν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι λόγω του μη εισέτι προσδιορισμού της εκδίκασης της προσφυγής υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του ποινικού αδικήματος. 3.- Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι δεν απαγγέλθηκε δημόσια η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών, αφού δεν αναφέρεται στο σώμα της ότι έγινε η απαγγελία της δημόσια και παραβιάστηκαν έτσι οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Γ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Όπως προκύπτει, όμως, από τα πρακτικά της δίκης αναφέρεται: α)στη σελίδα 2 αυτών ότι "το Δικαστήριο κατάρτισε την υπ΄ αριθ. 2455/2005 απόφασή του την οποία δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση", β)στη σελίδα 9 αυτών ότι η απόφαση για την ενοχή " Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση", γ) στη σελίδα 9 αυτών ότι "...το δικαστήριο εξέδωσε, με την παρουσία και της Γραμματέως την παρακάτω απόφαση (για την ποινή), την οποία δημοσίευσε αμέσως στο ακροατήριο", και δ)στην τελευταία σελίδα τους ότι η απόφαση για την αναστολή της επιβληθείσης στην αναιρεσείουσα ποινής φυλάκισης " Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση", κάτωθι δε της φράσεως αυτής έχουν τεθεί οι υπογραφές του Προέδρου και του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου. Από τις περικοπές δ΄ αυτές, αλλά και από το όλο περιεχόμενο των παραπάνω πρακτικών, προκύπτει ότι έγινε η συζήτηση της αντίστοιχης ποινικής υποθέσεως στο ακροατήριο και η απαγγελία της αποφάσεως δημόσια. Πρέπει, κατόπιν τούτου, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης. 4.- Η διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν, δεν υποχρεώνει το διευθύνοντα τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως και χωρίς σχετικό αίτημα αυτού ή του συνηγόρου του και εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Επομένως ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δεν δόθηκε από το διευθύνοντα τη συζήτηση οίκοθεν ο λόγος, στην συνήγορο της αναιρεσείουσας για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση της .................................. και τους από 20-4-2007 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 2455/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ