Αριθμός 269/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κακόγιαννο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47739/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2001 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1540/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, οι οποίες δεν ορίζουν αν η απαγγελία της απόφασης και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι, για τη κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως, απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο πλήρες αντίγραφό της. Διότι πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, επομένως η επίδοση αναπληρώνει την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό, και στον διάδικο απόκειται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να λάβει ακολούθως γνώση ή και αντίγραφο του σκεπτικού και της όλης αποφάσεως. Πράγματι, ερμηνευτική εκδοχή ότι για την εγκυρότητα της επιδόσεως, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ανακοινώνονται προφορικώς στο ακροατήριο δεν δικαιολογείται διότι ο απολειπόμενος διάδικος δεν μπορεί να έχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Για τον διάδικο που ήταν παρών κατά την δημοσίευση της αποφάσεως ο νόμος δεν εξαρτά την έναρξη ούτε τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως από την καθαρογράφηση της αποφάσεως, και από την εκ μέρους του γνώση ολόκληρου του περιεχομένου της, κατά το συνήθως δε συμβαίνον, αυτή ολοκληρώνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως, με συνέπεια να ασκείται η έφεση πριν από αυτήν. Η ρύθμιση αυτή σαφώς υποδηλώνει την εκτίμηση του νομοθέτη ότι τα ανωτέρω στοιχεία αρκούν για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου να προσβάλει με έφεση την καταδικαστική απόφαση, χωρίς καμία δικονομική βλάβη του, δεδομένου ότι αφ΄ ενός οι λόγοι εφέσεως δεν αναφέρονται περιοριστικώς στα άρθρα 474 παρ. 2 και 498 εδαφ. α΄ ΚΠΔ, με συνέπεια να μπορεί να προταθεί ως παραδεκτός λόγος εφέσεως και μόνη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων χωρίς ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και αφ΄ ετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος στην δευτεροβάθμια δίκη και είναι παραδεκτή η έφεση, η υπόθεση επανέρχεται για κατ΄ ουσίαν έρευνα στην προ της εκδόσεως της αποφάσεως στάση, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ο εκκαλών κατηγορούμενος δικαιούται να προβάλει όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του και γενικώς να ασκήσει όλα τα υπερασπιστικά δικαιώματα που θα μπορούσε να ασκήσει και στην πρωτοβάθμια δίκη. Η αντίληψη αυτή του νομοθέτη εκφράζεται και με την ρητή διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 142 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 663/1977, η οποία ορίζει ότι "όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ΄ αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι΄ αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, της διάταξης που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης". Από τη διάταξη αυτή και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες με το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ επιδόσεις και γι΄ αυτό μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου, ή αποσπάσματος της αποφάσεως, που να περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται είτε αριθμητικώς είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της, και την ποινή που έχει επιβληθεί, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται στην πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών, για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπισή του (Ολ ΑΠ 3 και 4/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, με την προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 47739/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η ασκηθείσα, στις 16-1-2001 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθμ. 48459/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε απούσα σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή 500.000 δρχ., ως ένοχος παράβασης του ν. 5960/1933. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ ΚΠΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο έκρινε πως η έφεση ήταν εκπρόθεσμη, ενώ ήταν εμπρόθεσμη, αφού στις 20-11-1997 είχε επιδοθεί στην αναιρεσείουσα απόσπασμα μόνο της αποφάσεως και όχι πλήρες αντίγραφό της, με συνέπεια να μην αρχίσει τότε η προθεσμία της εφέσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι μόνο το γεγονός ότι το επιδοθέν έγγραφο δεν ήταν πλήρες αντίγραφο της αποφάσεως, αλλά απόσπασμά της, χωρίς να προβάλλεται και περαιτέρω ισχυρισμός ότι από το επιδοθέν απόσπασμα έλλειπαν τα προαναφερόμενα αναγκαία στοιχεία ή κάποιο από αυτά, δεν αρκεί για να ματαιώσει την επέλευση των συνεπειών της επιδόσεως και συγκεκριμένως την έναρξη της προθεσμίας της εφέσεως, και γι΄ αυτό πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η δεύτερη παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6 και 7/1994 και 4/1995). Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητα της αιτιολογίας της στοιχεία, ήτοι τον χρόνο της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το χρόνο της επίδοσης του ενδίκου μέσου και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της κατά της αναιρεσείουσας κατηγορίας για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτής ποινική δίωξη λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο κομιστή των επίμαχων επιταγών αρμοδίως σχετικής δήλωσης ότι επιθυμεί την ποινική της δίωξη και την εντεύθεν συνέχιση της διαδικασίας. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός αναφέρεται σε άλλο αποδιδόμενο σφάλμα, και όχι αποκλειστικά, όπως έπρεπε, στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2001 αίτηση της ...., το γένος .... για αναίρεση της 47739/2001 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ