Αριθμός 1225/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δάρμαρο, περί αναιρέσεως της 220/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο το .....και με πολιτικώς ενάγοντα το ...... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1019/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ, , "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 220/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο παθών εργαζόταν ως χειριστής μηχανήματος σε εργοστάσιο, όπου είχε ως βοηθό τον πρώτο κατηγορούμενο και όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν τεχνικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας. Το μηχάνημα είχε ως αντικείμενο την κοπή ράβδων σιδήρου, από αυτές που χρησιμοποιούνται για τον οπλισμό του σκυροδέματος, στις οικοδομές. Κατά τη λειτουργία του, συνέβαινε συχνά κάποιες ράβδοι, από αυτές που μετακινούνταν μηχανικά στο ραουλοδιάδρομο μέχρι να φθάσουν στο ψαλίδι κοπής, να σκαλώνουν (να χώνεται το ένα άκρο τους σε εγκοπές του διαδρόμου) με συνέπεια να κάμπτονται και να προκαλούν διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας. Σε τέτοια περίπτωση, έπρεπε ο βοηθός του παθόντος (πρώτος κατηγορούμενος) να ενεργεί με ταχύτητα, να τραβάει τις σκαλωμένες ράβδους προς τα πίσω, για να ξεσκαλώσουν και, σε περίπτωση που αυτό δεν ήταν εφικτό, να τις κόβει με χειροκίνητο ψαλίδι ή με χρήση οξυγόνου, προκειμένου να αρθεί η εμπλοκή και να επαναλειτουργήσει το σύστημα παραγωγής. Σε μια τέτοια ταυτόχρονη εμπλοκή περισσοτέρων της μιας ράβδων, ο πρώτος κατηγορούμενος ασχολήθηκε με την απεμπλοκή και κατά την πρώτη φάση αυτής, ο παθών, από φιλοτιμία, έσπευσε να συμμετάσχει στη διαδικασία. Μετά την απεμπλοκή κάποιων ράβδων, ο παθών άρχισε να απομακρύνεται για να επιστρέψει στη θέση εργασίας του, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος συνέχισε την προσπάθεια απεμπλοκής των υπολοίπων. Τότε τραβώντας μία ράβδο προκάλεσε είτε την απότομη εκτίναξη του απελευθερωθέντος άκρου αυτής είτε [το και πιθανότερο, χωρίς να είναι δυνατό να εξακριβωθεί τι συνέβη, αλλά και χωρίς αυτό να έχει νομική επιρροή, αφού από την εν λόγω ενέργεια, όπως δεν αμφισβητείται, επήλθε το ό, τι ακολουθεί] την αυτόματη απεμπλοκή μιας άλλης, η οποία, επειδή τελούσε υπό κάμψη και ελευθερώθηκε ανεξέλεκτα, εκτινάχθηκε ως ελατήριο και κτύπησε τον παθόντα, που δεν είχε απομακρυνθεί αρκετά, στο μάτι, προκαλώντας του βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας περιήλθε αρχικώς σε κατάσταση εγκεφαλικού θανάτου και κατόπιν απεβίωσε. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, που αν και γνώριζε τον κίνδυνο από την απότομη απελευθέρωση των κεκαμμένων ράβδων, διότι εργαζόταν επί πολύ καιρό στην επιχείρηση και στο πόστο αυτό, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως για την πραγματική απομάκρυνση του παθόντος [ώστε να βρίσκεται έξω από το πεδίο της πιθανής εκτίναξης των ράβδων] και δεν χρησιμοποίησε τη μέθοδο της κοπής των ράβδων, η οποία θα εκτόνωνε τις δυνάμεις της κάμψεως αυτών και θα απέτρεπε το ατύχημα. Παραλλήλως όμως. το ως άνω αποτέλεσμα οφείλεται και σε αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος ως έχων επιστημονικές τεχνικές γνώσεις και συγχρόνως ως νομικά υπεύθυνος για την ασφάλεια των εργαζομένων στην επιχείρηση, δεν είχε δώσει έγγραφες, αλλά ούτε και σαφείς προφορικές οδηγίες ως προς τη μέθοδο απεγκλωβισμού των ράβδων, έτσι ώστε κατά τη διαδικασία αυτή να αποκλείεται ο κίνδυνος ατυχήματος. Επομένως, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου". Ειδικότερα, κατά το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κηρύχθηκε ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος .....του ότι: " ως τεχνικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία Χαλυβουργία ΑΣΣΕΕ η οποία εδρεύει στο 4ο χιλ. Ε.Ο. Βόλου-Λάρισας, με παράλειψη οφειλομένης ενέργειας, αφού είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος του θανάτου του εργαζομένου .....κατοίκου εν ζωή .... από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψη του και συγκεκριμένα ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 395/94 ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας είχε υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεση τους πληροφορίες και γραπτές οδηγίες που να περιέχουν κατ' ελάχιστον κατάλληλες πληροφορίες σε θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων α) τις συνθήκες χρήσης του εξοπλισμού εργασίας β) τις προβλέψιμες έκτακτες καταστάσεις γ) τα συμπεράσματα που συνάγονται ενδεχομένως από την πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας, προσέτι δε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. Ι του ΠΔ 395/94 υπείχε υποχρέωση διασφάλισης ότι οι εργαζόμενοι στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας εκπαιδεύονται επαρκώς, ιδιαίτερα στους κινδύνους που ενδεχομένως δημιουργούνται κατά τη χρησιμοποίηση του, παρέλειψε να ενημερώσει επαρκώς και να εκπαιδεύσει καταλλήλως τους εργαζομένους στο μηχάνημα του ψαλιδιού ψύχρας κοπής της χαλυβουργίας σε προβλέψιμες έκτακτες καταστάσεις, όπως είναι ο εγκλωβισμός των σιδερόβεργων μέσα στο μηχάνημα και η διαδικασία απεγκλωβισμού, ώστε να εκτελεί ο εργαζόμενος την συνήθη αυτή εργασία αφού έχουν απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση οι λοιποί συνάδελφοι του και με τον κατάλληλο τρόπο δηλαδή αφού προηγηθεί η κοπή της σιδερόβεργας σε μικρότερα τεμάχια, προσέτι δε, δεν είχε στη διάθεση των εργαζομένων γραπτές οδηγίες που να περιέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες σε θέματα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος αυτού, ώστε να είναι οι εργαζόμενοι σε θέση να εκτελούν την εργασία απεγκλωβισμού με ασφάλεια, παρότι ήταν γνωστό και σύνηθες φαινόμενο να εκτινάσσονται οι σιδερόβεργες κατά τον απεγκλωβισμό τους, με αποτέλεσμα, λόγω των παραλείψεων αυτών να προκαλέσει ο δεύτερος κατηγορούμενος τον θάνατο του ανωτέρω εργαζόμενου στην επιχείρηση, ..... ". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη του αναιρεσείοντος (παραλλήλως προς αυτήν του ετέρου κατηγορουμένου) τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ ως και εκείνες των άρθρων 6 § 2 και 7 § 1 του ΠΔ 395/94 που εφάρμοσε. Ειδικότερα α) εκτίθενται διεξοδικά στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, χωρίς να δημιουργείται ασάφεια από ποια συγκεκριμένη ράβδο που απότομα εκτινάχθηκε ή απενεπλάκη (είτε δηλαδή αυτή ήταν η συγκεκριμένη που τραβήχθηκε από τον έτερο κατηγορούμενο είτε κάποια άλλη από τις τοποθετημένες στο ραουλοδιάδρομο προς κοπή) προκλήθηκε τούτο, αφού στο αυτό αποτέλεσμα κατέληξε, η συγκεκριμένη παράλειψη τούτου (δηλαδή μη χρησιμοποίηση της μεθόδου κοπής κεκαμμένων ράβδων) β) προσδιορίζονται τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λαμβάνει ο αναιρεσείων ως τεχνικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, δηλαδή να δοθούν από αυτόν γραπτές οδηγίες προς τους εργαζομένους που να περιέχουν κατ' ελάχιστον πληροφορίες σε θέματα ασφαλείας και υγιεινής, τις συνθήκες χρήσης εξοπλισμού, τις προβλέψιμες έκτακτες καταστάσεις, τα συμπεράσματα από την πείρα που έχει αποκτηθεί, πράγμα που παρέλειψε κατά τα ανωτέρω γ) εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ο εκ των ανωτέρω παραλείψεων, αιτιώδης σύνδεσμος με το επελθόν αποτέλεσμα και δ) εκτίθεται στην απόφαση η μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος (δεν προέβλεψε το αξιόποινο). Επομένως ο εκ το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των προβαλλόμενων από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω αντιθέτων αιτιάσεων είναι αβάσιμες. Ύστερα από αυτά πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αρ. 220/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ