Αριθμός 341/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 462/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής, με την ως άνω απόφασή τους, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1464/2006. ΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμ. πρωτ. 489/8-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 30 Αυγούστου 2006 αίτησιν αναιρέσεως της .... , οδός ..... 4 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, δια της οποίας κατεδικάσθη δι΄υπεξαίρεσιν ευτελούς αξίας και επεβλήθη εις αυτήν ποινή φυλακίσεως 20 ημερών, μετατραπείσα εις χρηματικήν ποινήν προς 5 ευρώ ημερησίως και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ΄αποφάσεως, εκδοθείσης απόντος του κατηγορουμένου, εφ΄όσον τυγχάνει γνωστής διαμονής εις την ημεδαπήν, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της επιδόσεως της αποφάσεως, υπό την προϋπόθεσιν της προηγουμένης καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1485/2005 Ποιν Χρ ΝΣΤ΄ σελ. 251 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 619/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 1097 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η ανωτέρω απόφασις, που εξεδόθη απόντος του κατηγορουμένου, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 12 Φεβρουαρίου 2004 και επεδόθη την 7 Απριλίου 2004 προς τον .... , αρμόδιον δημοτικόν υπάλληλον του Δήμου .... , όπου και η τελευταία γνωστή κατοικία της κατηγορουμένης. Η δε κατ΄αυτής αναίρεσις ησκήθη την 30 Αυγούστου 2006, ήτοι μετά την πάροδον μεγάλου χρονικού διαστήματος από της λήξεως της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Εξ΄άλλου το αναφερόμενον εις αυτήν, ότι η επίδοσις της προσβληθείσης αποφάσεως εγένετο την 25/7/2006, κατά συνέπειαν δε η αίτησις αναιρέσεως ασκείται εμπροθέσμως, αφού η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το χρονικόν διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου, τυγχάνει ανακριβές. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, συμφώνως προς την υπ΄αριθμ. 58553/2006 κοινήν απόφασιν Υπ. Οικον.-Δ/νης, εις το ποσόν των 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 30 Αυγούστου 2006 αίτησις αναιρέσεως της .... οδός .... , κατά της υπ΄αριθμ. 462/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής. ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 19 Οκτωβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παρα πάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 473 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται με σαφήνεια ότι, αν ο κατηγορούμενος ασκήσει αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου κατά το άρθρο 465 ΚΠΔ, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ ήταν ωσεί παρών κατά την απαγγελία αυτής, η προθεσμία ασκήσεως της αναίρεσης είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρήσεως της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο επικαλούμενος λόγος, δεν είναι παραδεκτός, δηλαδή δεν συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα ή δεν είναι βάσιμος, δηλαδή δεν αποδεικνύεται, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ως απαράδεκτη. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 ΄και 156 ΚΠΔ προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδάφ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχον ή τον αρμόδιον δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιου του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοσή του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης κατοικία η διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επίδοσης απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεώτερη αλλά άγνωστη διαμονή στην αρχή η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενον, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2172/1993 και ισχύει από 16 Δεκεμβρίου 1993, δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή Εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση την διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως αν η ως άνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση από 16-12-1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ προβλεπομένη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στην διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1683/1986, κατά το οποίο αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτον βαθμόν. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπον κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται στον δήμαρχο ή τον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημόσια σημεία και για την αποστολή σχετικής βεβαιώσεως στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την έρευνα του παραδεκτού της αναιρέσεως, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 462/2004 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για την πράξη της υπεξαίρεσης ευτελούς αξίας σε ποινή φυλάκισης 20 ημερών η οποία μετετράπη σε χρηματική προς 5 Ευρώ για κάθε ημέρα, εκδόθηκε ωσεί παρούσης της κατηγορουμένης και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, την 12 Φεβρουαρίου 2004 και της επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής και δη στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου .... . Στο αποδεικτικό επιδόσεως από 7 Απριλίου 2004 της δικαστικής επιμελήτριας .... το ενεργήσαν την επίδοση όργανο βεβαιώνει ότι η κατηγορουμένη δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία της επί της οδού .... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στη παραπάνω κατοικία ή άλλού συγγενής της κατηγορουμένης από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 ΚΠΔ. Το αυτό βεβαιώνεται και στην από 7-4-2004 βεβαίωση της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας. Εξάλλου η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα με δήλωσή της στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση την 30 Αυγούστου 2006, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της από την επίδοση της απόφασης (7-4-2004) που ορίζεται στο νόμο, χωρίς να εκτίθεται στη σχετική έκθεση οιοσδήποτε λόγος δικαιολογητικός της καθυστέρησης. Εκτίθεται μόνο ότι η προσβαλλομένη απόφαση επεδόθη στην αναιρεσείουσα την 25-7-2006, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκείται εμπροθέσμως, αφού η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Ενόψει όμως των προαναφερομένων η ως άνω επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως υπήρξε σύννομη και δεν είναι αληθές ότι της επιδόθηκε την 25-7-2006. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και απαράδεκτη. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 462/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ