Αριθμός 2195/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη-Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού, και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1021/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1108/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 287/3-7-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά την διάταξιν του άρθρου 5 παρ. 1 ν. 3213/2003 ασκηθείσαν υπό της κατηγορουμένης Χ1, από 8 Ιουνίου 2007 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμ. 1021/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος η αναιρεσείουσα παρεπέμφθη δια να δικασθή, δια υποβολήν ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως υπό δικαστικής λειτουργού εξ αμελείας (άρθρον 4 παρ. 3 ν. 3213/2003). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη η αναιρεσείουσα δια της ενδίκου αιτήσεως, προβάλλουσα τους υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. ΙΙ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δια το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.). ΙΙΙ. Κατά την διάταξιν του άρθρου 28 Π.Κ., εξ αμελείας πράττει όστις ένεκεν ελλείψεως της προσοχής την οποίαν ώφειλεν εκ των περιστάσεων και ηδύνατο να καταβάλη, είτε δεν προείδε το εκ της πράξεώς του παραχθέν αποτέλεσμα, είτε προείδε μεν τούτο ως δυνατόν, επίστευσεν όμως ότι δεν θα επήρχετο. Κατά την έννοιαν της διατάξεως αυτής η αμέλεια διακρίνεται εις άνευ συνειδήσεως, κατά την οποίαν ο δράστης από έλλειψιν της προσηκούσης προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινον αποτέλεσμα που προεκάλεσεν η πράξις του και εις ενσυνείδητον, κατά την οποίαν προβλέπει ότι εκ της συμπεριφοράς του δύναται να επέλθη αξιόποινον αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα αποφύγη τούτο. Εν όψει της ανωτέρω διακρίσεως το δικαστικόν συμβούλιον, όταν παραπέμπη τον κατηγορούμενον εις το ακροατήριον δι'έγκλημα που ετελέσθη εξ αμελείας, πρέπει να εκθέτη εις το βούλευμά του με σαφήνειαν, ποίον εκ των ανωτέρω δύο ειδών αμελείας συνέτρεξεν εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν, διότι εάν δεν εκθέτη αυτό με σαφήνειαν, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως δι' έλλειψιν νομίμου βάσεως κατά το άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1251/2005, 2452/2003 Πραξ Λογ Π Δ 2005 σελ. 471 και Π Λογ 2003 σελ. 2610 αντιστ. κ.ά.). ΙV. Εν προκειμένω το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικής καταθέσεως, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένης μετά των υπομνημάτων αυτής, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη κατά τα έτη 2003 και 2004 ήταν δικαστική λειτουργός και υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών με τον βαθμό του Πρωτοδίκη. Η ανωτέρω κατηγορουμένη Α) Στη δήλωση του έτους 2003 και στη στήλη χρεόγραφα και καταθέσεις σε τράπεζες κ.λ.π. έχει δηλώσει ως είδος χρεογράφων αμοιβαία κεφάλαια-μετοχές αξίας 38.500 ΕΥΡΩ, ποσό κατάθεσης 2.500 ΕΥΡΩ στην ΕΤΕ ως ανήκοντα στην ίδια και αμοιβαία κεφάλαια-μετοχές αξίας 38.500 ΕΥΡΩ, κατάθεση 800 ΕΥΡΩ στην ΕΤΕ ως ανήκοντα στον σύζυγο της. Από την έρευνα που διενήργησε η επίκουρος δικαστής Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου (Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου), η οποία συνέταξε και την υπ' αριθ. .... αναφορά της προς τον αρμόδιο Αντ/λέα του Α.Π. διαπιστώθηκε σχετικά με την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη κατηγορία, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. ....... έγγραφο της Ε.Τ.Ε., ότι η κατηγορουμένη είχε στην κατοχή της στις 16-5-2003 αμοιβαίο κεφάλαιο ..... 1857,245 μεριδίων αξίας 15.678,49 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη της Γ1, ο δε σύζυγος της Γ2 είχε στην κατοχή του επίσης την 16-5-03 αμοιβαίο κεφάλαιο ...... 1787,174 μεριδίων αξίας 15.086,96 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη τους Γ1. Από τα υπ' αριθ. πρωτ. ...., ....., και ....... έγγραφα της Eurobank προκύπτει ότι η κατηγορουμένη στις 16-5-03 διατηρούσε αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 2.771,50 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό με τη μητέρα της, Χ1, σε άλλο ατομικό λογαριασμό της αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 3.121,18 ΕΥΡΩ, ακόμη δε στον υπ' αριθ. ...... λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 14.177,64 ΕΥΡΩ, που είχε αγοραστεί την 17-9-02 έναντι 13.557,19 ΕΥΡΩ από οικονομική ενίσχυση που δεν δηλώθηκε το 2003. Β) Στη δήλωση του έτους 2004 και στην αντίστοιχη στήλη η κατηγορουμένη είχε δηλώσει "αμοιβαία μετοχικά-μετοχές € 40.000", κατάθεση € 4.500 ως ανήκοντα στην ίδια και "αμοιβαίο ομολογιακό-μετοχές ποσότητα € 50.000", κατάθεση € 10.000 ως ανήκοντα στον σύζυγο της. Από την έρευνα που διενήργησε η επίκουρος δικαστής Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου διαπιστώθηκε σχετικά με την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη κατηγορία, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα έγγραφα, ότι η κατηγορουμένη στις 30-6-04 είχε στην κατοχή της αμοιβαίο κεφάλαιο .... 1857,245 μεριδίων αξίας 16.000,35 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της Ε.Τ.Ε. με την κόρη της Γ1, ο δε σύζυγος της Γ2 είχε στην κατοχή του την ίδια ημερομηνία αμοιβαίο κεφάλαιο .... 1787,174 μεριδίων αξίας 15,396,68 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη τους Γ1. Από τα ίδια ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι η κατηγορουμένη στις 30-6-04 σε ατομικούς της λογαριασμούς στην Eurobank διατηρούσε αμοιβαία κεφάλαια αξίας 14.298,54 ΕΥΡΩ και 3.940,97 ΕΥΡΩ, σε κοινό δε λογαριασμό με την μητέρα της, Γ, στην ίδια Τράπεζα διατηρούσε αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 2.836,65 ΕΥΡΩ. Στις άνω δηλώσεις των ετών 2003 και 2004 δεν είχαν αναγραφεί οι αναφερόμενες μετοχές, ούτε τουλάχιστον κατά ποσότητα όπως απαιτούσε το σχετικό ειδικό έντυπο που καθιερώθηκε με το άρθρο 25 Ν. 2429/96, ούτε τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως επέβαλλαν οι προαναφερθείσες διατάξεις, συμποσούμενες δε οι αξίες των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαπιστώθηκε ότι κατείχε, υπερβαίνουν αυτές που δηλώθηκαν. Ακόμη η κατηγορουμένη δεν είχε δηλώσει στην δήλωση του 2004 αγροτεμάχιο έκτασης 572,58 τ.μ. στην θέση .... στο ...... Λοκρίδος, του οποίου είχε την συγκυριότητα κατά 37,5% ήδη από το 1998 από κληρονομιά του πατέρα της, το οποίο όμως είχε συμπεριλάβει στις δηλώσεις των ετών 1999 και 2003. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η παράλειψη της να εξειδικεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας και του συζύγου της που διέλαβε στις σχετικές δηλώσεις "ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ" των ετών 2003 και 2004 με την παράθεση του είδους, της αξίας τους και της πηγής προέλευσης τους, αλλά και να διαλάβει σ' αυτές ορισμένα από τα τότε περιουσιακά στοιχεία τους δεν οφείλεται σε πρόθεση της, αλλά στην πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική και επακριβής παράθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, καθώς και στον μεγάλο φόρτο υπηρεσιακής απασχόλησης της. Επίσης αποδίδει τις υπάρχουσες ανακρίβειες σε ανθρώπινο λάθος και ζητεί (με το από 20-6-2006 υπόμνημά της) να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή σχετικών διευκρινίσεων. Το Συμβούλιο δεν κρίνει επιβεβλημένη την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της κατηγορουμένης ενώπιον του, ενόψει του ότι αυτή με την απολογία και τα υπομνήματα της ανέπτυξε εκτενώς και διεξοδικά τις απόψεις της και τα επιχειρήματα της σχετικά με τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σε βάρος της κατηγορίας. Επομένως πρέπει το σχετικό αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο. Εξάλλου, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν νόμιμη περίπτωση πραγματικής πλάνης, αφού δεν αναφέρονται σε άγνοια ή σε εσφαλμένη αντίληψη για κάποιο από τα συστατικά στοιχεία - όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που αποδίδεται στην κατηγορουμένη. Οι ίδιοι ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν ούτε βάσιμη περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, καθόσον η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει ενόψει ιδίως της επαγγελματικής ιδιότητας και πείρας και των νομικών γνώσεων της, να αποκτήσει ακριβή και ορθή αντίληψη ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσης της να υποβάλει την επιτασσόμενη από τον νόμο δήλωση περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004 με πλήρη αναλυτική και επακριβή παράθεση των περιουσιακών στοιχείων της ιδίας και του συζύγου της ή της κόρης τους ως προς το είδος, την αξία και την πηγή προέλευσης τους. Συνακολούθως, από όσα προαναφέρθηκαν δεν προέκυψε ούτε ότι υπήρξε οιαδήποτε επιλήψιμη περιουσιακή μεταβολή της κατηγορουμένης, του συζύγου της, Γ2 και της κόρης τους, Γ1, κατά την ελεγχόμενη χρονική περίοδο, ούτε ότι αυτή είχε συγκεκριμένα κίνητρα να αποφύγει την αναλυτική, πλήρη και ακριβή παράθεση στις σχετικές δηλώσεις των περιουσιακών στοιχείων τους. Περαιτέρω, όμως και αφού η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε, αποκτώντας ακριβή και ορθή αντίληψη για την ύπαρξη και τους όρους της σχετικής υποχρέωσής της και εκπληρώνοντας κανονικά αυτή, να αποφύγει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, υπάρχουν σε βάρος της επαρκείς ενδείξεις τέλεσης αυτής από αμέλεια όπως διαλαμβάνεται και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. V. Με τας παραδοχάς αυτάς το Συμβούλιον Εφετών, τόσον εις το σκεπτικόν, όσον και εις το διατακτικόν του, όπως και με την συμπληρωματικήν αναφοράν του εις το σκεπτικόν της Εισαγγελικής προτάσεως, δεν διευκρινίζει ποίον είδος αμελείας συνέτρεξε. Συνακολούθως δεν καθίσταται φανερόν ποίον εκ των δύο ειδών αμελείας εδέχθη εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν, με αποτέλεσμα από την ασάφειαν αυτήν να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 3 ν. 3213/2003, ήτοι της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως εξ αμελείας και να ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως δι'έλλειψιν νομίμου βάσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενον βούλευμα, κατά τον βάσιμον σχετικόν λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως νομίμου βάσεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ.) και να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α ------------------ Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να γίνη δεκτή η από 8 Ιουνίου 2007 αίτησις αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1. ΙΙ. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 1021/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙΙ. Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών.- Αθήνα 30 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ EΠΕΙΔΗ, η κρινόμενη υπ' αριθμ.128/ 8-6-2007 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ1, Προέδρου Πρωτοδικών, κατοίκου ......, κατά του υπ' αριθμ. 1021/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από υπόχρεο δικαστικό λειτουργό από αμέλεια (άρθρα 26 παρ.1β, 28 ΠΚ και άρθρα 1 παρ.1 περ.ια' και 2, 2 παρ.1, 3 παρ.2,4 και 5, 4 παρ.3 εδ.α και γ, 5, 9 παρ.5 και 12 του Ν. 3213/2003, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 1 αντικ. με το άρθρο 13 παρ.4α του Ν. 3242/2004, όπως οι παρ.2και4 του άρθρου 3 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 του ν. 3327/2005 και όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 του ίδιου Ν.3213/2003 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.4β του Ν. 3242/2004, σε συνδ. με τα άρθρα 25 έως 29 του ν.2429/1996), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3213/2003), για τους λόγους δε της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικής διατάξεως, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας(άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' δ' και στ'του Κ.Π.Δ.). Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της. ΕΠΕΙΔΗ, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων, αν υπάρχουν, μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη για την πληρότητα της αιτιολογίας στο απαλλακτικό ή παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 (περ.ιβ') του ν.2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Κατά δε τις διατάξεις της παραγρ. 2 του ίδιου παραπάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε 30 ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματός τους και επανυποβάλλεται αυτή κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υποχρέων και επί τρία χρόνια μετά την απώλεια η τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ.1 του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω ν.2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα. ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγό του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ιδίου ως άνω νόμου 2429/1996, "Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι(6) μηνών έως δύο (2) ετών. Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσεις που περιείχαν τα άρθρα 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του ν.3213/2003 " Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31-12-2003) και ο οποίος με το άρθρ. 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα 24 έως και 29 του πρώτου νόμου( ν. 2429/1996). Έτσι στο νέο ν.3213/2003, με το άρθρο 1 παρ.1 περ. ια' ορίσθηκε ότι δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης και της περιουσιακής κατάστασης των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθορίσθηκαν συγκεκριμένες προθεσμίες μέσα στις οποίες υποβάλλονται οι δηλώσεις της περιουσιακής κατάστασης από τους υπόχρεους, με το άρθρο 2 παρ.1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, με το άρθρο 3 παρ.2εδ.α,βi,δ,4και5 αυτού ορίσθηκε, πλην άλλων, ότι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων στ' έως και ιε' της παρ.1 του άρθρου 1, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, υποβάλλονται σε πενταμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και προεδρεύεται από αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ότι οι δηλώσεις των προσώπων της περίπτωσης ια' της παρ.1 του άρθρου 1(δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών) ελέγχονται υποχρεωτικώς κάθε έτος, ότι μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση, στην οποία περιέχονται οι διαπιστώσεις σχετικά με το περιεχόμενο των δηλώσεων και τυχόν παραβάσεις του νόμου και αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο και ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου οι Επιτροπές, δια των προέδρων τους, μπορούν να καλούν τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι ημερών, και τέλος με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του αυτού ν.3213/2003 ορίσθηκε ότι "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν.2429/1996 και του ν.3213/2003 συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ελεγχόμενος δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός από αμέλειά του παραλείπει να υποβάλει, μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία, τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης ή υποβάλει από αμέλειά του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή δήλωση που δεν περιέχει όλα τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 2 παρ.1α του ν. 2313/2003 και πριν την ισχύ αυτού άρθρο 25 παρ. 1 του ν.2429/1996), στοιχειοθετείται σε βάρος του, αντικειμενικά και υποκειμενικά, η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ. τελευταίο του ν.3213/2003 και πριν από την ισχύ αυτού (31-12-2003) από τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 27 του ν. 2429/1996. Η πράξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση της οποίας πραγματώνεται με την παράλειψη από τον υπόχρεο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ή με την υποβολή από αυτόν ανακριβούς τέτοιας δήλωσης, προβλέπεται και τιμωρείται από την ως άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3213/2003,ως αυτοτελές έγκλημα(πλημμέλημα), ανεξάρτητο από εκείνο που προβλέπει η παράγραφος 1εδ.α' του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία "ελεγχόμενος, ο οποίος αποκτά ή προσπορίζει σε τρίτο περιουσιακό όφελος επωφελούμενος της ιδιότητάς του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές", δεδομένου ότι η πρώτη διάταξη δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας προς τη δεύτερη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1021/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις για το ότι η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα τέλεσε την αξιόποινη πράξη της από αμέλεια υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από υπόχρεο δικαστικό λειτουργό για τα έτη 2003 και 2004, και για το λόγο αυτό την παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη αυτή. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τα έγγραφα της δικογραφίας, τη μαρτυρική κατάθεση της Γ ενώπιον του Εφέτη ανακριτή και όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και η απολογία της κατηγορουμένης, μετά των από 14-6-2006 και 20-6-2006 υπομνημάτων αυτής, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η κατηγορουμένη Χ1 κατά τα έτη 2003 και 2004 ήταν δικαστική λειτουργός και υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το βαθμό του Πρωτοδίκη. Η ανωτέρω κατηγορουμένη Α) Στη δήλωση του έτους 2003 και στη στήλη χρεόγραφα και καταθέσεις σε τράπεζες κ.λ.π. έχει δηλώσει ως είδος χρεογράφων αμοιβαία κεφάλαια-μετοχές αξίας 38.500 ΕΥΡΩ, ποσό κατάθεσης 2.500 ΕΥΡΩ στην ΕΤΕ ως ανήκοντα στην ίδια και αμοιβαία κεφάλαια-μετοχές αξίας 38.500 ΕΥΡΩ, κατάθεση 800 ΕΥΡΩ στην ΕΤΕ ως ανήκοντα στο σύζυγό της. Από την έρευνα που διενήργησε η επίκουρος δικαστής Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου (Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου), η οποία συνέταξε και την υπ' αριθμ....... αναφορά της προς τον αρμόδιο Αντ/λέα του Α.Π., διαπιστώθηκε σχετικά με την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη κατηγορία, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο της Ε.Τ.Ε., ότι στις 16-5-2003 α) η κατηγορουμένη είχε στην κατοχή της 3.943 μετοχές, συνολικής αξίας 13.110,72 ΕΥΡΩ (.... 200, .... 2000, .... 70, .... 275, .... 100, .... 500, .... 209, .... 49, .... 500, ..... 40), ο δε σύζυγός της Γ2 είχε στην κατοχή του 4.253 μετοχές συνολικής αξίας 17.479,02 ΕΥΡΩ (..... 50, .... 20, ..... 100, ..... 30, ......30, .... 200,..... 210,..... 1000 κ.λ.π.) β) η ίδια είχε στην κατοχή της αμοιβαίο κεφάλαιο ...... 1.857,245 μεριδίων, αξίας 15.678,49 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη της Γ1, ο δε σύζυγός της Γ2 είχε στην κατοχή του αμοιβαίο κεφάλαιο ......1787,14 μεριδίων, αξίας 15.086,96 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη τους Γ1, γ) η ίδια διατηρούσε στην τράπεζα Eurobank αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 2.771,50 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό με τη μητέρα της Γ, σε άλλο ατομικό λογαριασμό της αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 3.121,18 ΕΥΡΩ, και στον υπ' αριθμ....... λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 14.177,64 ΕΥΡΩ, που είχε αγοραστεί την 17-9-2002 έναντι 13.557,19 ΕΥΡΩ από οικονομική ενίσχυση που δεν δηλώθηκε το 2003. Β) Στη δήλωση του έτους 2004 και στην αντίστοιχη στήλη η κατηγορουμένη είχε δηλώσει " αμοιβαία μετοχικά- μετοχές Ε 40.000", κατάθεση Ε 4.500 ως ανήκοντα στην ίδια και " αμοιβαίο ομολογιακό-μετοχές ποσότητα Ε 50.000", κατάθεση Ε 10.000 ως ανήκοντα στο σύζυγό της. Από την έρευνα που διενήργησε η επίκουρος δικαστής Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου διαπιστώθηκε σχετικά με την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη κατηγορία, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα έγγραφα, ότι στις 30-6-2004 α) η κατηγορουμένη είχε στην κατοχή της 3.671 μετοχές, συνολικής αξίας 17.142,60 ΕΥΡΩ (...... 200, ..... 2000,.....275, .... 100, .... 500, ....209, .... 29, .... 318, ... 40), ο δε σύζυγός της Γ2 είχε στην κατοχή του 4.645 μετοχές συνολικής αξίας 31.361,40 ΕΥΡΩ (..... 50, .... 20, .... 120, .... 30, ..... 30, .... 200, .... 660, ...... 1000 κ.λ.π.). β) η ίδια ( κατηγορουμένη) είχε στην κατοχή της αμοιβαίο κεφάλαιο ...... 1.857,245 μεριδίων, αξίας 15.678,49 ΕΥΡΩ είχε στην κατοχή της αμοιβαίο κεφάλαιο .... 1.875,245 μεριδίων, αξίας 16.000,35 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη της Γ1, ο δε σύζυγός της Γ2 είχε στην κατοχή του την ίδια ημερομηνία αμοιβαίο κεφάλαιο .... 1787,174 μεριδίων αξίας 15.396,68 ΕΥΡΩ σε κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ με την κόρη τους Γ1. γ) η ίδια στις 30-6-2004 σε ατομικούς της λογαριασμούς στην Εurobank διατηρούσε αμοιβαία κεφάλαια αξίας 14.298,54 ΕΥΡΩ και 3.940,97 ΕΥΡΩ, σε κοινό δε λογαριασμό με τη μητέρα της Γ, στην ίδια Τράπεζα, διατηρούσε αμοιβαίο κεφάλαιο αξίας 2.836,65 ΕΥΡΩ. Στις ανωτέρω δηλώσεις των ετών 2003 και 2004 δεν είχαν αναγραφεί οι προαναφερόμενες μετοχές, ούτε τουλάχιστον κατά ποσότητα όπως απαιτούσε το σχετικό ειδικό έντυπο που καθιερώθηκε με το άρθρο 25 Ν.2429/96, ούτε τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως επέβαλαν οι προαναφερθείσες διατάξεις, συμποσούμενες δε οι αξίες των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαπιστώθηκε ότι κατείχε, υπερβαίνουν αυτές που δηλώθηκαν. Ακόμη η κατηγορουμένη δεν είχε δηλώσει στη δήλωση του 2004 αγροτεμάχιο έκτασης 572,58 τ.μ. στη θέση .... στο ...... Λοκρίδος, του οποίου είχε τη συγκυριότητα κατά 37,5 ο/ο ήδη από το 1998 από κληρονομία του πατέρα της, το οποίο όμως είχε συμπεριλάβει στις δηλώσεις των ετών 1999 και 2003. Περαιτέρω, σε σχέση με την υποκειμενική θεμελίωση της φερόμενης ως τελεσθείσης από την αναιρεσείουσα αξιόποινης πράξης, στο σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι αμέλεια (μη ενσυνείδητη) υπάρχει, όταν ο δράστης α) δεν καταβάλλει την επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή (περίσκεψη-επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική. Και β)είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές περιστάσεις, σχετιζόμενες ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή να προβλέψει και να αποφύγει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που επήλθε. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η παράλειψή της να εξειδικεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας και του συζύγου της που διέλαβε στις παραπάνω σχετικές δηλώσεις " ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ" των ετών 2003 και 2004 με την παράθεση του είδους, της αξίας τους και της πηγής προέλευσής τους, αλλά και να διαλάβει σ' αυτές ορισμένα από τα τότε περιουσιακά στοιχεία τους δεν οφείλεται σε πρόθεσή της, αλλά στην πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική και επακριβής παράθεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, καθώς και στο μεγάλο φόρτο υπηρεσιακής απασχόλησής της. Επίσης αποδίδει τις υπάρχουσες ανακρίβειες σε ανθρώπινο λάθος και ζητεί με το από 20-6-2006 υπόμνημά της να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή σχετικών διευκρινήσεων. Το Συμβούλιο δεν κρίνει επιβεβλημένη την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της κατηγορουμένης ενώπιόν του, ενόψει του ότι αυτή με την απολογία και τα υπομνήματά της ανέπτυξε εκτενώς και διεξοδικά τις απόψεις της και τα επιχειρήματά της σχετικά με τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σε βάρος της κατηγορίας. Επομένως πρέπει το σχετικό αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο. Εξάλλου οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν νόμιμη περίπτωση πραγματικής πλάνης, αφού δεν αναφέρονται σε άγνοια ή σε εσφαλμένη αντίληψη για κάποιο από τα συστατικά στοιχεία- όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που αποδίδεται στην κατηγορουμένη. Οι ίδιοι ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν ούτε βάσιμη περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, καθόσον η κατηγορουμένη κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει, ενόψει ιδίως της επαγγελματικής ιδιότητας και πείρας και των νομικών γνώσεών της, να αποκτήσει ακριβή και ορθή αντίληψη ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσής της να υποβάλει την επιτασσόμενη από το νόμο δήλωση περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004 με πλήρη αναλυτική και επακριβή παράθεση των περιουσιακών στοιχείων της ίδιας και του συζύγου της ή της κόρης τους ως προς το είδος, την αξία και την πηγή προέλευσής τους. Συνακολούθως, από όσα προαναφέρθηκαν δεν προέκυψε ούτε ότι υπήρξε οιαδήποτε επιλήψιμη περιουσιακή μεταβολή της κατηγορουμένης, του συζύγου της, Γ2 και της κόρης τους, Γ1, κατά την ελεγχόμενη χρονική περίοδο, ούτε ότι αυτή είχε συγκεκριμένα κίνητρα να αποφύγει την αναλυτική, πλήρη και ακριβή παράθεση στις σχετικές δηλώσεις των περιουσιακών στοιχείων της. Περαιτέρω, όμως, αφού η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε, αποκτώντας ακριβή και ορθή αντίληψη για την ύπαρξη και τους όρους της σχετικής υποχρέωσής της και εκπληρώνοντας κανονικά αυτή, να αποφύγει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, υπάρχουν σε βάρος της επαρκείς ενδείξεις τέλεσης αυτής από αμέλεια όπως διαλαμβάνεται και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ.ε', 122 παρ.1, 309 παρ.1 περ.ε', 313 και 316 παρ.2 του ΚΠΔ και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να παραπεμφθεί η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου πλημμελημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της από αμέλεια υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα από τον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή κυρία ανάκριση και στοιχειοθετούν τη φερόμενη ως τελεσθείσα από την αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της υποβολής από αμέλεια ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004 από υπόχρεο δικαστικό λειτουργό, κατ` επιτρεπτή μεταβολή της αποδοθείσης αρχικά σ' αυτήν κατηγορίας για την ίδια πράξη, φερόμενη ως τελεσθείσα, όμως, από πρόθεση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1β και 28 του ΠΚ, 1 παρ.1 περ.ια' και 2, 2 παρ.1, 3 παρ.2,4 και 5, 4 παρ.3 εδ.α και γ, 9 παρ.5 και 12 του Ν. 3213/2003, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 1 αντικ. με το άρθρο 13 παρ.4α του Ν. 3242/2004, όπως οι παρ.2και4 του άρθρου 3 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 του ν. 3327/2005 και όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 του ίδιου Ν.3213/2003 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.4β του Ν. 3242/2004, σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 έως 29 του ν.2429/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα για το οποίο παραπέμπεται η αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η υποβολή από την αναιρεσείουσα, δικαστική λειτουργό, στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004, η οποία δεν περιείχε όλα τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία αυτής, του συζύγου της και της ανήλικης κόρης τους, τα οποία και παρατίθενται αναλυτικά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, θεμελιώνει σε βάρος της, αντικειμενικά και υποκειμενικά, την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από αμέλεια, η οποία, όπως προεκτέθηκε, προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3213/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1α αυτού, (και πριν την ισχύ του νόμου αυτού από τα άρθρα 25 παρ.1 και 27 παρ.3 του ν.2429/1996), ως αυτοτελές έγκλημα(πλημμέλημα), ανεξάρτητο από εκείνο που προβλέπει η παράγραφος 1εδ.α' του ίδιου άρθρου και νόμου. Με βάση όλα τα παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 484 παρ. 1στοιχ. β' ΚΠΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γιατί "η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 4 του ν.3213/2003 πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης είναι αξιόποινη μόνον όταν αποβλέπει στη συγκάλυψη του προβλεπόμενου από την παράγραφο 1 εδ.α' του ίδιου άρθρου 4 του ν. 3213/2003 εγκλήματος, αλλά και διότι η υποβολή ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από λάθος δεν προβλέπεται από το νόμο ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα και με το άρθρ. 7 παρ. 1του Συντάγματος και το άρθρο 7 της Ε.Σ.Δ.Α.", πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, αναφορικά με το είδος της αμέλειας της αναιρεσείουσας, με τα όσα δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα οποία αναφέρονται παραπάνω, σαφές είναι ότι το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της αναιρεσείουσας, δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο αυτής μη συνειδητή αμέλεια, αφού αναφέρει γι' αυτήν, εκτός άλλων, ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει, ενόψει ιδίως της επαγγελματικής ιδιότητας και πείρας και των νομικών γνώσεών της, να αποκτήσει ακριβή και ορθή αντίληψη ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσής της να υποβάλει την επιτασσόμενη από το νόμο δήλωση περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003 και 2004 με πλήρη αναλυτική και επακριβή παράθεση των περιουσιακών στοιχείων της ίδιας και του συζύγου της ή της κόρης τους και να αποφύγει έτσι την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως,από το άρθρο 484 παρ.1 περ.β' και δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το προσβαλλόμενο στερείται αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρ. 28 Π.Κ, γιατί δεν προσδιορίζεται σ' αυτό ποιό είδος αμέλειας συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι, από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ'του ΚΠΔ, τέταρτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης , με τους οποίους προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την έκθεση σ' αυτό των αποδεικτικών μέσων, διότι από την υπάρχουσα στην αρχή του σκεπτικού του σαφή και κατηγορηματική διατύπωση "από τα έγγραφα της δικογραφίας, τη μαρτυρική κατάθεση της Γ ενώπιον του Εφέτη ανακριτή και όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας ", προκύπτει με βεβαιότητα ότι Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή και επομένως και τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα της τράπεζας EUROBANK, που επικαλέθηκε και προσκόμισε με τα υπομνήματά της η αναιρεσείουσα. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν τη μη εμφάνιση σ` αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη είχε υποβάλει, με το από 20-6-2006 υπόμνημά της, αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να παράσχει επί της υποθέσεως διευκρινίσεις. Το Συμβούλιο δε Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε με ρητή διάταξή του, το αίτημα αυτό της κατηγορουμένης, με την αιτιολογία ότι " δεν κρίνεται επιβεβλημένη η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της κατηγορουμένης ενώπιόν του προς παροχή διευκρινίσεων, ενόψει του ότι αυτή με την απολογία και τα υπομνήματά της ανέπτυξε εκτενώς και διεξοδικά τις απόψεις της και τα επιχειρήματά της σχετικά με τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σε βάρος της κατηγορίας". Συνεπώς, αφού το Συμβούλιο Εφετών απάντησε ρητά επί του εν λόγω αιτήματος της κατηγορουμένης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της σ' αυτό, από την απορριπτική αυτή διάταξη του βουλεύματος, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, το δε Συμβούλιο με το να απορρίψει το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Η απορριπτική αυτή διάταξη, εξάλλου, δεν προσκρούει , στα άρθρα 5 παρ.1 και 6 παρ. 3 της "Ε.Σ.Δ.Α.". Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 περ.α' και στ' του Κ.Π.Δ.,, με τον οποίο προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, άλλως η υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου σε σχέση με την απορριπτική αυτή διάταξη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-6-2007 αίτηση της κατηγορουμένης Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1021/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 7 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ