Αριθμός 97/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2780, 2906, 3177, 3325, 3497, 3768α, 4086, 4103 και 4594/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Παπανδρουλάκη και Σταύρο Γεωργίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1875/2005. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 2, 476 παρ. 1 και 498 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η έκθεση, που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ. η άσκηση εφέσεως από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, αλλιώς η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως εναντίον αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ενδίκου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της εφέσεως, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Αν δε η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε τυπικά την από 8-11-2004 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ' αριθμ. 60005/2004 αθωωτικής για τον αναιρεσείοντα αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως είκοσι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στην ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται, ότι ο εκκαλών Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της προδιαληφθείσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για το θάνατο που επέφερε στην ...., της οποίας τον τοκετό, ως ιατρός μαιευτήρας - γυναικολόγος είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει στη μαιευτική - γυναικολογική κλινική του ... νοσοκομείου. Ειδικότερα εκτίθενται στην έφεση του Εισαγγελέα τα εξής. Από την εκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων της ακροαματικής διαδικασίας (ανώμοτες και ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος είναι γιατρός, μαιευτήρας-γυναικολόγος, και το 1999 υπηρετούσε ως επιμελητής Α' στην Α' Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική του ... Νοσοκομείου. Την 1-12-1999 αποφάσισε ως θεράπων ιατρός την πρόκληση τοκετού στην ...., ετών 37, που ήταν τριτότοκος και η οποία είχε εισαχθεί στην Κλινική την 30-11-1999. Την πρόκληση του τοκετού ο κατηγορούμενος αποφάσισε μόνος του, χωρίς να ενημερώσει τον διευθυντή της Κλινικής Χ1, ο οποίος είχε δώσει εντολή να γίνει αυστηρά ελεγχόμενη δοκιμασία ωκυτοκίνης. Έτσι περί ώρα 08.00 χορήγησε στην επίτοκο κολπικό υπόθετο Ρrostin (προσταγλαδίνη) 3 m.g. εφάπαξ για την προετοιμασία του τραχήλου. Ακολούθως και συγκεκριμένα τις ώρες 10.30, 12.30, 13.30, 14.30 και 15.00 χορήγησε στην επίτοκο ισάριθμες αμπούλες ωκυτοκίνης ενδοφλεβίως για την επίσπευση του τοκετού, ήτοι ποσότητες που είναι μεγαλύτερες από τις επιτρεπόμενες. Ειδικότερα σύμφωνα με τα διεθνώς δεδομένα η χορήγηση της μεν προσταγλαδίνης είναι 0,5 m.g. Ε2 κάθε 6 ώρες ή 7,5 m.g. σε 12 ώρες συνολικά της δε ωκυτοκίνης είναι 4-6 ώρες μετά τη χορήγηση της προσταγλαδίνης και σε περίπτωση μη αποδόσεως της αγωγής μπορεί να προστεθεί η 2η δόση. Στο μεταξύ κατά τη διάρκεια του τοκετού η επίτοκος ήταν συνδεδεμένη συνεχώς, πλην μικρών διαστημάτων, με τον καρδιοτοκογράφο, ο οποίος έδειχνε την εικόνα της καταστάσεως του εμβρύου και μέσα από αυτό (εμμέσως) και την κατάσταση της επιτόκου. Την τελευταία μιάμιση ώρα πριν από τον τοκετό που έγινε την 15.30 ώρα περίπου (δηλαδή από την 14.00 ώρα περίπου) το καρδιοτοκογράφημα ήταν παθολογικό. Το νεογνό είχε μεταβολική οξέωση με περιγεννητική ασφυξία (Apgar 1/12/) που πιστοποιεί την μεταβολή οξέωσης του εμβρύου. Ενόψει αυτής της καταστάσεως δεν υπήρχε δυνατότητα αξιολόγησης του εμβρύου και επομένως έπρεπε να γίνει καισαρική τομή. Ο κατηγορούμενος όμως αντί να ενεργήσει καισαρική τομή, όπως θα έπραττε κάθε συνετός ιατρός ενεργώντας σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιμέλειας, συνέχισε την χορήγηση ωκυτοκίνης την 14.30 και 15.00 ώρα με αποτέλεσμα η πορεία της εξέλιξης του τοκετού να είναι πολύ εντατική. Ο τοκετός έγινε την 15.30 ώρα περίπου και ήταν οξύς, αφού αυτός έγινε σε 15 λεπτά από την τέλεια διαστολή, μολονότι το έμβρυο ήταν σε οπίσθια προβολή και στάδιο +1. Εξαιτίας των ανωτέρω το νεογνό γεννήθηκα απνοϊκό, χωρίς μυϊκό τόνο, με καθολική κυάνωση, χωρίς σφίξεις και χωρίς καμία αντίδραση στα οπτικά ερεθίσματα. Ο κατηγορούμενος έκανε προσπάθειες ανάνηψης του νεογνού με τη βοήθεια των μαιών ... και .... , μέχρι τη στιγμή που παρουσιάστηκε ο παιδίατρος ..., ο οποίος ανέλαβε το νεογνό. Την 15.45 ώρα περίπου (ενόψει του ότι οι σχετικές εγγραφές έγιναν την επομένη) έγινε υστεροτοκία και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ήλεγξε τα γεννητικά όργανα και προέβη στη συρραφή της περινεοτομίας. Περί ώρα 15.50 η επίτοκος ανέφερε ότι δεν αισθάνεται καλά, και αμέσως έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε σε κωματώδη κατάσταση ενώ μεταξύ 16.10 έως 16.30 περίπου παρουσίασε ασυστολία (καρδιακή παύλα-ανακοπή). Ο κατηγορούμενος υπέθεσε ότι η απώλεια των αισθήσεων της επιτόκου οφείλεται σε καρδιακό πρόβλημά της και κάλεσε επειγόντως τους καρδιολόγους, οι οποίοι ανέλαβαν την ανάνηψή της και χορήγησαν υγρά φάρμακα και αίμα (την 16.30 ώρα περίπου) και επέτυχαν ανάταξη της ασυστολίας. Κατά τη διάρκεια των προσπαθειών ανάνηψης ο κατηγορούμενος έκανε δύο δακτυλικές επισκοπήσεις στην επίτοκο χωρίς να διαπιστώσει κάτι το ανησυχητικό. Την 16.20 ώρα ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον διευθυντή της Κλινικής και του ανέφερε ότι η επίτοκος έχει απώλεια συνειδήσεως με συστολική πίεση 4ΜΜ Ηg και ότι έχει διασωληνωθεί. Ο διευθυντής του έδωσε εντολή να μεταφερθεί η ασθενής αμέσως στο χειρουργείο λέγοντας του ότι χάνει αίμα. Μέχρι να φθάσει ο διευθυντής στη Κλινική έγινε παρακέντηση και διαπιστώθηκε ότι η επίτοκος είχε αίμα στην κοιλιά. Στη συνέχεια η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο όπου περί ώρα 17.00 έγινε από τον Χ1 και τους Χ2, Επιμελητή Β' και Χ3, ειδικευόμενο, λαπαροτομία και υστερεκτομία χωρίς τα εξαρτήματα. Μέσα στην κοιλία της επίτοκου βρέθηκαν 2 λίτρα αίματος. Κατά την διάρκεια του χειρουργείου και περί ώρα 17.20 η επίτοκος κατέληξε από οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία, όπως διαπιστώθηκε κατά την νεκροψία-νεκροτομή που ακολούθησε. Η αιμορραγία (η οποία κατά τους γιατρούς που διενήργησαν την λαπαροτομία και υστερεκτομία οφείλεται σε ρήξη της μήτρας -σύμφωνα με τα κλινικά και βιβλιογραφικά δεδομένα μπορεί να γίνει ρήξη του θόλου του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας που προκαλεί συνήθως οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία σε οξύ τοκετό και ιδιαιτέρως στην οπισθία θέση- γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε κατά τις παθολογοανατομικές εξετάσεις, ενώ κατά τους πραγματογνώμονες που ορίσθηκαν κατά την ανάκριση ... και .... πιθανόν να προήλθε από διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, άποψη με την οποία δεν συμφώνησε ο τεχνικός σύμβουλος του πολιτικώς ενάγοντος ..., Ζ1), προκήθηκε κατά τη διάρκεια του οξέος τοκετού, καθόσον στα καρδιογραφήματα του τοκετού καταγράφηκε αυξημένη μυομητρική δραστηριότητα και το εύρος των ωδίνων ξεπέρασε τα ανώτερα όρια τιμών. Χαρακτηριστικά δε ο Δ/ντής της Κλινικής Χ1 στην από 6-12-1999 αναφορά του προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής εκθέτει τα εξής: "Η μελέτη της εγγραφής ανώμαλης μυομητρικής δραστηριότητας (ωδίνων και βασικού τόνου του μυομητρίου) στο καρδιοτοκογράφημα υποδηλώνει έναρξη, εγκατάστασης του ολιγαιμικού shock, αποτέλεσμα ρήξης της μήτρας, κατά τον τοκετό. Αυτά είναι συμβατά με ανεπαρκή παρακολούθηση του τοκετού και με καθυστερημένη αξιολόγηση της κατάστασης της ασθενούς". Περαιτέρω το ολιγαιμικό shock χρειάζεται κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα ως την πλήρη ανάπτυξη του με όλη την κλινική του εκδήλωση που αποδεικνύεται από τη μεγάλη ποσότητα αίματος, που βρέθηκε στην κοιλία της επιτόκου. Η επίτοκος όταν έχασε τις αισθήσεις της είχε τα στοιχεία του ολιγαιμικού shock. Συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά του σφυγμού της την 15.50 ώρα ήταν ταχυσφυγμία, δύσκολα ανιχνεύσιμος νηματοειδής και τελικά αψηλάφητος σφυγμός. Ο θάνατος της επιτόκου μπορούσε να αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και λόγω της ιδιότητάς του κατέβαλλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και ενεργούσε σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης και της επιμελείας. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος 1) Δεν ενήργησε καισαρική τομή μολονότι το καρδιογράφημα από την 14.00 ώρα ήταν παθολογικό και επομένως επιβαλλόταν να γίνει καισαρική τομή. Αν ο κατηγορούμενος ενεργούσε όπως όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης και είχε κάνει την καισαρική τομή και η επίτοκος θα είχε αποφύγει τον θάνατο και το νεογνό δεν θα παρουσίαζε προβλήματα. 2) Ο κατηγορούμενος δεν αξιολόγησε ορθώς, όπως όφειλε και μπορούσε ενεργώντας ως συνετός γιατρός, το καρδιοτοκογράφημα κατά την εξέλιξη του τοκετού με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την έναρξη εγκατάστασης του ολιγαιμικού shock καθώς και την εξέλιξή του. Ακόμη ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις περιστάσεις και λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του και δεν αξιολόγησε ορθώς και κατά τη συνήθη κλινική πρακτική την εν γένει κατάσταση της επιτόκου μετά τον τοκετό και τα κλινικά δεδομένα αυτής και έτσι οδηγήθηκε στην εσφαλμένη διάγνωση ότι η επίτοκος είχε καρδιολογικό πρόβλημα (ενώ στην πραγματικότητα είχε παρουσιάσει ολιγαιμικό shock) και για το λόγο αυτό κάλεσε σε βοήθεια τους καρδιολόγους. Εξαιτίας όλων των ανωτέρω ο κατηγορούμενος δεν προέβη εγκαίρως στις αναγκαίες και ενδεδειγμένες ιατρικές ενέργειες για τον εντοπισμό και την επίσχεση της αιμορραγίας. Τελικά η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο την 17.00 μετά την παρακέντηση της κοιλίας της και έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος της από οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη και να του επιβληθεί η προσήκουσα ποινή. Τέτοιο περιεχόμενο έχουσα η έφεση του παραπάνω Εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ' αυτήν σαφώς και πλήρως η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει παραδεκτή την ως άνω έφεση και να εξετάσει ακολούθως την ουσία της υποθέσεως, δεν υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη συνειδητή απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχή, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειεας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ειδικώς προς θεμελίωση ποινικής ευθύνης ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, απαιτείται η ανθρωποκτονία να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ..., σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος απεβίωσε κατά τη διάρκεια χειρουργικής επεμβάσεως λαπαροτομίας - υστερεκτομίας στην οποία υπεβλήθη το απόγευμα της 1-12-1999 στο .... Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο και την οποία ενήργησε ο τότε διευθυντής της γυναικολογικής-μαιευτικής κλινικής στο άνω νοσοκομείο Χ1, που ήδη έχει αποβιώσει, μαζί με τον εξετασθέντα ως μάρτυρα ιατρό μαιευτήρα γυναικολόγο Χ2 και τον ειδικευόμενο τότε ιατρό γυναικολόγο Χ3 η προανακριτική κατάθεση του οποίου αναγνώσθηκε. Ο θάνατος της άνω ασθενούς επήλθε μετά τον τοκετό άρρενος νεογνού, που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 3.15΄ με 3.30΄μ.μ. στη μαιευτική κλινική του ίδιου νοσοκομείου με φροντίδα του κατηγορουμένου ως μαιευτήρα γυναικολόγου Επιμελητού Α' στην ίδια Μ/Γ κλινική του άνω νοσοκομείου και την βοήθεια σ' αυτόν των μαιών της ίδιας κλινικής ... και ..... Στο αναγνωσθέν μητρώο τοκετών που συνέταξε ο κατηγορούμενος σημειώνεται ότι ο τοκετός έγινε ώρα 15.30΄ μετά εξώθηση που διήρκεσε 15 πρώτα λεπτά της ώρας και υστεροτοκία που διήρκεσε άλλα 15΄ λεπτά της ώρας ότι προηγουμένως το πρωϊ χορηγήθηκαν στην ... φάρμακα προκλήσεως του τοκετού (prostin σε υπόθετο και oxyfockin σε σταγόνες στον ορό). Επίσης από άποψη ρήξεων σημειώνεται στο μητρώο τοκετών ότι παρουσίαζε τέτοιες η επίτοκος όχι εμφανείς και ότι ο τράχηλος μήτρας ήταν εγκαρσίως ερηγμένος. Ακόμη στο ίδιο μητρώο σημείωσε ο κατηγορούμενος ότι η επίτοκος παρουσίασε από άποψη επιπλοκών μετά τον τοκετό ολιγαιμικό shock ενδοκοιλιακή αιμορραγία ρήξη μήτρας (ΔΕΠ) που αποτελεί συντομογραφία του ιατρικού όρου διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και όχι όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος Διάγνωση Χ1 διότι με διαφορετική διατύπωση θα ανέγραφε στο μητρώο τοκετού τέτοια επιπλοκή αν δεν συμφωνούσε ότι δεν επήλθε στην θανούσα τέτοια πάθηση. Περαιτέρω ανεγράφη στο μητρώο τοκετών από τον κατηγορούμενο στη στήλη παρατηρήσεων ότι υπεβλήθη αυτή σε μαιευτική ολική υστερεκτομία άνευ εξαρτημάτων. Από το αναγνωσθέν έγγραφο επείγουσας εγχείρησης με ημερομηνία 1-12-99 σε σχέση με την ασθενή .... με χειρούργο τον μαιευτήρα γυναικολόγο Χ1 αναφέρονται τα αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων αίματος της χειρουργηθείσης που ελήφθησαν την 17.25' ώρα της 1-12-1999 όσον αφορά τις επί μέρους τιμές ότι η ασθενής αυτή εισήχθη στο χειρουργείο με διάγνωση ρήξη μήτρας, ενδοκοιλιακή αιμορραγία ολιγαιμικό shock και περιγραφόταν η κατάσταση της ασθενούς ως κάτωχρη, διασωληνωμένη στο μαιευτήριο μετά από κολπικό τοκετό όπως και ότι προηγουμένως είχε παρουσιάσει ασυστολία, μυδρίαση, shock, ημικωματώδη κατάσταση και ότι της είχαν γίνει καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση και ανέκτησε σφίξεις. Ακόμη σημειώνεται ότι είχε γίνει παρακέντηση κοιλίας στην ασθενή και διαπιστώθηκε αίμα στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Περαιτέρω όσον αφορά τα ευρήματα κατά την λαπαροτομία σημειώνοντας στο άνω έγγραφο 1) εσωτερική αιμορραγία (ενδοκοιλιακή και οπισθοπεριτοναϊκή με αιματική διήθηση παραμητρίων 2) ρήξη μήτρας αριστερά (ισθμό και τράχηλο) έως τον αριστερό κολπικό θόλου, 3) ισχαιμική μήτρα, 4) μεγάλα πυελικά αγγεία χωρίς σφυγμό που είχαν συμπέσει από το προηγηθέν collapsus. Ως τελική διάγνωση σημειώνει ο ιατρός Χ1 στο άνω έγγραφο επείγουσας εγχείρησης ολιγαιμικό shock, εσωτερική αιμορραγία, ρήξη μήτρας σε προηγηθέντα κολπικό τοκετό, θάνατος και στο τέλος αναφέρει ότι έγινε μαιευτική ολική υστερεκτομία χωρίς τα εξαρτήματα. Στο από 1-12-1999 πρακτικό εγχείρησης που υπογράφει ο ιατρός Χ1 σχετικά με την εγχείρηση ερευνητικής λαπαροτομίας μαιευτικής ολικής υστερεκτομής άνευ των εξαρτημάτων στην ασθενή .... αναφέρονται τα ίδια και περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες προήλθε με διάνοιξη των κοιλιακών τοιχωμάτων μέσω υψηλής εγκάρσιας υπερηβικής τομής οπότε διαπίστωσε περιτοναϊκή κοιλότητα πλήρη αίματος σκουρόχρωμου και μήτρα ισχαιμική πλήρως συνεσπασμένη μεγέθους κεφαλής παιδιού. Ακόμη περιγράφει ότι έγινε αναρρόφηση του αίματος οπότε διαπιστώθηκε ευμέγεθης ρήξη στο αριστερό πλάγιο τμήμα της μήτρας και ότι τα αγγεία των παραμητρίων άμφω είχαν συμπέσει λόγω του προηγηθέντος collapsus. Περαιτέρω περιγράφει ο άνω ιατρός ότι έγινε μαιευτική ολική υστερεκτομή κατά βήματα μετά από απολίνωση εκατέρωθεν των ιδίων συνδέσμων, μητριαίων αγγείων, ιερομητρικών και καρδινάλιων συνδέσμων και τέλος απολίνωση του κόλπου, ότι στη συνέχεια έγινε συρραφή του κόλπου και η περιτοναϊκή κοιλότητα είχε ακόμη αίμα το οποίο κατερχόταν από την άνω κοιλία και έγινε πλύση κοιλίας ώστε να καταστεί δυνατή η επισκόπηση των κοιλιακών σπλάχνων και διαπιστώθηκε ότι η περιοχή των παραμητρίων άμφω είχε δουγλάσιο άποψη και θήλες του εντέρου που εμφάνιζαν αιματηρή διήθηση. Σημειώνεται στο πρακτικό ότι η υστερεκτομία τελείωσε ώρα 17.20΄ ότι σφύζον αγγείο δεν διαπιστούται, ότι όλη η τραυματική επιφάνεια αναβλύζει σκούρο αίμα ως επιδιάχυτης ενδαγγειακής πήξης. Αναφέρει ότι έγινε συμπιεστική αιμόσταση με κομπρέσα και ότι τα μεγάλα αγγεία της πυέλου είναι ασφυγμα. Ακόμη σημειώνεται στο πρακτικό εγχείρησης ότι ο αναισθησιολόγος Χ4 και οι καρδιολόγοι Χ5 και Χ6 (που επίσης εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο) συνέχισαν τις προσπάθειες ανάνηψης της ασθενούς που είχε υποστεί εκ νέου επεισόδιο πτώσεως πιέσεως και καρδιολογικών επιπλοκών με αρρυθμία μέχρι ώρας 18.08 οπότε και διαπιστώθηκε ότι δεν ανένηπτε η καρδιά και έτσι μετά από επιβεβαίωση του θανάτου της ασθενούς προέβη ο Χ1 σε συρραφή των κοιλιακών τοιχωμάτων κατά στρώματα. Στην αναγνωσθείσα έκθεση περιστατικού υπό ημερομηνία 2-12-1999 που υπογράφουν οι ιατροί καρδιολόγοι του .... νοσοκομείου που εφημέρευαν την 1-12-1999 Χ7, Χ6, Χ5, αναφέρουν ότι την 1-12-1999 και ώρα περίπου 4 μ.μ. εκκλήθησαν για συνεπικουρία στην αντιμετώπιση ασθενούς στο Μαιευτήριο η οποία παρουσίασε επιπλοκή μετά τον τοκετό. Η ασθενής κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή ευρίσκετο σε κατάσταση ημικωματώδη-shock-μυδρίαση (ΣΑΠ=30 mm Ηg, βραδύς ιδιοκοιλιακός ρυθμός). Με τη συνεπικουρία αναισθησιολόγου και γιατρού έγινε διασωλήνωση της ασθενούς και ετέθησαν κεντρική γραμμή και περιφερικές από όπου χορηγήθηκαν υγρά (Ν/S RINGER'S, υποκατάσταστα αίματος και αίμα) καθώς και ινότροπα ατροπίνη ISUPRE-Cα και αγγειοσυσπαστικά-Διττανθρακικά. Επίσης έγιναν εργώδεις μαλάξεις περίπου 15 πρώτα λεπτά. Μόλις αποκαταστάθηκε αιμοδυναμικά η άρρωστη (ΣΑΠ=70 mm Hg και φλεβοκομβικός ρυθμός) οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Η χορήγηση υγρών αίματος-αγγειοσυσπαστικών συνεχίστηκε αλλά η ασθενής παρουσίασε έντονη βραδυκαρδία-ασυστολία και κατακρήμνιση της αρτηριακής πιέσεως. Έγινε εργώδης προσπάθεια ανάνηψης επί 45 πρώτα λεπτά της ώρας με όλες τις προβλεπόμενες ενέργειες (φαρμα-μαλάξεις, προσωρινός βηματοδότης). Ώρα θανάτου σημειούται στην άνω έκθεση των καρδιολόγων 5.20 μ.μ. και ώρα τερματισμού των προσπαθειών ανάνηψης 6.10 μ.μ. επίσης στην ίδια έκθεση οι καρδιολόγοι που την υπογράφουν αναφέρεται ως αιτία θανάτου σύμφωνα με τα χειρουργικά ευρήματα ρήξη μήτρας-διάχυτη αιμορραγική (κατά διόρθωση από αρχικώς αναγραφείσα αιμορραγία) διήθηση. Η ιατροδικαστής Αθηνών .... που ενήργησε την νεκροψία, νεκροτομία στο πτώμα της θανούσης .... κατόπιν της 1019127/124/2-1-1999 παραγγελίας του Α.Τ. ... και συνέταξε την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας εξετάσθηκε δε και στο ακροατήριο ως μάρτυς αναφέρει στην άνω έκθεση της ότι έγινε διάνοιξη της κοιλίας κατά στρώματα κατά την οποία διαπιστώθηκαν εκτεταμένη οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγική διήθηση όλων των μαλακών μορίων της ελάσσονος πυέλου. Η μήτρα είχε αφαιρεθεί ενώ υπήρχαν τα εξαρτήματα εκατέρωθεν ο κόλπος στον οποίο ανευρέθησαν χειρουργικά ράμματα και απολινώσεις αγγείων και συνδέσμων της περιοχής. Αναφέρει ακόμη η ιατροδικαστής ότι κατά πληροφορίες η ασθενής μετά από πρόκληση τοκετού την 1-12-99 και φυσιολογικό τοκετό ώρα 15.30΄ της ίδιας ημέρας εμφάνισε σημεία SHOCK από 15.55' έως 16.11' και μετά προσπάθεια ανάνηψης της έγινε λαπαροτομία και μερική υστερεκτομή άνευ εξαρτημάτων και απεβίωσε κατά τη διάρκεια του χειρουργείου. Επίσης ανέφερε η ιατροδικαστής ότι εστάλησαν για ιστολογική εξέταση μετά το πέρας της νεκροτομής η καρδιά, τα επινεφρίδια και ιστοτεμάχια ήπατος και νεφρού καθώς και τμήμα μαλακών μορίων ελάσσονος πυέλου. Η ιατροδικαστής σημειώνει στην άνω έκθεσή της ότι από το ...νοσοκομείο εστάλησαν σε πλαστικό δοχείο και μέσα σε διάλυμα φορμόλης η μήτρα της θανούσας χωρίς εξαρτήματα ενώ έλλειπε ο πλακούντας, ότι έγινε διάνοιξη κατά την προσθία επιφάνεια αυτής κατά την οποία διαπιστώθηκε αιμορραγική διαπότιση του έξω τραχήλου καθόλη την επιφάνεια του και επειδή δεν ήταν σαφής μακροσκοπικά τυχόν ρήξη στα τοιχώματα αυτής ή στον τράχηλο συναπεστάλη μαζί με τα υπόλοιπα ιστοτεμάχια για ιστολογική εξέταση στο εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Περαιτέρω αναφέρει στην έκθεσή της η άνω ιατροδικαστής ότι η μακροσκοπική και μικροσκοπική διερεύνηση όλων των ανωτέρω έδειξε τη μη ύπαρξη ρήξεως του τοιχώματος της μήτρας ή του τραχήλου, ενώ διαπιστώθηκαν συμπερασματικά διάχυτες αιμορραγικές διηθήσεις εξωτραχήλου, μαλακών μορίων ελάσσονος πυέλου, περιεπινεφριδικού ινολιπώδους ιστού και υπενδοκαρδιακής μοίρας μυοκαρδίου (ιστολογική εξέταση με αριθμό πρωτ. .... που απεστάλη στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία την 31-1-2000 και πρόκειται για την έκθεση ιστολογικής εξετάσεως στην οποία προήλθε ο επίσης εξετασθείς ως μάρτυς στο ακροατήριο αναπληρωτής καθηγητής Ζ2 και το περιεχόμενο της οποίας εκθέσεως ιστολογικής εξέτασης επίσης αναγνώσθηκε. Ως αιτία θανάτου αναφέρεται στην ιατροδικαστική έκθεση από την άνω ιατροδικαστή για την .... η οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία. Ο καθηγητής Ζ2 στην από 11-1-2000 έκθεση ιστολογικής εξέτασης αναφέρει ότι η εξετασθείσα μήτρα χωρίς τα εξαρτήματα που απεστάλη από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών είχε διανοιχθεί μεταθανατίως κατά την προσθία επιφάνεια και ο εξωτράχηλος εμφάνιζε καθ' όλη την επιφάνεια αιμορραγική διαπότιση μικροσκοπικώς δε παρατηρείται εικόνα εγκύμονος μήτρας και ο εξωτράχηλος παρουσίαζε στο διάμεσο ιστό διάχυτες αιμορραγικές διηθήσεις φλεγμονώδεις αθροίσεις ενώ σημείωνε επίσης ότι ρήξη του τοιχώματος της μήτρας ή του τραχήλου δεν παρατηρήθηκε. Οι πραγματογνώμονες ... και .... στην από 29-6-2001 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που επίσης ανεγνώσθη αναφέρουν ότι η μήτρα που εξέτασαν εντός πλαστικού δοχείου με πλήρες διάλυμα φορμόλης με την ετικέτα ...., έφερε επιμήκη διατοιχωματική τομή κατά την πρόσθια επιφάνεια (μέση) δύο εγκάρσιες τομές κατά το δεξιό ημιμόριο της πρόσθιας επιφάνειας απέχουσες περί τα 5 και 10 εκ. αντίστοιχα από τον πυθμένα του οργάνου και εγκάρσια τομή κατά το αριστερό ημιμόριο της πρόσθιας επιφανείας απέχουσα περίπου 5 εκ. από τον πυθμένα της μήτρας. Επίσης ανέφεραν ότι κατά τον επανασχηματισμό της άνω διατμηθείσας μήτρας διεπιστώθη η απουσία του προσθίου και των πλαγίων τοιχωμάτων του τραχήλου του οργάνου. Το εναπομείναν οπίσθιο τοίχωμα του τραχήλου της μήτρας έφερε εγκάρσια τομή και συνείχετο με τον ιστό του οργάνου με λεπτό τμήμα χαλαρού ινώδους ιστού. Δύο μικρά ελλείμματα αφορώντα τμήματα ολικού πάχους του τοιχώματος της μήτρας διεπιστώθησαν αντίστοιχα στον πυθμένα του οργάνου. Τα τμήματα αυτά που αντιστοιχούσαν στα ανωτέρω ελλείμματα ανευρέθησαν εντός του πλαστικού δοχείου. Ανέφεραν επίσης οι πραγματογνώμονες ότι ενδείξεις ρήξεως του τοιχώματος της μήτρας και του εναπομείναντος οπισθίου τραχηλίου τοιχώματος δεν διεπιστώθησαν, το ενδομήτριο ενεφάνιζε εστίες αιμορραγικής διαποτίσεως το δε οπίσθιο τραχηλικό τοίχωμα ενεφάνιζε αντίστοιχα προς την εγκάρσια διατομή αιμορραγική διαπότιση εκτεινόμενη σε βάθος περίπου 0,5 εκατοστών. Από την μικροσκοπική εξέταση στην οποία προήλθαν οι πραγματογνώμονες μετά από τομές στο σώμα της μήτρας αναφέρουν ότι παρατηρήθηκαν μορφολογικά χαρακτηριστικά υπερεκκριτικού ενδομητρίου και μικρές διαβρώσεις, εστίες αιμορραγικής διαποτίσεως, οίδημα και αραιές λευκοκυτταρικές διηθήσεις του τραχηλικού στρώματος στο οπίσθιο τραχηλικό τοίχωμα, όπου ο αριθμός των τραχηλικών αδενίων είναι αυξημένος και αρκετά από αυτά ήταν διατεταμένα με εμφανή και την υπερπλάσια των εφεδρικών κυττάρων σε αρκετές θέσεις. Για την ύπαρξη διάχυτου αιμορραγικής διαποτίσεως στον λιπώδη ιστό με τον οποίο συνέχονταν το παχύ έντερο, η ουροδόχος κύστης και οι κόλποι και οι κοιλίες της καρδιάς κάνουν λόγο περαιτέρω οι πραγματογνώμονες κατά την παράθεση των μικροσκοπικών ευρημάτων και επισημαίνουν ως κύρια ευρήματα της παθολογοανατομικής εξετάσεως, την απουσία του προσθίου και πλαγίων τοιχωμάτων του τραχήλου της μήτρας, τα ιστολογικά χαρακτηριστικά εγκύμονος μήτρας, την αιμορραγική διαπότηση επί πάχους 0,5 του οπισθίου τραχηλικού τοιχώματος και του λιπώδους ιστού δια του οποίου συνέχοντο τα τμήματα των πυελικών κοίλων οργάνων (γειτνίαση της αιμορραγικής διαποτίσεως με χειρουργικά ράμματα), την απουσία ενδείξεων αγγειϊτιδος και την απουσία θρόμβων ινικής στα εξετασθέντα όργανα. Συμπεραίνουν περαιτέρω οι πραγματογνώμονες ότι από την μακροσκοπική και μικροσκοπική εξέταση των παραληφθέντων ιστών και οργάνων ενόψει και των προηγηθεισών δύο παθολογοανατομικών εξετάσεων από θέσεως από το πρόσθιο και τα πλάγια τοιχώματα του τραχήλου της μήτρας της θανούσης, που απολείπονται χωρίς να γίνεται μνεία στις παθολογοανατομικές εκείνες εκθέσεις, μνεία σε ρήξη του τραχήλου αντίστοιχα προς τα τοιχώματα του τραχήλου που απολείπονται, δεν είναι δυνατό να καθορισθεί η αιτία της αιμορραγίας της θανούσης και δεδομένου ότι ρήξη μήτρας δεν αποδεικνυόταν από τα υφιστάμενα παθολογοανατομικά ευρήματα πιθανολογούσαν ως πιθανή αιτία που δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί για την ενδοπεριτοναϊκή αιμορραγία την διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (εσφαλμένως στην έκθεση έχει τεθεί η λέξη ρήξη) εν όψει και της απουσίας αίματος από τον κόλπο της καταστάσεως ασυστολίας, της εμφάνισης του αιμορραγικού υγρού της περιτοναϊκής κοιλότητας όπως περιγράφεται από τους χειρούργους και το διάχυτο της αιμορραγικής διαποτίσεως. Ο ιατροδικαστής Ζ1 που είχε παραστεί ως τεχνικός σύμβουλος κατά την εξέταση των οργάνων της θανούσης από τους άνω πραγματογνώμονες στην αναγνωσθείσα από 8-10-2001 ιατροδικαστική γνωμοδότησή του επισημαίνει ότι από τα ιατρικά έγγραφα του νοσοκομείου προκύπτουν ότι η θανούσα .... είχε υποστεί πριν καταλήξει εντός του χειρουργείου την 1-12-1999 ρήξη μήτρας, είχε περιτοναϊκή κοιλότητα πλήρη αίματος, εκτεταμένη αιματική διήθηση στα παραμήτρια, στο δουγλάσειο χώρο και στις επιπλοϊκές θήλες του εντέρου και ότι η εξέταση της μήτρας (μακροσκοπική και ιστολογική) στο εργασήριο Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστήμιου Αθηνών δεν έδειξη ρήξη του τοιχώματος της μήτρας ή του τραχήλου αλλά ανέφερε ως συμπέρασμα, διάχυτες αιμορραγικές διηθήσεις έξωτραχήλου, μαλακών μορίων ελάσσονος πυέλου, περιεπινεφρικού ινολιπώδους ιστού και υπενδοκαρδιακής μοίρας μυοκαρδίου ενώ η εξέταση που έγινε στις 3-3-2000 στο εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης έδειξε εκτεταμένες αιμορραγικές διαποτίσεις στο οπίσθιο τοίχωμα του τραχήλου (χωρίς παρουσία του προσθίου και των δύο πλαγίων τοιχωμάτων αυτού) εκτεινόμενες σε βάθος 0,5 εκατοστών χωρίς να διαπιστωθεί ρήξη του τοιχώματος. Ο άνω ιατροδικαστής έχοντας υπόψη τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της εκθέσεως των πραγματογνωμόνων ... και .... εξηγεί στη γνωμοδότηση του ότι η αναγραφόμενη ως αιτία θανάτου στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής δηλαδή η συλλογή αίματος στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο αποτελεί τον μηχανισμό του θανάτου, δηλαδή τις παθοφυσιολογικές εκείνες εξεργασίες που οδήγησαν στον θάνατο και όχι την αιτία θανάτου. Για τη συλλογή αίματος στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο κατά τον άνω ιατροδικαστή Ζ1 ενοχοποιείται η ρήξη μήτρας όπως επισημαίνεται στα ιατρικά έγγραφα του ... Νοσοκομείου αν και ουδεμία ρήξη του τραχήλου διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια των παθολογοανατομικών εξετάσεων και ειδικότερα κατά την πρώτη όπου το παρασκεύασμα δόθηκε ακέραιο. Ως προς το σύνδρομο διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης επισημαίνει στη γνωμοδότησή του ο Ζ1 ότι είναι κατά κανόνα δευτεροπαθές σύνδρομο, απόρροια ενεργοποίησης ποικίλων μηχανισμών, οι οποίοι οδηγούν στην έκλυση αναστολέων πήξης. Κατά τον άνω γνωμοδοτούντα ιατροδικαστή η διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη έχει αμέτρητες αιτίες (σηψαιμία, γυναικολογικές επιπλοκές, κακοήθεις νόσοι κ.ά) ενώ το πλέον κυρίαρχο πρόβλημα είναι οι αιμορραγίες. Στο συμπέρασμά του ο Ζ1 αναφέρει ότι δεν είναι δυνατό να καθοριστεί η αιτία θανάτου της .... αλλά γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο θάνατος αυτής συνδέεται αιτιωδώς με μεγάλη προηγηθείσα αιμορραγία, γεγονός που σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα κλινικά στοιχεία αποδεικνυόταν από τα ευρήματα της νεκροψίας-νεκροτομής (ανεύρεση χειρουργικών ραμμάτων και απολινώσεις αγγείων-συνδέσμων της περιοχής, εκτεταμένη οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία, αιμορραγική διαπότιση έξω τραχήλου καθ' όλη την επιφάνειά του, έξαιμο των κυριοτέρων οργάνων) και από τα ευρήματα των διαδοχικών μακροσκοπικών και ιστολογικών εξετάσεων (διάχυτες αιμορραγικές διηθήσεις εξωτραχήλου, μαλακών μορίων της ελάσσονος πυέλου περιεπινεφριδικού ινολιπώδους ιστού και υπενδοκαρδιακής μοίρας μυοκαρδίου). Ανάλογα με τα φάρμακα που χορηγήθηκαν από τον κατηγορούμενο ιατρό στην εγκυμονούσα για να προκληθεί ο τοκετός όπως φαίνονται στο τηρηθέν διάγραμμα δηλαδή το δισκίο prostin κολπικά και στις 10.30΄η ενδοφλέβια χορήγηση οξυτοκίνης 6 σταγόνες ανά λεπτό για να προχωρήσει η διαστολή δεν ήταν αντίθετη η χορήγησή τους προς τα διεθνώς παραδεκτά δεδομένα ούτε προκύπτει ότι υπήρξαν παρενέργειες στην εγκυμονούσα από τα φάρμακα αυτά σύμφωνα με όσα ανέφερε για το ότι η αγωγή του τοκετού ήταν η ενδεδειγμένη, ο καθηγητής μαιευτικής γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών .... στην από 16-2-2002 έκθεση ενόρκου εξετάσεώς του ενώπιον του ενεργούντος την ΕΔΕ Ζ4 , που περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, αλλά και ο Χ1 στην ενώπιον του ενεργούντος ΕΔΕ για τον εντοπισμό ευθυνών των υπαιτίων αν υπήρχαν για την θανούσα ασθενή .... από 8-12-1999 έκθεση ένορκης κατάθεσής του αναφέρει ότι ήταν φυσιολογική η αναφερόμενη δόση ωκυτοκίνης αν και δόθηκε πριν παρέλθουν 6-8 ώρες από την προηγηθείσα χορήγηση προσταγλαδίνης που έδρασαν ταυτόχρονα στη διάρκεια του τοκετού και μπορούσαν να προκαλέσουν υπερδιέγερση της μυομητρικής δραστηριότητας και ότι απαιτούνταν εντατική παρακολούθηση τυχόν παρενεργειών αναφορικά με την υπερδιέγερση της μυομητρικής δραστηριότητας. Ο εξετασθείς στο ακροατήριο ως μάρτυς Ζ3, διευθυντής της μαιευτικής-γυναικολογικής κλινικής του Νοσοκομείου Μαιευτηρίου ... είπε ότι τα φάρμακα που χορηγήθηκαν έχουν ως παρενέργεια υπερτονία της μήτρας που δεν φαίνεται στο καρδιοτοκογράφημα, ότι ως πιθανή αιτία της αιμορραγίας είχε θεωρήσει, όταν απάντησε εγγράφως σε ερωτήματα που του τέθηκαν για την υπόθεση του θανάτου της .... μέσω του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, την ρήξη του τραχήλου της μήτρας που προκαλεί συνήθως οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία σε οξύ τοκετό και ιδιαίτερα στην οπίσθια θέση σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, ενώ ρήξη κιρσών της μήτρας μπορούσε κατά τη βιβλιογραφία να γίνει και να εμφανισθεί κλινικά και χειρουργικά σαν ρήξη μήτρας πλην όμως στην ιατροδικαστική έκθεση δεν γίνεται αναφορά για κιρσούς στην ωοθήκη ή στη μήτρα αλλά εμφανίζεται αιμορραγική διήθηση του τραχήλου της μήτρας παράλληλα όμως από τις καταθέσεις των ιατρών χειρούργων που ενήργησαν την υστερεκτομή προέκυπτε ρήξη του κόλπου και του τραχήλου (βλ. από 8-6-2000 έγγραφο του Ζ3 ως διευθυντή της Στ' Μ/Γ Κλινικής του Νοσοκομείου Μαιευτηρίου Αθηνών ... που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα). Στο έγγραφο αυτό σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ο όγκος του αίματος μιας μήτρας αυξάνεται κατά 30% και για να επέλθει πτώση της πιέσεως αλλά και αλλαγή των ζωτικών σημείων πρέπει να έχουμε μία απώλεια αίματος περί τα 2-3 λίτρα αίματος σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στο ίδιο έγγραφο σημειώνεται ότι δεν υπήρχε από το φάκελλο της εγκυμονούσης ασθενούς ένδειξη δυσαναλογίας ή εμβρυϊκής δυσχέρειας στις 30-11-89. Επίσης αναφέρεται ότι το καρδιoτοκογράφημα ήταν παθολογικό την τελευταία 1 1/2 ώρα του τοκετού και ότι το νεογνό είχε μεταβολική οξέωση με περιγεννητική ασφυξία Apgar 1 1/2, που πιστοποιεί τη μεταβολική εξέωση του εμβρύου χωρίς να γίνεται λόγος ότι ήταν αναγκαίο για την εγκυμονούσα την ίδια να γίνει καισαρική τομή κάτι το οποίο διευκρίνισε εξεταζόμενος ο ίδιος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου. Σε νεότερο από 21-8-2000 έγγραφο με το οποίο απαντούσε ο άνω διευθυντής σε ερωτήματα που του τέθηκαν από τον Γ.Γ. Υπουργείου Υγείας για την ίδια υπόθεση του θανάτου της .... ανέφερε ο Ζ3 ότι είχε ευθύνη ως ιατρός ο κατηγορούμενος για την αξιολόγηση του καρδιοτοκογραφήματος της θανούσης κατά την εξέλιξη του τοκετού κατά το κρίσιμο διάστημα 1 1/2 ώρα πριν τον τοκετό και για τις δόσεις των φαρμάκων που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια του τοκετού όπως και για τους ιατρικούς χειρισμούς από τη στιγμή της τέλειας διαστολής μέχρι την έναρξη της ανατάξεως του shock στο οποίο έπεσε η .... από τους αναισθησιολόγους, διευκρίνισε όμως κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο ότι όταν ανέγραφε στο άνω έγγραφο για απόδοση ιατρικών ευθυνών δεν εννοούσε αμέλεια. Επίσης διευκρίνισε εξεταζόμενος ο άνω μάρτυς, ότι κατά την άποψή του δόθηκε περισσότερο από το πρώτο φάρμακο (προσταγλαδίνη) στην εγκυμονούσα, ότι η ρήξη τραχήλου που την βλέπεις κάνει εξωτερική ή και εσωτερική αιμορραγία, ότι με την αιμορραγία πρέπει να περάσει πολύ ώρα για να χαθεί πολύ αίμα και να παρουσιασθεί το shock. Ο κατηγορούμενος παραδέχεται στο από 19-11-2001 απολογητικό του υπόμνημα στην ανακρίτρια του 8ου Τακτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών ότι μετά το πέρας του τοκετού δηλαδή περί ώρα 15,30΄ η ασθενής άρχισε να παρουσιάζει μία παθογενή κατάσταση και ύστερα από λίγο έπεσε σε κώμα και ότι κάλεσε αμέσως αναισθησιολόγο και καρδιολόγους και έδωσε εντολή για παροχή αίματος και συμμετείχε στην προσπάθεια ανανήψεως της ασθενούς. Στην από 3-12-1999 έκθεση ένορκης εξέτασης του ενώπιον του Ζ4, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο τοκετός έγινε γύρω στις 15.30΄ περίπου, ότι είδε το νεογνό επιβαρυμένο και ότι χρειαζόταν ανάνηψη και κάλεσε προς τούτο τον εφημερεύοντα παιδίατρο ...., ο οποίος προσήλθε μετά από λίγο επικουρούμενος από 2 ειδικευόμενες της κλινικής, ενώ στο μεσοδιάστημα επιχείρησε ο ίδιος την ανάνηψη με την επικουρία των Μαιών ... και ...., καθώς και ότι φρόντισε ο ίδιος να φέρει άλλο μηχάνημα ανάνηψης και να το εγκαταστήσει, διότι το πρώτο που υπήρχε στο μαιευτήριο είχε πρόβλημα. Στην ίδια κατάθεσή του στη συνέχεια κάνει λόγο ο κατηγορούμενος για λιποθυμία της μαίας ...., την οποία συνέδραμε η άλλη μαία και υπολογίζει την όλη διαδικασία ότι διήρκεσε περί τα δεκαπέντε πρώτα λεπτά. Επίσης ανέφερε ότι στο μεσοδιάστημα ο ίδιος βρίσκεται σε πλήρη επαφή με τη λεχώνα, που ανησυχεί για το παιδί της και ενημερώνεται όπως επίσης και οι συγγενείς. Περαιτέρω έκανε λόγο στην άνω κατάθεσή του ο κατηγορούμενος ότι περί ώρα 15.45΄ γίνεται αυτόματα η υστεροτοκία, ελέγχει τον τράχηλο αυτός και ευρίσκει μία ρήξη περίπου στην τρίτη ώρα του τράχηλου και την ελέγχει χωρίς ιδιαίτερα σημεία αιμορραγίας, χωρίς να έχει σημεία κλινικής εμφανούς αιμορραγίας, εκτός εκείνης της παλινδρόμησης της μήτρας ύστερα από την υστεροτοκία και ότι προχώρησε σε συρραφή της περίνεοτομίας την οποία περαιώνει πολύ γρήγορα, λόγω του ότι είναι μικρού μεγέθους και για την οποία έκανε τοπική έγχυση ξυλοκαϊνης για τοπική αναισθησία, έλεγξε τη μήτρα όπου είχε γίνει ήδη μητροσύσταση, η οποία είχε ανταποκριθεί και περί ώρα 15.50΄ ανησύχησε και όταν είδε την ασθενή ωχρή έδωσε εντολή στην ... να πάρει πίεση και ταυτόχρονα κάλεσε τον εφημερεύοντα καρδιολόγο Χ7 και έδωσε εντολή για καρδιογράφημα, λήψη γενικής αίματος και διασταύρωση και έστειλε την ... στο Τμήμα Αιμοδοσίας για να φέρει μία φιάλη αίμα και προσέρχοντας οι καρδιολόγοι Χ7-Χ5-Χ6 πέφτει σε collacsus η ασθενής και ειδοποιεί την αναισθησιολόγο Χ4 και ανοίγει τη μεσόπορτα της ... για άμεση πρόσβαση από τον ιατρό αυτής ..... Στην από 9-2-2000 συμπληρωματική ένορκη κατάθεσή του ο κατηγορούμενος απαντώντας σε σχετική ερώτηση του διενεργούντος την ΕΔΕ Ζ4 από το ότι αντίθετα από το πρακτικό χειρουργείου η ιατροδικαστική έκθεση ανέφερε ότι μακροσκοπικά και μικροσκοπικά δεν υπάρχουν στοιχεία ρήξεως απήντησε ότι κατά τον έλεγχο που ενήργησε μετά την υστεροτοκία δεν διαπίστωσε ρήξη του έξω τραχήλου εκτός από μία αναμενόμενη και επουλωμένη υπόλειμμα-ρήξη από προηγούμενο τοκετό και η οποία δεν αιμορραγούσε και ήταν πολύ μικρού μεγέθους και ότι ήταν κατάσταση συνήθης σε πολύτοκες και ενημέρωσε γι' αυτό και τον εφημερεύοντα της κλινικής ιατρό Χ2. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε εξεταζόμενος στα πλαίσια της ΕΔΕ που ενεργούσε ο Ζ4 και στην απολογία του στην ανακρίτρια ότι παρακολούθησε την εγχείρηση λαπαροτομίας υστερεκτομίας που έκανε ο διευθυντής της κλινικής Χ1 με βοηθούς τον Χ2 και τον ειδικευόμενο Χ3. Επομένως ήταν παρών ο κατηγορούμενος στο χειρουργείο όταν ο ενεργών την εγχείρηση διευθυντής του είπε για την ρήξη μήτρας που εντόπισε στην εγχειριζόμενη ..... Αρνήθηκε κατά την απολογία του στην ανακρίτρια ο κατηγορούμενος ότι είδε την ρήξη μήτρας και το ίδιο επανέλαβε κατά την απολογία του στο παρόν δικαστήριο έδωσε δε ως εξήγηση στην παρατήρηση του ενεργούντος την εγχείρηση Χ1 να έλθει να δει τη ρήξη ότι δεν ήθελε να διαπληκτισθεί και να αποσπάσει την προσοχή της ομάδας από την ασθενή αντιτείνοντας του "για ποια ρήξη λες" και ότι μετά την εγχείρηση του είπε ότι δεν την είδε τη ρήξη ο ίδιος και υπό μορφή απορίας για την άνω διαπίστωση τον ερώτησε "λες να την έκανα εγώ;". Η ταχυσφυγμία, ο δύσκολα ανιχνεύσιμος σφυγμός που εν συνεχεία έγινε νηματοειδής και τελικά κατέστη αψηλάφητος υποδήλωναν ότι είχε εκδηλωθεί αιμορραγία στην επίτοκο και ότι σ' αυτή οφειλόταν το ολιγαιμικό shock που αποτέλεσε την αιτία να καλέσει ο κατηγορούμενος τους καρδιολόγους και την αναισθησιολόγο, επιβεβαιώνεται δε από τα χειρουργικά ευρήματα δηλαδή τη μεγάλη ποσότητα αίματος εντός της κοιλίας πέραν της οπισθοπεριτοναϊκής αιμορραγίας ότι είχε αναπτυχθεί πλήρως η αιμορραγία και το ολιγαιμικό σοκ και έπρεπε να είχε διαπιστωθεί από την καρδιολογική και κλινική παρακολούθηση της ασθενούς κατά τον τοκετό καιμετά από αυτόν. Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας που επικράτησε στο δικαστήριο οι διαπιστώσεις των χειρούργων ιατρών Χ1 και Χ2 ότι υπήρχε ρήξη μήτρας αριστερά που ο τελευταίος κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο περιέγραψε ως βλάβη στο αριστερό τοίχωμα που έγινε αντιληπτό όταν καθάρισαν το αίμα και ότι έβγαινε αυτό στο περιτόναιο συμβαδίζει με αυτά που δέχθηκε ο κατηγορούμενος ότι διαπίστωσε μετά την υστεροτοκία της επίτοκου και χαρακτήρισε κατά την εξέτασή του στα πλαίσια της ΕΔΕ που ενεργούσε ο Ζ4 ως ρήξη μήτρας περί την τρίτη ώρα του τραχήλου, που αξιολόγησε ως μη σημαντική ελλείψει εμφανούς αιμορραγίας εκτός εκείνης από την παλινδρόμηση της μήτρας, εάν επρόκειτο για παλαιά ρήξη επουλωμένη, υπόλειμμα από προηγούμενο τοκετό μη αιμορραγούσα, όπως την περιέγραψε τη ρήξη αυτή ο κατηγορούμενος στην συμπληρωματική του κατάθεση στον δεν θα την ανέφερε καθόλου στην αρχική του κατάθεση στην ΕΔΕ ούτε θα έκανε λόγο στο μητρώο τοκετών για ρήξη μήτρας που την χαρακτηρίζει μη εμφανή και για ολιγαιμικό σοκ από αυτή. Είναι σφάλμα του κατηγορουμένου το ότι δεν εκτίμησε ορθώς την κατάσταση της ασθενούς με τα άνω συμπτώματα ότι ήταν απόρροια αιμορραγίας και παρά την άποψη που εξέφρασαν οι καρδιολόγοι ότι πρέπει να οφειλόταν το ολιγαιμικό σοκ και η ασυστολία σε αιμορραγία οργάνων της επιτόκου αλλά και όταν τον ερώτησε τον κατηγορούμενο ο Χ2 αν είχε αιμορραγία επέμεινε ότι είχε προβεί σε μία δακτυλική επισκόπηση από την οποία δεν διαπίστωσε ότι είχε ρήξη στη μήτρα η .... και είχε την άποψη ο κατηγορούμενος ότι δεν έχανε αίμα η ασθενής αλλά ότι το σοκ οφειλόταν σε καρδιολογικό πρόβλημα ή πνευμονική εμβολή. Με την κλινική εικόνα που παρουσίαζε η ασθενής μετά τον τοκετό και ήταν ανησυχητική έπρεπε ο κατηγορούμενος να υποπευθεί την εκδήλωση αιμορραγίας και να προβεί σε παρακέντηση αμέσως για να διαπιστώσει αν ενδοκοιλιακώς είχε συγκεντρωθεί αίμα, αφού δεν ήταν εύκολο να γίνει στο μαιευτήριο που ήταν η ασθενής υπερηχοργράφημε με το οποίο θα διαπιστωνόταν τέτοια εσωτερική αιμορραγία και δεν έπρεπε να περιορισθεί στη δακτυλική επισκόπηση με την οποία δεν γίνεται αντιληπτή η ενδοκοιλιακή αιμορραγία. Άφησε ο κατηγορούμενος κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο και παρήλθε ικανός χρόνος μέχρι να προβεί μετά και δεύτερη άνευ αποτελέσματος δακτυλική επισκόπηση περί ώρα 16.40΄ στην παρακέντηση από την οποία διαπιστώθηκε ότι στην κοιλία της επιτόκου είχε συγκεντρωθεί αίμα. Δεν ήθελε ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίσει αμέσως το ενδεχόμενο να είχε εκδηλωθεί στην επίτοκο εσωτερική αιμορραγία, ενόψει της κλινικής εικόνας της ως κάτωχρης με χαμηλή πίεση και με δήλωση της ασθενούς ότι δεν αισθάνεται καλά και προέκρινε να αρχίσει την αντιμετώπιση της καταστάσεως της ασθενούς με προτεραιότητα στην ύπαρξη καρδιολογικού προβλήματος ή πνευμονικής εμβολής. Ασθενής όπως αυτή που είχε γεννήσει με οξύ τοκετό και είχε αιμορραγία έπρεπε να οδηγηθεί στο χειρουργείο για να αντιμετωπισθεί η περίπτωσή της, αφού η απώλεια αίματος συνεχιζόταν και η καρδιολογική αναζωογόνηση και η ανάνηψη της ασθενούς δεν επρόκειτο να είναι σταθερή όσο υπήρχε απώλεια αίματος. Από το ότι δεν ανευρέθη από την ιατροδικαστή και από τους παθολογοανατόμους και τους πραγματογνώμονες εμφανής ρήξη στη μήτρα και ειδικότερα στο αριστερό πλάγιο τμήμα (ισθμό και τράχηλο) με επέκταση στον αριστερό κολπικό θόλο όπως την προσδιόρισε ο ενεργήσας την λαπαροτομία υστερεκτομία ιατρός Χ1, δεν συνάγεται ότι δεν προκλήθηκε από αυτή η αιμορραγία αφού δεν εντοπίσθηκε ρήξη αγγείου ούτε ρήξη κιρσώδους ανευρύσματος στο παραμήτριο ή στην περιτοναϊκή κοιλότητα από τους παθολογοανατόμους ούτε έγινε έρευνα αγγείων από την ιατροδικαστή στην περιοχή εκείνη και προφανώς οι τομές που έγιναν δεν συνέπεσαν με τα σημεία που ήταν εντοπισμένη η αιμορραγία στην κοιλία και στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο και εκεί κοντά υπήρχε η ρήξη που δεν διαπίστωσαν οι παθολογοανατόμοι και η ιατροδικαστής. Προκύπτει από τα παραπάνω κατά την γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων της ειδικότητός του δεν προέβη στην δέουσα αξιολόγηση της καταστάσεως της ασθενούς .... μετά τον τοκετό της και στην βλάβη που προκλήθηκε στον τράχηλο της μήτρας κατ' αυτού στο αριστερό μέρος και όταν αντιλήφθηκε καθυστερημένα την εκδήλωση εσωτερικής αιμορραγίας δεν απέδωσε την κατάσταση που παρουσίαζε η ασθενής στην πραγματική άνω αιτία, αλλά εξέτασε διαφορετικού είδους πρόβλημα που δεν υπήρχε όπως καρδιολογική αρρυθμία ή εμβολή αμνιακού υγρού που δεν διαπιστώθηκε και άφησε τελευταία την αντιμετώπιση του ενδεχόμενου να οφειλόταν σε εσωτερική αιμορραγία από ρήξη στον τράχηλο της μήτρας της ασθενούς κατά τον τοκετό ή κατάσταση ολιγαιμικού σοκ αυτής με συνέπεια να παρέλθει πολύτιμος χρόνος από 15.50΄ που κατέστη σαφής η κλινική εικόνα της ασθενούς με το άνω πρόβλημα μέχρι ώρας 16.50΄, που επελήφθη ο Χ1 της περιπτώσεως της ασθενούς και να μη εισαχθεί έτσι ενωρίτερα αυτή στο χειρουργείο για την αντιμετώπιση της αιμορραγίας, όπως επιβαλλόταν να έχει πράξει αμέσως και πριν να ενημερώσει τον Χ1 ως διευθυντή της μαιευτικής γυναικολογικής κλινικής του νοσοκομείου, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες Χ2, ... και .... , που είπε εξεταζόμενος ότι δεν θα περίμενε να προηγηθεί η ανάταξη για να αντιμετωπίσει χειρουργικώς την αιμορραγία. Η διάχυτη ενδαγγειακή πήξη στην οποία καθετικά οι πραγματογνώμονες αναφέρθηκαν στην έκθεσή τους ως αιτία της ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας από το ότι δεν αποδεικνυόταν από τα υφιστάμενα παθολογοανατομικά στοιχεία και στην οποία ως αιτία της αιμορραγίας στην απολογία του στην ανακρίτρια ο κατηγορούμενος και σαν ορθότερη εκδοχή ως αιτία αυτής (αιμορραγίας) υπό την έννοια του αναφυλακτικού συνδρόμου αναφέρθηκαν ο μάρτυς Ζ4, ο μάρτυς .... που απέδωσε το θάνατο της ασθενούς σε πτώση των οργάνων λόγω αυτής και ο μάρτυς .... (ο παθολογοανατόμος Ζ2 κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο απέδωσε τον θάνατο της άνω ασθενούς στο μηχανισμό της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης αν και ανέφερε ότι στους πνεύμονες δεν ανεύρε στοιχεία εμβολής αμνιακού υγρού) δεν προηγήθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση της εσωτερικής αιμορραγίας στην ασθενή ..... Τα όργανα όλα της ασθενούς βρέθηκαν εξαιμα και το σύμπτωμα αυτό δικαιολογείται επί αιμορραγίας πρωτογενούς και όχι στο σύνδρομο διάχυτης ενδαγγειακής πήξης που είναι δευτεροπαθές και μπορεί να προκληθεί από βλάβη των ιστών που μπορεί να προκληθεί από την αιμορραγία. Ευρήματα νεκροτομικά και ιστολογικά θα υπήρχαν σε περιπτώσεις τέτοιας εμβολής που δεν διαπιστώθηκαν ούτε από την ιατροδικαστή ούτε από τους παθολογοανατόμους. Τέτοιο σύνδρομο επακόλουθο της αιμορραγίας από την άνω ρήξη στον τράχηλο της μήτρας αριστερά ήταν στην προκειμένη περίπτωση της άνω ασθενούς δυσμενής περαιτέρω συνεπεία της εγκαταστάσεως αιμορραγίας. Τέτοια διάχυτη ενδαγγειακή πήξη δέχονται ότι μπορεί να αναπτύχθηκε στην από 18-2-2000 ένορκη κατάθεσή του ο καθηγητής Μαιευτικής Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών .... και στο πρακτικό εγχειρήσεως της 1-12-1999 ο ενεργήσας την λαπαροτομία - υστερεκτομία ιατρός Χ1, που περιγράφει ότι η τραυματική επιφάνεια ανάβλυζε σκούρο αίμα ως επί διάχυτης ενδαγγειακής πήξης. Ο επίκουρος καθηγητής ιατροδικαστής Ζ1 στην από 8-10-2001 έκθεσή του, στην αιμορραγία που δεν οφειλόταν στο σύνδρομο Διάχυτης Ενδαγγειακής πήξης που συνήθως είναι δευτεροπαθές ανέφερε ότι οφειλόταν ο θάνατος της .... και εξεταζόμενος κατέθεσε ότι τόσο μεγάλη αιμορραγία δεν δικαιολογούνταν στην προκειμένη περίπτωση επί διάχυτης ενδαγγειακής πήξης ως αιτίας θανάτου. Στοιχειοθετείται από τα άνω στοιχεία σε βάρος του κατηγορουμένου κατά την πλειοψηφούσα γνώμη αμέλεια από την άνω ιατρική συμπεριφορά του που επέδειξε ως μαιευτήρας γυναικολόγος υπεύθυνος για τον τοκετό της .... την 1-12-1999. Δεν έγινε από τον κατηγορούμενο αποτελεσματική αντιμετώπιση της περιπτώσεως της ασθενούς αυτής όπως επιβαλλόταν από τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης. Ο κατηγορούμενος από αμέλεια κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του ως επιμελητή Α' στο περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο .. εξετίμησε ότι τα χαρακτηριστικά της ασθενούς μετά τον τοκετό, που δεν αισθανόταν καλά ήταν κάτωχρη είχε ταχυσφυγμία και μετανηματοειδή και δύσκολα ανιχνεύσιμο σφυγμό και τελικά τέτοιο αφηλάφητο, έπρεπε να αντιμετωπισθούν πρώτα ως εάν προέρχονταν από καρδιολογικό πρόβλημα ή από εμβολή πνευμονική με φαρμακευτική αντιμετώπιση και σε συνεργασία με καρδιολόγους και αναισθησιολόγο και τον ιατρό και ως ολιγαιμικό σοκ που οφειλόταν σε άλλη αιτία με χορήγηση υποκατάστατων και μετάγγιση αίματος όταν έφθασε η ασθενής σε κατάσταση ανακοπής carrest και όχι λόγω εσωτερικής αιμορραγίας (ενδοκοιλιακής και οπισθοπεριτοναϊκής) οφειλομένης σε ρήξη μήτρας στον τράχηλο αριστερά κατά της ωδίνες του τοκετού παρ' ότι διαπίστωσε και ο ίδιος ρήξη στον τράχηλο στην περιοχή της τρίτης ώρας. Αν τηρούσε ο κατηγορούμενος τους κοινώς αναγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες και επεδείκνυε την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που επιβάλλεται από τους άνω κανόνες και την υποχρέωσή του ως εγγυητή των έννομων αγαθών της ζωής και υγείας των υπό την φροντίδα και παρακολούθηση των ασθενών όπως κάθε μέσος ιατρός αντιστοίχου ειδικότητας θα απέτρεπε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του με την άμεση διενέργεια παρακεντήσεως στην άνω επίτοκο οπότε θα διαπίστωνε την ενδοκοιλιακή αιμορραγία και θα προέβαινε σε άμεση εισαγωγή της ασθενούς στο χειρουργείο για την αντιμετώπιση της καταστάσεώς της για την επίσχεση της αιμορραγίας και δεν θα άφηνε να παρέλθει πολύτιμος χρόνος κατά τον οποίο λόγω της μεγάλης ποσότητος αίματος που απώλεσε η ασθενής και την ανάπτυξη του συνδρόμου της διάχυτης ενδαγγειακής πήξεως επιβαρύνθηκε τόσο πολύ η κατάστασή της από τα όργανά της που κατέστησαν έξαιμα ώστε η επακολουθήσασα από ώρα 17.00΄ και μετά ερευνητική λαπαροτομία και υστερεκτομία να μη αποτρέψει το εγκληματικό αποτέλεσμα δηλαδή τον θάνατό της από την ενδοκοιλιακή και οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία. Πρέπει κατόπιν αυτών, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδίδεται. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά, στις εφαρμοσθείσας ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο με ειδικές σκέψεις απέκρουσε την εκδοχή της υπ' αριθμ. ... ιατροδικαστικής εκθέσεως της ιατροδιαστού Αθηνών .... , περί ανυπαρξίας ρήξεως της μήτρας της παθούσας, ενώ με πειστική αιτιολογία εξήγησε την ύπαρξη ρήξεως στο αριστερό πλάγιο τμήμα της παραπάνω μήτρας από τον τράχηλο αυτής μέχρι τον αριστερό κολπικό θόλο της, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε ενδοκοιλιακή και οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία μεγάλου βαθμού, χωρίς να ήταν αναγκαίο να εξηγήσει περαιτέρω γιατί έδωσε διαφορετική βαρύτητα στα διάφορα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του δικαστηρίου μάρτυρος Χ2 καθώς και η αναγνωσθείσα επ' ακροατηρίου ένορκη κατάθεση στον πταισματοδίκη Ελευσίνας του Χ1. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με τη συμπεριφορά του, όσον αφορά την πρόκληση του τοκετού, τη μεθοδολογία προκλήσεως και την εν γένει παρακολούθηση του τοκετού, είναι αντιφατικές, διότι, ενώ στις σελίδες 262 1 και 262 1α του σκεπτικού της δέχεται ότι δεν υπήρξε πλημμέλεια στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, στη σελίδα 264 του διατακτικού της αποδίδεται σ' αυτόν πλημμέλεια, συνιστάμενη στην πρόκληση του τοκετού και την εν γένει παρακολούθηση της επιτόκου έως την ώρα γεννήσεως του βρέφους της, με συνέπεια εξαιτίας της αντιφάσεως αυτής να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σημείο της τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τυγχάνει αβάσιμη. Και τούτο διότι η αναφερόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ανυπαρξία πλημμέλειας στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου πριν από τον τοκετό αφορούσε αποκλειστικά στη φαρμακευτική αγωγή, που αυτός ακολούθησε για την πρόκληση του τοκετού και όχι στην εν γένει παρακολούθηση της επιτόκου μέχρι την γέννηση του τέκνου της. Εξάλλου αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας, ότι η παθούσα υπέστη ρήξη της μήτρας της στο αριστερό πλάγιο τμήμα από τον τράχηλο αυτής μέχρι τον αριστερό κολπικό θόλο της και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί τι προκάλεσε την εν λόγω ρήξη, αφού ευθέως το δικάσαν δικαστήριο συνήγαγε ιατρικό σφάλμα του αναιρεσείοντος, από το τι όφειλε και μπορούσε αυτός να πράξει για την έγκαιρη διαπίστωση και τον ακριβή εντοπισμό της ενδοκοιλιακής και οπισθοπεριτοναϊκής αιμορραγίας μεγάλου βαθμού, καθώς και για την αποτελεσματική επίσχεση αυτής με την ενδεδειγμένη χειρουργική επέμβαση. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ακροατήριο του Εφετείου δεν αναγνώσθηκε στο σύνολό της η ενώπιον της όγδοης τακτικής ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών από 19-11-2001 απολογία του αναιρεσείοντος, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. οι ακόλουθες περικοπές αυτές ".......μετά το πέρας του τοκετού δηλαδή περί ώρα 15.30΄ η ασθενής άρχισε να παρουσιάζει μία παθογενή κατάσταση και ύστερα από λίγο έπεσε σε κώμα...." και ".....παρευρέθηκα ως θεατής, είχε ήδη διαπιστώσει νωρίτερα με παρακέντηση την ύπαρξη αίματος μέσα στην κοιλιά και η επέμβαση έπρεπε να γίνει για να ελεγχθεί το σημείο του αιμορραγούντος αγγείου....", τις οποίες το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προαναφερόμενη απολογία, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος .... (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2780, 2906, 3177, 3325, 3497, 3768α, 4086, 4103 και 4594/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ...., που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ