Αριθμός 1609/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου, περί αναιρέσεως της 2098/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 13 §§ 1 και 4 του ν. 1.729/87, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε πρώτα στο σύνολο του με το άρθρο 15 του ν. 2.161/1993 και ύστερα η § 4 αυτού με το άρθρο 4 § 2 β του ν. 2.408/1996, όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις (τοξικομανείς), αν είναι υπαίτιοι, πλην άλλων, των πράξεων του άρθρου 5 § 1 περ. β και ζ, δηλαδή αγοράς, κατοχής, πωλήσεως και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται η ινδική κάνναβη, η ηρωίνη (άρθρο 4 Πιν. Α περ. 5 και 6 του ν. 1.729/1987), και τα φαρμακευτικά σκευάσματα stedon, wyeth normison, lonarid - N, lonalgal, lexotanil, hypnostedon, romidon και vulbegal, που περιέχουν τις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες διαζεπάμη, τεμαζεπάμη, κωδεΐνη, βρωμαζεπάμη, φθορονιτραζεπάμη, δεξτροπροποφιξαίνιο και φλουνιτραζεπάμη, αντιστοίχως, (αρθρ. 4 Πιν. Δ περ. 16, Πιν. Δ. περ. 45, Πιν. Γ. από μεταφορά από Β. περ. 4, Γ. από μεταφορά από Β. περ. 4, Δ περ. 12, Δ περ. 52, Γ περ. 23, Δ περ. 53), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή 200.000 δραχμές έως 5.000.000 δραχμές, ενώ, αν είναι υπαίτιος α) της πράξεως του άρθρου 12 § 1 του ν. 1.729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά στο σύνολο του με το άρθρο 14 του ν. 2.161/1993 και στη συνέχεια ο τίτλος του και η § 1 με το άρθρο 5 §§ 2 και 3 του ν. 3.189/2003, διατάξεις που εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του ΠΚ, ως περιέχουσες ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο ρυθμίσεις, δηλαδή αν για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, παραμένει ατιμώρητος, και β) της πράξεως του άρθρου 12 § 4 εδ. α και β του άνω νόμου, διάταξη η οποία, ελλείψει ειδικής ρύθμισης στο προαναφερόμενο άρθρο 13 §§ 1 και 4 του ν. 1.729/1987, όπως αυτό ήδη ισχύει, εφαρμόζεται και επί των τοξικομανών, ο υπαίτιος των πράξεων της § 1 του άρθρου 12 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, διαθέτει σε άλλο μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστική χρήση, η δε ποινή αυτή μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική και να ανασταλεί σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η από το δράστη προμήθεια και κατοχή ναρκωτικής ουσίας σε ποσότητα, που εξυπηρετεί αποδεδειγμένα αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες και η από τη μικροποσότητα αυτή διάθεση σε άλλο χρήστη ναρκωτικών ουσιών μικρής ποσότητας για δική του αποκλειστική χρήση, δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής, πωλήσεως και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το άρθρο 5 § 1 περ. β και ζ του ν. 1.729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε ενόλω με το άρθρο 10 του ν. 2.161/1993. Έτσι, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον τοξικομανή κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ, για αγορά, κατοχή, πώληση και διάθεση ναρκωτικών ουσιών, ότι αληθώς πρόκειται για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών μόνο σε ποσότητα που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες και για διάθεση από τη μικροποσότητα αυτή μικρής ποσότητας σε άλλο χρήστη για δική του αποκλειστική χρήση, αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Συνεπώς, επί των ισχυρισμών αυτών, αλλά και επί όλων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 του ΠΚ και του προσωπικού λόγου μειώσεως της ποινής από το άρθρο 133 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαφορετικά καθιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2.098/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, όντας τοξικομανής, κηρύχθηκε ένοχος για αγορά, κατοχή, πώληση κατ' εξακολούθηση και διάθεση κατ' εξακολούθηση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών, που αφορούσαν την ίδια ποσότητα, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 4 σε συνδ. με το άρθρο 5 § 1 περ. β και ζ του ν. 1.729/1987 και επιβλήθηκε σε αυτόν για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και συνολικά, μετά τη συγχώνευση σε αυτή και της ποινής φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, συνολική ποινή τριών (3) ετών και πέντε (5) μηνών. Όμως, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην πληττόμενη απόφαση πρακτικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο αναιρεσείων τοξικομανής κατηγορούμενος, καθώς και ο συνήγορός του, προέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικά στο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς, ότι οι αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες για αγορά, κατοχή, πώληση κατ' εξακολούθηση και διάθεση κατ' εξακολούθηση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και φαρμακευτικών σκευασμάτων, που περιείχαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, όπως αυτές αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση, συνιστούσαν αληθώς, η μεν αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε ποσότητες, που αποδεδειγμένα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, η δε πώληση και διάθεση κατ' εξακολούθηση, διάθεση μικρής ποσότητας σε άλλους χρήστες για δική τους αποκλειστική χρήση από τη μικροποσότητα που είχε προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, προβάλλοντας έτσι τους από το άρθρο 13 § 1 και 4 σε συνδ. με το άρθρο 12 § 1 και το άρθρο 12 § 4 του ν. 1.729/1987, όπως αυτά ήδη ισχύουν, αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ πλέον της γενόμενης δεκτής ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 εδ. ε του ΠΚ, ζήτησε, αφενός μεν να του αναγνωριστεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α ΠΚ, αφετέρου δε να του επιβληθεί μειωμένη ποινή, κατά το άρθρο 133 του ΠΚ, διότι κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών είχε συμπληρωμένο το 18° όχι όμως και το 21° έτος της ηλικίας του. Το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, απέρριψε: Α) τους δύο πρώτους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου από το ν. 1.729/1987, τον μεν πρώτο με την αιτιολογία, ότι αγόρασε και κατείχε ποσότητες ναρκωτικών, "που δεν προόριζε για δική του χρήση, αλλά για διάθεση σε τρίτους", αιτιολογία όμως η οποία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ενόψει της ποσότητας και της καθαρότητας των επί μέρους ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε και κατείχε, αλλά και των διαγνωστικών στοιχείων του άρθρου 13 ν. 1.729/1987, όπως αυτό ισχύει, που συνέτρεχαν στο πρόσωπο του τοξικομανούς κατηγορούμενου, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη σχετική απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, τον δε δεύτερο χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του καμία αιτιολογία, και Β) τους δε λοιπούς, από τα άρθρα 84 § 2 α και 133 του ΠΚ, ισχυρισμούς, ως κατ'ουσίαν αβάσιμους, με την αιτιολογία ότι "από το δελτίο του ποινικού του μητρώου προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος είχε δύο καταδίκες σε ποινές φυλάκισης τριάντα (30) και εξήντα (60) ημερών" και ότι "αυτός γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1980 και άρα κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων (Μάιος 2001) είχε συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας του", αιτιολογία η οποία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη. Άρα, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών είναι εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμος, και δη ως προς τους από το άρθρο 13 § -1 και 4 σε συνδ. με το άρθρο 12 § 1 και το άρθρο 12 § 4 του ν. 1.729/1987, όπως αυτά ήδη ισχύουν, ισχυρισμούς. Κατά συνέπεια, η πληττόμενη απόφαση, η οποία, να σημειωθεί, δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ως προς την περί ενοχής κρίση της για την πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, και συγκεκριμένα ως προς τις περί ενοχής και ποινής διατάξεις της για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής, πώλησης κατ' εξακολούθηση και διάθεσης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, αλλά και ως προς τη διάταξή της περί συνολικής ποινής, λόγω συγχωνεύσεως στην παραπάνω ποινή της επιβληθείσας για την παράνομη κατοχή πυρομαχικών ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ. 2.098/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τις διατάξεις της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για αγορά, κατοχή, πώληση κατ' εξακολούθηση και διάθεση κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και περί επιβολής ποινών (επί μέρους, για καθεμία από αυτέ και συνολικής). Και, Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, συζήτηση, αλλά και για την επιβολή των προσηκουσών επί μέρους ποινών, σε περίπτωση νέας καταδίκης του αναιρεσείοντος για τις προεκτεθείσες, για τις οποίες αναιρέθηκε η πληττόμενη απόφαση, αξιόποινες πράξεις, και καθορισμό συνολικής ποινής, στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την 1η Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ