Αριθμός 650/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λέκκα, περί αναιρέσεως της 352/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1584/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 352/2006 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη θέση "...." περιφέρειας δημοσίου δάσους Δημ. Διαμ/τος ..... κατά το έτος 2003 και σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, τυγχάνων Δήμαρχος του Δήμου .... προέβη στη παράνομη υλοτομία δασικής έκτασης. Συγκεκριμένα, προέβη στη διάνοιξη δρόμου μήκους 500 μ. και πλάτους 4 μ. χωρίς την απαιτούμενη δασονομική άδεια, προκαλώντας φθορά στη δασική βλάστηση αποτελούμενη από αείφυλλα, πλατύφυλλα (σχίνα, πρίνα, αγριελιές). Ο χαρακτήρας της έκτασης ως δασικής προκύπτει από το αναγνωσθέν πρωτόκολλο, εξάλλου δεν την αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος. Η ζημία της προκληθείσας φθοράς ανήλθε στο ποσό των 200 (διακοσίων) ευρώ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στην απολογία του, ομολόγησε, ότι προέβη στην πράξη που του αποδίδεται, χωρίς άδεια ή έγκριση από το δασαρχείο, ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι δικαιολογημένα ενέργησε παρά το νόμο, επειδή κάποιοι ιδιοκτήτες κτημάτων ζήτησαν τη διάνοιξη του δρόμου για να εξυπηρετούνται. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλακτική κρίση υπέρ του κατηγορουμένου καθώς δεν στοιχειοθετείται γενικό ή ειδικό λόγο άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού της πράξης του, καθώς από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 48, 56 και 57 του ν. 998/1979, η διάνοιξη οδών διαμέσου δασών απαιτεί, πάντα την προηγούμενη άδεια από τη δασική αρχή και για την εξυπηρέτηση μεταλλευτικών και λατομευτικών βιομηχανιών, γεγονός που δεν είναι η κρινόμενη περίπτωση. Αναφορικά, εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, περί υπαρκτής, κατά την γενόμενη φθορά, ανάγκης αντιπυρικής προστασίας, σημειωτέον ότι κατά τη διάνοιξη του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 ν. 998/1979, η διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών γίνεται από μονάδες κατάσβεσης δασοπυρκαϊών, οι οποίες δεν είχαν επιληφθεί, εν προκειμένω, συνεπώς, δεν προκύπτει η ανάγκη αυτή. Εξάλλου, ούτε και η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 998/1979, μπορεί να θεωρηθεί, ότι τυγχάνει, εν προκειμένω εφαρμοστέα, καθώς δεν υπήρχε εκδηλωμένη πυρκαϊά, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη, η άνευ προηγούμενης άδειας, επέμβαση της δημοτικής αρχής. Επομένως, δεν προέκυψε, ότι υπήρξε, κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος επενέβη, κάποιος παρών και αναπό-τρεπτος με άλλα μέσα κίνδυνος, ο οποίος απειλούσε το πρόσωπο ή την περιουσία του κατηγορουμένου ή κάποιου άλλου, έτσι ώστε να κριθεί, ότι το γεγονός αυτό αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του ή του καταλογισμού της σ'αυτόν. Κατά την κρίση, όμως του Δικαστηρίου, με τον παραπάνω ισχυρισμό του, ο κατηγορούμενος προκύπτει, ότι δεν ενήργησε από ταπεινά αίτια, ήτοι κυρίως από διαστροφή χαρακτήρα ή κακοβουλία, αλλά από κοινωνικούς λόγους και για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να κριθεί ένοχος, αλλά να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτιών (άρθρο 84 παρ. 2 περ. β΄ Π.Κ.). Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος με ελαφρυντικά (84 παρ. 2 περ. β ΠΚ) για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 268 παρ. 2 και 1 του ΝΔ 86/1969 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ. Για την πράξη του δε αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης σαράντα ημερών , η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Μονομελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 268 παρ. 2, 1 του ΝΔ 86/1989 και 381 παρ. 1 ΠΚ του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, μεταξύ των οποίων και στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, δηλαδή του μάρτυρα υπερασπίσεως ...., καθώς και του μάρτυρα δασοφύλακα ..., χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως των ονομάτων των εν λόγω μαρτύρων ούτε το περιεχόμενο των καταθέσεών τους. Επίσης η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Το Δικαστήριο, άλλωστε, έλαβε υπόψη του τον υπερασπιστικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ενήργησε ως δήμαρχος χάριν των δημοτών του (και με βάση αυτόν δέχθηκε, αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ) και αιτιολογημένα απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι αυτός ενήργησε διότι υπήρχε ανάγκη πυροπροστασίας, ενώ, εξάλλου, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων αμφισβήτησε το χαρακτήρα της ένδικης δασικής εκτάσεως ως δημόσιας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως , για έλλειψη της πιο πάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και την απόρριψη του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί , ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1/21-9-2006 αίτηση του ...., κατά της 352/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ