Αριθμός 1541/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 537-538/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.10.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1827/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Η προβλεπόμενη με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, δεύτερη μορφή της κακουργηματικής απάτης, κατά την οποία κακουργηματική απάτη υφίσταται και μόνο όταν "το περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ)", είναι δυσμενέστερη, αφού εισάγονται νέα στοιχεία που προσδιορίζουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Η καταδικαστική δε απόφαση, δεχόμενη τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, πρέπει για την πληρότητα της αιτιολογίας της να εκθέτει πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις, δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων απάτης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος ή σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη του συγκεκριμένου αυτού εγκλήματος και στο μέλλον, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, δεδομένου ότι δεν αρκεί η μνεία μόνο της οικείας νομικής ορολογίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία. κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 των πιο πάνω άρθρων 216 και 386 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεως των άρθρων 94, 42, και 43 του ΠΚ, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 220 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο από μόνο του σε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής, β) αναληθής βεβαίωση που προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για τον άλλον τρίτο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από καταγγελία που περιήλθε στην υπηρεσία ΣΔΟΕ του Υπουργείου Οικονομικών, στις ...., αρμόδια όργανα της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν έλεγχο στην επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι αυτός ήταν εν τοις πράγμασι ο διαχειριστής τόσο της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία ..... όσο και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ΟΕ .....", που συστεγάζονταν στον ίδιο χώρο, που είχαν ως αντικείμενο την εμπορία αυτοκινήτων. Διαπιστώθηκε επίσης ότι κατά το χρονικό διάστημα από .... έως .... και κατά τους αναφερόμενους ειδικότερα στο διατακτικό χρόνους, εισήγαγε αυτός για λογαριασμό των ανωτέρω εταιρειών από τη Γερμανία και την Γαλλία 14 φορτηγά αυτοκίνητα, οι άδειες κυκλοφορίας των οποίων ήταν αλλοιωμένες ως προς το έτος πρώτης κυκλοφορίας-κατασκευής Συγκεκριμένα και κατά τη σειρά των εν λόγω αυτοκινήτων, όπως αυτά λεπτομερώς κατ' αριθμό πλαισίου και τύπο αναφέρονται στο διατακτικό, διαπιστώθηκε ότι ήταν σβησμένο το έτος πρώτης κυκλοφορίας-κατασκευής και στη θέση του είχε αναγραφεί νεότερο του πραγματικού έτος κυκλοφορίας, όπως επίσης ήταν σβησμένες σε ορισμένα αυτοκίνητα, αναφερόμενα επίσης στο διατακτικό, οι σχετικές επισημειώσεις που αφορούσαν τεχνικούς ελέγχους που είχαν διενεργηθεί σ' αυτά, ώστε να εναρμονίζονται οι σχετικές καταχωρίσεις με την αναγραφόμενη ημερομηνία κατασκευής-πρώτης κυκλοφορίας, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στο διατακτικό για κάθε αυτοκίνητο. Με βάση τις νοθευμένες αυτές ως προς το έτος πρώτης κυκλοφορίας άδειες, τη νόθευση των οποίων γνώριζε ο κατηγορούμενος, οι αρμόδιοι τελωνειακοί ελεγκτές εξέδιδαν το ανάλογο πιστοποιητικό ταξινόμησης τελωνισμού, αγνοώντας το αληθινό και πριν από τη νόθευση αναγραφόμενο έτος κυκλοφορίας. Βάσει δε των πιστοποιητικών αυτών, εκδόθηκαν ακολούθως από την αρμόδια Διεύθυνση Συγκοινωνιών ισάριθμες άδειες κυκλοφορίας. Αν οι αρμόδιοι υπάλληλοι των εν λόγω υπηρεσιών γνώριζαν το πραγματικό έτος κυκλοφορίας κάθε αυτοκινήτου, δεν θα εξέδιδαν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά και στη συνέχεια τις αντίστοιχες άδειες κυκλοφορίας αυτών, δεδομένου ότι κατά το έτος εισαγωγής των αυτοκινήτων, είχε παρέλθει εξαετία από το έτος πρώτης κυκλοφορίας-κατασκευής, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 5, 6, 7 και 8 του ν. 2465/1997, η έκδοση πιστοποιητικού τελωνισμού και στη συνέχεια άδειας κυκλοφορίας Ακολούθως τα ανωτέρω αυτοκίνητα πώλησε ο κατηγορούμενος, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο διατακτικό, στους τρίτους αγοραστές και αντί του τιμήματος που αναγράφεται για το καθένα από αυτά ειδικότερα στο διατακτικό, αποκρύπτοντας τον παράνομο τρόπο εκτελωνισμού και εκδόσεως των αδειών κυκλοφορίας. Με τον τρόπο αυτό αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικά μεγαλύτερο των 73.000 Ευρώ, ζημιώνοντας αντίστοιχα τους ανωτέρω αγοραστές των αυτοκινήτων κατά το καταβληθέν τίμημα, διότι αν οι τελευταίοι γνώριζαν ότι τα αυτοκίνητα που αγόρασαν ήταν παλαιότερα της εξαετίας και δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν στην Ελλάδα δεν θα προέβαιναν στην αγορά τους. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που προέβη στη νόθευση των αδειών αυτών, αφού κανείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσε επιβαρυντικά περί αυτού στοιχεία, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται η κατηγορία ως προς το σημείο αυτό. Αποδείχθηκε όμως, ότι ο ίδιος γνώριζε τη νόθευση των αδειών κυκλοφορίας και εν γνώσει του τις χρησιμοποίησε με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές ως προς το έτος πρώτης κυκλοφορίας-κατασκευής των αυτοκινήτων, ώστε να εμφανίζεται το έτος αυτό εντός της εξαετίας από το έτος εισαγωγής κάθε αυτοκινήτου, εξαπάτηση την οποία πέτυχε τελικά αφού βεβαιώθηκε ως πραγματικό το ψευδές γεγονός του έτους κατασκευής-πρώτης κυκλοφορίας που αναγραφόταν στις νοθευμένες άδειες κυκλοφορίας. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις του, ισχυριζόμενος ότι αγνοούσε και ο ίδιος την νόθευση των αδειών κυκλοφορίας, και ότι δεν ήταν σε θέση να τη διαπιστώσει, όπως άλλωστε δεν διαπίστωσαν αυτή και οι εξετασθέντες μάρτυρες, αρμόδιοι υπάλληλοι που εξέδιδαν τα πιστοποιητικά τελωνισμού. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται αξιόπιστος, αφ' ενός μεν, ενόψει της μακρόχρονης ενασχόλησής του με την εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από την αλλοδαπή και με τη με αυτήν συνδεόμενη εμπειρία του, που του έδινε ευχερώς τη δυνατότητα να αντιληφθεί την νόθευση των αδειών κυκλοφορίας, αφ' ετέρου δε ενόψει του γεγονότος ότι ο έλεγχος στην επιχείρησή του διενεργήθηκε με αφορμή ανώνυμη καταγγελία που περιήλθε στο ΣΔΟΕ, που υποδηλώνει ότι και άλλο πρόσωπο γνώριζε την αυτή δραστηριότητα του. Αποδείχθηκε επίσης ότι από την τέλεση της πράξης της απάτης σε βάρος των ανωτέρω παθόντων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με τη χρήση επανειλημμένως νοθευμένων αδειών κυκλοφορίας, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου αυτού εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.....". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 περ. α και ε ΠΚ, για κακουργηματική απάτη, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για χρήση πλαστού, κατ' εξακολούθηση, και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρα 13γ,και στ 26 παρ.1, 27 παρ.1α, 83, 84 παρ.2 α και ε, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.2, 220 παρ.1, και 386 παρ. 1 και 3α του ΠΚ, όπως ισχύουν) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών για την κακουργηματική απάτη και πέντε μηνών για καθεμία από τις λοιπές πλημμεληματικές πράξεις, καθόρισε δε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και τεσσάρων μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της κατά το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αιτιολογεί από ποια πραγματικά περιστατικά συνήγαγε ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό γερμανικά βιβλία αυτοκινήτων ήταν νοθευμένα κατά τον περιγραφόμενο σε αυτό τρόπο και ειδικότερα ως προς το έτος κατασκευής- πρώτης κυκλοφορίας και ως προς τις καταχωρίσεις των διενεργηθέντων τεχνικών ελέγχων οχήματος και ότι ο αναιρεσείων, γνωρίζοντας την ανωτέρω νόθευση, κατέθεσε τα σχετικά Δελτία Αφίξεως Οχήματος (ΔΑΟ) στο Η' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό ταξινόμησης τελωνισμού, βάσει του οποίου εκδόθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση Συγκοινωνιών η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που ο αναιρεσείων πούλησε στους αναφερόμενους στο διατακτικό αγοραστές "αποκρύπτοντας από αυτούς τον παράνομο τρόπο τελωνισμού και εκδόσεως της αδείας κυκλοφορίας του". Η διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία, ότι δεν κρίνεται αξιόπιστος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι αγνοούσε και ο ίδιος τη νόθευση των αδειών κυκλοφορίας και ότι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει, όπως, άλλωστε, δεν διαπίστωσαν αυτή οι εξετασθέντες μάρτυρες, αρμόδιοι υπάλληλοι που εξέδιδαν τα πιστοποιητικά τελωνισμού, διότι, "αφενός μεν, ενόψει της μακρόχρονης ενασχόλησής του με την εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από την αλλοδαπή και με τη με αυτή συνδεόμενη εμπειρία του, που του έδιδε ευχερώς τη δυνατότητα να αντιληφθεί την νόθευση των αδειών κυκλοφορίας, αφετέρου, ενόψει του γεγονότος ότι ο έλεγχος στην επιχείρησή του διενεργήθηκε με αφορμή ανώνυμη καταγγελία που περιήλθε στο ΣΔΟΕ, που υποδηλώνει ότι και άλλο πρόσωπο γνώριζε την παράνομη δραστηριότητά του", είναι ελλιπής και ασαφής. Τούτο δε, διότι δεν αιτιολογείται κατά ποιο τρόπο η μακροχρόνια εμπειρία του αναιρεσείοντος, ως εμπόρου μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, του έδινε την ευχέρεια να διαπιστώσει (τη μη γενόμενη αντιληπτή από του αρμόδιους υπαλλήλους) νόθευση των πιο πάνω εγγράφων. Επιπλέον δεν καθίσταται σαφές αν το Εφετείο για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως τόσο του εγκλήματος της απάτης, όσο και της χρήσεως πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δέχεται τη συνδρομή του δόλου, όπως απαιτείται από τις πιο πάνω διατάξεις, ή αν αρκείται και σε παράλειψη αυτού να ελέγξει επισταμένως τα αγορασθέντα αυτοκίνητα και τα συνοδεύοντα αυτά έγγραφα και να διαπιστώσει τις γενόμενες νοθεύσεις, δηλαδή σε έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία, ως συνετός έμπορος, αυτοκινήτων, όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Επίσης δεν αιτιολογεί κατά ποιο τρόπο το γεγονός ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος που έγινε με αφορμή ανώνυμη σχετική καταγγελία που περιήλθε στο ΣΔΟΕ, υποδηλώνει ταυτόχρονα και γνώση αυτού περί των γενόμενων πιο πάνω νοθεύσεων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση του υποκειμενικού στοιχείου και των τριών αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β, 370 στοιχ. β και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 του Ν. 3160/2003, του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα και για τα πλημμελήματα της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, πέντε, κατ΄ εξακολούθηση, πράξεων (πρόκειται για τις περιπτώσεις 4, 5, 6 13 και 14 που περιγράφονται στο διατακτικό σε σχέση με το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, ενώ για τις λοιπές εννέα (με αριθμούς 1-3 και 7-12), έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Οι πέντε επί μέρους αυτές πράξεις φέρονται ότι τελέστηκαν, αντίστοιχα, στις ...., ...., ...., .... και .... (από παραδρομή αναφέρεται 22/3/98). Επομένως, εφόσον οι πράξεις αυτές είναι πλημμελήματα (18 εδ. β, 216 παρ. 2, 220 παρ.1 ΠΚ), το αξιόποινο αυτών, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, που συμπληρώθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού από τον πιο πάνω χρόνο τέλεσης αυτών, μέχρι τη διάσκεψη και τη δημοσίευση της παρούσης, έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής, συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, ήτοι, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που γίνεται δεκτός (ως προς την αιτιολογία της συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου όλων των πιο πάνω αδικημάτων), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις χρήσεως πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως, ως προς τις πράξεις αυτές στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ως προς την πράξη όμως της κακουργηματικής απάτης, κατ' έξακολούθηση, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 537-538/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ...., για τις πράξεις της χρήσεως πλαστού, κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν, αντίστοιχα, στις ..., ..., ...., .... και ..... και αφορούν, αντίστοιχα, την έκδοση πιστοποιητικών εκτελωνισμού στην Ελλάδα των με αριθμούς κυκλοφορίας ...., ...., ...., ..... και ...... , φορτηγών αυτοκινήτων. Παραπέμπει την υπόθεση κατά λοιπά και συγκεκριμένα, ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατ' έξακολούθηση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ