Αριθμός 64/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 62/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, και πολιτικώς ενάγουσα τη Ιερά Μονή ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 21/21-6-2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1127/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 380/20-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 21/06 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 62/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά των Χ1 κλπ για διακεκριμένη υπεξαίρεση, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 46 παρ.1β, 47,98,375 παρ.1,2α ΠΚ], και, επειδή εξεταζόμενη από τυπικής και ουσιαστικής απόψεως, κρίνεται ως ορθή για τους λόγους που σαφώς και εμπεριστατωμένα εκτίθενται στο περιεχόμενο του κειμένου τους, στο οποίο εξ ολοκλήρου αναφέρομαι, προτείνω να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 21/06 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.Β-Να αναιρεθεί το 62/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το χρησιμοποιεί χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιάς από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου (δράστη), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, που νοείται εκείνος που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία μπορεί να έχει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση, που τελέσθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, λαμβανομένου υπόψη ότι η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 του Π.Κ. είναι δυσμενέστερη. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ΄ αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και αποκλείουν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη το συμβούλιο και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάσει τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, που το εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα κατ΄ είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την κατηγορία α)για υπεξαίρεση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση, που αποδίδεται σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, β)για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση που αποδίδεται σε βάρος του Χ2, γ)για άμεση συνέργεια στην υπό το άνω στοιχείο β΄ υπεξαίρεση, που αποδίδεται σε βάρος του Χ1 και δ)για απλή συνέργεια στις υπό τα παραπάνω στοιχεία α΄ και β΄ υπεξαιρέσεις, που αποδίδεται σε βάρος του Χ3. "Η ανδρώα στην ... ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ιδρύθηκε το έτος 1088 από τον κτήτορα αυτής μοναχό όσιο Χριστόδουλο του Λατρηνό, προς τον οποίο ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός δώρησε, με τον από Αυγούστου 1088 Χρυσόβουλο λόγο του, ολόκληρη τη νήσο .... Η ως άνω Ιερά Μονή δυνάμει του υπ΄ αριθ. πρωτ. 145/27-10-1970 καταστατικού οργανισμού της, αποτελούμενου από 81 άρθρα, αποτελεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του Καταστατικού οργανισμού της: "....Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου, αυτοτελές αυτοδιοίκητον, αυτοδέσποτον και αυτεξούσιον "αδιάσειστον και απερίτρεπτον την επ΄ αυτής (της νήσου) δεσποτείαν έχειν οφείλουσα εις τον αιώνα τον άπαντα" και "ήτις μετά της όλης νήσου διαμένει εσαεί καθ΄ εαυτήν αγομένη και διευθυνομένη", ούσα εν ταυτώ έδρα της Πατριαρχικής Εξαρχίας .... Διεπομένη δε βάσει των περί Μοναχικών καθεστώτων οριζομένων υπό τω ν θείων και Ιερών κανόνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, υπάγεται υπό την πνευματικήν εποπτείαν του σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και λειτουργεί ως ιδιόρρυθμος". Το κυρίαρχο σώμα της Ιεράς αυτής Μονής είναι η αδελφότητά της, αποτελούμενη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ως άνω καταστατικού οργανισμού της, από τους μοναχούς τους έχοντες συμπεπληρωμένη δεκαετή ευδόμικη υπηρεσία στην ίδια αυτή Μονή από της κουράς αυτών, η οποία αδελφότητα συνέρχεται σε γενική συνεδρία με την πρόσκληση του Ηγουμένου, προεδρευομένη υπ΄ αυτού (Ηγουμένου) και η οποία αποφασίζει κατά πλειοψηφία μετά από εισήγηση του Ηγουμένου, μεταξύ άλλων επί πάντων των διαχειριστικών ζητημάτων της Μονής, ήτοι αποδοχής δωρεών, μισθώσεων, αγορών, εκποιήσεων ή ανταλλαγής αγκροκτημάτων, ή αστικών ακινήτων, απότισης ή αποδοχής χρεών, συνομολόγησης δανείων, ανέγερσης νέων οικοδομών ή επισκευής ή συντήρησης κτιρίων, επί δικαστικών υποθέσεων και παντός γενικότερης φύσης ζητήματος. Η διοίκηση της Ιεράς Μονής ασκείται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ίδιου ανωτέρω καταστατικού οργανισμού της, υπό του ηγουμενοσυμβουλίου, εκλεγομένου μετά τη λήξη της θητείας του απερχομένου, ανά τετραετία τη 16η Αυγούστου, παρά πάντων των αδελφών, των εχόντων συμπεπληρωμένη δεκαετή ευδόκιμη μοναχική ζωή στη Μονή, από κουράς αυτών. Εκλέγεται πρώτα ο Ηγούμενος και υπό την προεδρεία του νεοεκλεγέντος Ηγουμένου, εκλέγονται στη συνέχεια κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου παραπάνω καταστατικού οργανισμού τα πέντε μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου και δη Εκκλησιάρχου, Σκευοφύλακα, Κελλαρίτη και δύο Συμβούλων. Ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, διετέλεσε στην Ιερά Μονή, Ηγούμενος από 1975 έως 1981, Ηγουμενοσύμβουλος από 1-1-1985 έως 9-4-1986, Ηγούμενος και Πατριαρχικός Έξαρχος ... από 10-4-1986 έως 14-8-1997 και από την 7-1-1990 Επίσκοπος ...Ηγούμενος από 16-8-1997 έως 23-1-2000 διετέλεσε ο Αρχιμανδρίτης ... και από 24-1-2000 ο Αρχιμανδρίτης ... Ο δεύτερος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2 ιεροχόναχος, διετέλεσε στην Ιερά Μονή με απόφαση της Αδελφότητος ως αρμόδιος για την οριοθέτηση ακινήτων της Μονής καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1990 έως και το έτος 1998 και ο τρίτος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ3 διετέλεσε στην Ιερά Μονή τα καθήκοντα του Εκκλησιάρχου από 16-8-1989 έως 31-5-2000, του ταμία από 1-12-1993 μέχρι 31-1-2000 και του Ηγουμενοσυμβούλου από 16-8-1989 μέχρι τον Απρίλιο του 1999, όπως αυτά προκύπτουν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία σχετικά από 27-3-2000 και υπ΄ αριθ. πρωτ. 60/31-3-2000 έγγραφα της Ιεράς Μονής. Καθήκοντα ταμία από το Μάιο 1987 μέχρι 30-11-1993 ασκούσε ο προηγούμενος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής ... Από την 1-12-1993 ο 3ος κατηγορούμενος ανέλαβε τυπικά καθήκοντα ταμία της Ιεράς Μονής, όμως ποτέ δεν άσκησε ο ίδιος ουσιαστικά καθήκοντα ταμία γιατί στερείται παντελώς ταμειακών γνώσεων και τα ουσιαστικά καθήκοντα ταμία από 1-12-1993 μέχρι 21-1-2000 τα εκτελούσε ο εργαζόμενος στην Ιερά Μονή από το 1980 λαϊκός ..., ο οποίος είχε προσληφθεί στην Ιερά Μονή μετά τη συνταξιοδότησή του από το Δήμο Πάτμου. Αρμόδιο όργανο της Ιεράς Μονής για την εκποίηση ακινήτων αυτής, είναι μόνο η αδελφότητά της. Η πώληση ακινήτων γινόταν ανέκαθεν αλλά και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1990 έως και το έτος 1998 με τον ίδιο πάντοτε τρόπο, και δη με την υποβολή αίτησης του αγοραστή προς τον Ηγούμενο, ο οποίος εισηγείτο στην Αδελφότητα της Ιεράς Μονής την αίτηση προς έγκριση. Η αδελφότητα εξέδιδε σχετική απόφαση που ενέκρινε τη συγκεκριμένη πώληση. Στην συνέχεια γινόταν η οριοθέτηση του μεταβιβαζομένου ακινήτου με την παρουσία μηχανικού του υποψηφίου αγοραστή και του Χ2 δεύτερου κατηγορουμένου, που όπως προαναφέρθηκε είχε ορισθεί από την Αδελφότητα της Ιεράς Μονής ως υπεύθυνος για την οριοθέτηση των μεταβιβαζομένων ακινήτων. Ακολούθως συντάσσετο τοπογραφικό διάγραμμα και ερυθμίζετο ο τρόπος πληρωμής του ορισθέντος από την αδελφότητα της Ιεράς Μονής τιμήματος, το οποίο συνήθως καταβάλετο, τμηματικά σε δόσεις. Μετά την ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος στο ταμείο της Ιεράς Μονής, το Ηγουμενοσυμβούλιο αφού ήλεγχε από τα εξοφλητικά έγγραφα που του παρέδιδε ο ταμίας ότι έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το ορισθέν από την Αδελφότητα της Ιεράς Μονής τίμημα, με σχετική πράξη του εξουσιοδοτούσε τον εκάστοτε Ηγούμενο για την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου. Η Ιερά Μονή κρατούσε από την ίδρυση της λογιστικά βιβλία απλά Β΄ κατηγορίας ήτοι εσόδων-εξόδων. Το Ηγουμενοσυμβούλιο στο τέλος εκάστου οικονομικού έτους, συντάσσει τον απολογισμό και τον προϋπολογισμό εσόδων-εξόδων, τα οποία εγκρίνει η Αδελφότητα. Στη συνέχεια ο απολογισμός εκάστου οικονομικού έτους, υποβάλλεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, προς έλεγχο και έγκριση αυτού το οποίο Οικουμενικό Πατριαρχείο από την ίδρυση της Ιεράς Μονής, πάντοτε έχει εγκρίνει τον υποβαλλόμενο από την τελευταία απολογισμό εκάστου οικονομικού έτους. Κατά την πώληση ακινήτων, υπήρξαν περιπτώσεις που το όνομα του υποψηφίου αγοραστή που αναφερόταν στην απόφαση της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής, να αλλάξει με άλλο όνομα του πραγματικού αγοραστή, μετά από παραίτηση από την αγορά του πρώτου υποψηφίου αγοραστή, οπότε άλλο όνομα υποψηφίου αγοραστή αναφερόταν στην απόφαση της αδελφότητας και άλλο στην πράξη του Ηγουμενοσυμβουλίου που εκδίδετο πάντοτε μετά την ολοσχερή εξόφληση του ορισθέντος από την Αδελφότητα τιμήματος. Αυτό συνέβαινε για δύο λόγους: 1)είτε ο υποψήφιος αγοραστής αδυνατούσε να εξοφλήσει το τίμημα και αναγκάζετο να εξεύρει ο ίδιος (υποψήφιος αγοραστής) άλλον αγοραστή, προκειμένου να εξοφληθεί η Ιερά Μονή, και να εισπράξει και αυτός (υποψήφιος αγοραστής) από το δεύτερο αγοραστή τα χρήματα που είχε καταβάλει στην Ιερά Μονή για τη συγκεκριμένη αγορά και 2)είτε ο υποψήφιος αγοραστής να είχε εξοφλήσει το τίμημα προς την Ιερά Μονή για αγορά οικοπέδου και να αλλάξει γνώμη πριν τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, όπως πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι μετά από μετάθεσή τους από την Πάτμο, εμφάνιζαν για την υπογραφή του συμβολαίου στην ιερά Μονή νέο αγοραστή. Ο σκοπός της Ιεράς Μονής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παραπάνω καταστατικού οργανισμού της, είναι μεταξύ άλλων και η άσκηση της φιλανθρωπίας στην κοινωνία της νήσου Πάτμου και προς τούτο από πολλών ετών η Ιερά Μονή συνήθιζε να παραχωρεί οικόπεδα δωρεάν ή με πώληση με εικονικό τίμημα σε αναξιοπαθούντες, χήρες και ορφανά της νήσου Πάτμου. Επίσης σε πάρα πολλές περιπτώσεις, είχαν πωληθεί οικόπεδα από την Ιερά Μονή πριν τρεις και τέσσερις δεκαετίες και οι αγοραστές αυτών είχαν μεν εξοφλήσει πλήρως το συμφωνηθέν τότε τίμημα, αλλά λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζαν δεν είχαν χρήματα να συνταχθεί το σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο. Μέσα σε πολλά απ΄ αυτά τα αγορασθέντα χωρίς συμβόλαιο οικόπεδα, οι αγοραστές ανήγειραν οικοδομές μέσα στις οποίες επί εικοσαετία και πλέον κατοικούν οι ίδιοι μετά των οικογενειών τους, και όταν ο αρχικός αγοραστής θέλησε να μεταβιβάσει στα παιδιά του ή στα εγγόνια του το εν λόγω ακίνητο, ενόψει του ότι δεν είχε συνταχθεί αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στο όνομά του, συνεβλήθη με τον κατιόντα του αρχικού αγοραστή ως πωλήτρια στο συμβόλαιο η Ιερά Μονή, χωρίς όμως η τελευταία να εισπράξει τίμημα κατά τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου αυτού συμβολαίου, αφού το συμφωνηθέν τίμημα το είχε εισπράξει η Ιερά Μονή από τον αρχικό αγοραστή. Η αναφερόμενη στην προμνημονευόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ζημία της Ιεράς Μονής ανερχόμενη στο ποσό του 1.249.141.113 δραχμών, είναι εικονική και όχι πραγματική, καθ΄ όσον για τον προσδιορισμό του ύψους αυτής της ζημίας υπελόγισαν οι πραγματογνώμονες ως ζημία της Ιεράς Μονής τη διαφορά σε κάθε περίπτωση που η προσδιορισθείσα από τη Δ.Ο.Υ. Πάτμου του εκάστοτε μεταβιβαζομένου ακινήτου ήταν διπλάσια και άνω από αυτήν που ανεγράφετο στα οικεία συμβόλαια των ετών από 1991 έως και το 1999. Όμως το ποσό αυτό της διαφοράς της προσδιορισθείσας από τη Δ.Ο.Υ Πάτμου αξίας του εκάστοτε μεταβιβαζομένου ακινήτου, από αυτήν που αναγράφετο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ποτέ δεν καταβλήθηκε από τους αγοραστές στην Ιερά Μονή. Επίσης και η άλλη αναφερόμενη στην ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ζημία της Ιεράς Μονής ανερχόμενη στο ποσό των 266.555.184 δραχμών είναι εικονική και όχι πραγματική, διότι για τον προσδιορισμό του ύψους αυτής της ζημίας, έλαβαν υπόψη τους οι πραγματογνώμονες το αναγραφόμενο τίμημα στα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων, τα οποία συμβόλαια συντάχθηκαν τρεις και τέσσερις δεκαετίες ύστερα από την έγκριση αγοράς και την εξόφληση του τιμήματος τότε (κατά την έγκριση αγοράς), επίσης έλαβαν υπόψη τους συμβόλαια δωρεών και πωλήσεων με εικονικό τίμημα σε αναξιοπαθούντες που ποτέ δεν καταβλήθηκε από τους προς ον η μεταβίβαση στην Ιερά Μονή το αναγραφόμενο στα συμβόλαια αυτά τίμημα, Ως εκ τούτου η αναφερόμενη στην πραγματογνωμοσύνη αυτή ως συνολική ζημία της Ιεράς Μονής ύψους 1.515.691.297 δραχμών ήτοι (12.489.141.113 δρχ. συν 266.550.184 δρχ. ίσον 1.515.691.297 δρχ.) δεν είναι πραγματική. Τα όποια ποσά τιμήματος των μεταβιβαζομένων ακινήτων προκαταβλήθηκαν από τους αγοραστές στο 2ο κατηγορούμενο ως υπεύθυνο επί των πωλήσεων πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, όλα αυτά τα ποσά αυτός τα απέδωσε στον ταμία της Μονής, και τούτο προκύπτει αναμφίβολα από το γεγονός ότι έχουν συνταχθεί όλα γενικά τα εν λόγω πωλητήρια συμβόλαια, απαραίτητη όμως προϋπόθεση της σύνταξης των συμβολαίων ήταν να προκύπτει από το ταμείο της Ιεράς Μονής η ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος. Αν από το ταμείο της Μονής δεν προέκυπτε η ολοσχερής εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποτέ δεν εξεδίδετο η πράξη του Ηγουμενοσυμβουλίου για τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου. Σε κάθε πράξη που εξέδιδε το Ηγουμενοσυμβούλιο για τη σύνταξη του εκάστοτε πωλητηρίου συμβολαίου, ρητώς αναφέρεται σ΄ αυτές το συμφωνηθέν τίμημα, το οποίο είχε ήδη καταβληθεί υπό του υποψηφίου αγοραστή στο ταμείο της Μονής, κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης που εξουσιοδοτούσε τον Ηγούμενο για τη σύνταξη του συμβολαίου. Το ταμείο δε της Ιεράς Μονής όπως προαναφέρθηκε το κρατούσε από το Μάϊο1987 μέχρι 30-11-1993 ο προηγούμενος Ηγούμενος της Μονής ... και από 1-12-1993 μέχρι 31-1-2000 ο λαϊκός ... Το ότι δεν υπήρξε ποτέ έλλειμμα στο ταμείο της Ιεράς Μονής, προκύπτει και από το γεγονός ότι το οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης καθ΄ όλο το επίδικο χρονικό ενέκρινε τον απολογισμό εκάστου Οικουμενικού έτους της Μονής, χωρίς ποτέ να διαπιστώσει έλλειμμα στο ταμείο της. Για τις ίδιες αυτές 47 μερικότερες πλημμεληματικές πράξεις της υπεξαίρεσης από κοινού των 1ου και 2ου των κατηγορουμένων, πρέπει να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής και η κατά του 3ου εκκαλούντος-κατηγορουμένου ποινική δίωξη για απλή συνέργειά του σ΄ αυτούς. Για όλες τις υπόλοιπες 89 μερικότερες κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης, τις αναφερόμενες στην ανωτέρω εισαγγελική πρόταση, που κατηγορούνται από κοινού κατ΄ εξακολούθηση οι 1ος και 2ος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων και κατά μόνας κατ΄ εξακολούθηση για τις 9 από τις πρώτες 11 μερικότερες και κατηγορείται ο 2ος κατηγορούμενος, το Συμβούλιο αυτό, πρέπει να αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατ΄ αυτών, καθ΄ όσον κατά τα προεκτεθέντα δεν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις που μπορούν να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον των άνω κατηγορουμένων, για τις πιο πάνω αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης. Επίσης για τις υπόλοιπες οκτώ (8) μερικότερες κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης που κατηγορείται ο 2ος εκκαλών κατηγορούμενος ότι με προφορική σύμβαση πώλησης, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και των αναφερομένων στην ανωτέρω εισαγγελική πρόταση αγοραστών, η αγορά αγροτεμαχίων της Ιεράς Μονής και αυτός εισέπραξε τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση χρηματικά ποσά, χωρίς όμως να συνταχθεί πωλητήριο συμβόλαιο, η Ιερά Μονή η οποία δεν ενέκρινε τις εν λόγω άτυπες συμβάσεις πώλησης των συγκεκριμένων ακινήτων της άρθρ. 229 ΑΚ, δεν απέκτησε κυριότητα επί των προκαταβαλομένων στον 2ο κατηγορούμενο χρημάτων, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση για τις 8 μερικότερες αυτές κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης εις βάρος της Ιεράς Μονής, για τις οποίες πρέπει να μη γίνει κατηγορία κατ΄ αυτού. Μετά απ΄ αυτά, ενόψει του ότι οι 1ος και 2ος εκκαλούντες-κατηγορούμενοι δεν τέλεσαν τις ανωτέρω 89 μερικότερες κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης από κοινού κατ΄ εξακολούθηση οι 1ος και 2ος και κατά μόνας τις 9 και 8 μερικότερες ο 2ος κατ΄ εξακολούθηση, δεν μπορεί να υπάρξει ευθύνη των συμμετόχων (βλ. ΑΠ 1396/1993 Π.Χρ. ΜΓ. 1156), γι΄ αυτό πρέπει να μη γίνει κατηγορία για άμεση συνέργεια κατά του 1ου, στην κατά μόνας κατ΄ εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση του 2ου και κατά του 3ου για απλή συνέργεια στην από κοινού κατ΄ εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση των 1ου και 2ου και κατά μόνας κατ΄ εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση του 2ου. Μετά τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου έκανε κατ΄ ουσία δεκτές τις από 8-2-2003, 3-2-2003 και 3-2-2003 εφέσεις των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3 αντιστοίχως και αποφάνθηκε εκτός άλλων, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία α)κατά των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για την αποδιδόμενη σ΄ αυτούς πράξη της υπεξαιρέσεως από κοινού σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση, β)κατά του κατηγορουμένου Χ2, για την αποδιδόμενη σ΄ αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση, γ)κατά του κατηγορουμένου Χ1, για την αποδιδόμενη σ΄ αυτόν πράξη της άμεσης συνέργειας στην τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο Χ2 υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση και δ)κατά του κατηγορουμένου Χ3, για την αποδιδόμενη σ΄ αυτόν πράξη της απλής συνέργειας στην τελεσθείσα από τους συγκατηγορουμένους του Χ1 και Χ2 υπεξαίρεση από κοινού κατ΄ εξακολούθηση, αλλά και στην τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος κατ΄ εξακολούθηση. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, όσον αφορά τα παραπάνω εγκλήματα, δεν περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στην νομική σκέψη της παρούσας, διότι κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ασάφειες, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 45, 46 παρ. 1 στοιχ. β΄, 47 παρ. 1 και 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται σε ποιες από τις 89 και 17 μεταβιβάσεις ακινήτων της Ιεράς Μονής, που διενήργησαν από κοινού οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 και κατά μόνας ο κατηγορούμενος Χ2 αντιστοίχως α)δεν εισπράχθηκε κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου τίμημα και ποιος λόγος υπαγόρευσε να μη συνταχθεί πραγματικό δωρητήριο αλλά εικονικό πωλητήριο συμβόλαιο, β)κατατέθηκε στο ταμείο της Ιεράς Μονής το ορισθέν από την αδελφότητα αυτής τίμημα, και εκδόθηκε σχετικό εξοφλητικό έγγραφο και γ)χορηγήθηκε από την αδελφότητα της Ιεράς Μονής στο Ηγουμενοσυμβούλιο έγγραφη εξουσιοδότηση για την υπογραφή του οικείου πωλητηρίου συμβολαίου. Περαιτέρω δεν αναφέρεται πουθενά το ύψος του εισπραχθέντος τιμήματος, που διαλαμβάνεται στους συνταχθέντες από το Ηγουμενοσυμβούλιο και εγκριθέντες τόσο από την αδελφότητα της Ιεράς Μονής, όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο απολογισμούς των οικονομικών ετών, που αφορούν το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έγιναν οι παραπάνω μεταβιβάσεις. Τέλος δεν αιτιολογείται πως το τίμημα, που εισπράχθηκε για λογαριασμό της Ιεράς Μονής από τον κατηγορούμενο Χ2, για τις διενεργηθείσες απ΄ αυτόν οκτώ άτυπες μεταβιβάσεις ακινήτων, που δεν εγκρίθηκαν από την Ιερά Μονή, περιήλθαν στην κυριότητα αυτού, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1034 Α.Κ. ώστε κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος να μη στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στον εν λόγω κατηγορούμενο παραπάνω οκτώ μερικότερων πράξεων της κατ΄ εξακολούθηση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος καθώς και των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ3 πράξεων της άμεσης συνέργειας και απλής συνέργειας αντιστοίχως στις προαναφερόμενες οκτώ μερικότερες πράξεις της κατ΄ εξακολούθηση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Έπειτα από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως να αναιρεθεί μερικώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τους αναιρεσίβλητους Χ1, Χ2 και Χ3 και μόνο όσον αφορά την απαλλακτική διάταξη του α)περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση από κοινού, για τους αναιρεσίβλητους Χ1 και Χ2, β)περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση για τον αναιρεσίβλητο Χ2, γ) περί άμεσης συνέργειας στην αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση, για τον αναιρεσίβλητο Χ1 και δ)περί απλής συνέργειας στην αποδιδόμενη στους αναιρεσίβλητους Χ1 και Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση από κοινού και στην αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση, για τον αναιρεσίβλητο Χ3 και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί μερικώς, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό, το υπ΄ αριθμ. 62/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και αποκλειστικώς όσον αφορά την απαλλακτική διάταξή του 1)για τους αναιρεσίβλητους Χ1 και Χ2, περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση από κοινού, 2) για τον αναιρεσίβλητο Χ2, περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση, 3) για τον αναιρεσίβλητο Χ1, περί άμεσης συνέργειας στην αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση και 4) για τον αναιρεσίβλητο Χ3, περί απλής συνέργειας στην αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους Χ1 και Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση από κοινού και στην αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο Χ2 κακουργηματική υπεξαίρεση κατ΄ εξακολούθηση. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ