ΑΡΙΘΜΟΣ 485/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κων/νο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 5089/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με κατηγορούμενο τον ........., που δεν παραστάθηκε και πολιτικώς ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Εταιρία Ανάπτυξης Αλιείας ΕΤΑΝΑΛ ανώνυμος εμπορική και βιομηχανική", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 51/28/12/2005 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 66/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά την παρ.5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, προστεθείσα με το άρθρο 4 παρ.1 εδ.α΄του Ν. 2408/1996 η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τα της διαδικασίας υποβολής της εγκλήσεως ρυθμίζονται στα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. 2.-Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται στο δικαστήριο και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, που ενεργεί συλλογικώς, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το καταστατικό δύναται να ορίσει, ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου μόνο είδους πράξεις. Περαιτέρω το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι το Δ.Σ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη του σκοπού της εταιρίας, στη δε παρ. 3 το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους. Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, και ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης πληρεξουσιότητας ή εντολής, αντίστοιχα. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν τούτο το επιβάλλει διάταξη νόμου, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πλημ/κείο Καβάλας με την προσβαλλόμενη υπ΄αριθμ. 5.089/2005 απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ........, κατηγορουμένου για την κατά συρροή έκδοση ακαλύπτων επιταγών, λόγω του απαραδέκτου της προς τούτο υποβληθείσας εγκλήσεως. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της άνω αποφάσεως, η κατά του άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά την υποβολή εγκλήσεως από τον ......., ο οποίος λειτουργούσε ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΕΝΑΛ Α.Ε., και όχι ως όργανο υποκατάστατο του Δ.Σ, κατά τα προκύπτοντα από το εγχειριζόμενο στην έγκληση υπ' αριθμ........ πρακτικό του Δ.Σ της άνω εταιρίας, χωρίς στο άνω πρακτικό να βεβαιώνεται από δημόσια αρχή ή δικηγόρο το γνήσιο των υπογραφών των εντολέων μελών του Δ.Σ της εταιρίας. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 79 Ν. 5960/1932 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 117, 118 του Π.Κ και με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄και Η΄ λόγοι της από 28-12-2005 αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που υποστηρίζει ότι ο υποβαλών την έγκληση τρίτος, ορισθείς από το Δ.Σ, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως της εταιρείας, χωρίς να είναι αναγκαία και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Δ.Σ στο έγγραφο της εξουσιοδοτήσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2005 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.089/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ