Αριθμός 1141/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1110/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.1.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 80/22.2.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 8 Ιανουαρίου 2007 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ΄αριθμ. 1110/2006 βουλεύματος του Συμβουλίού Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ΄ ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ΄ αριθμ. 2923/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βουλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον δια να δικασθή δια α) πλαστογραφίαν μετά χρήσεως κατ΄ εξακολούθησιν επί σκοπώ περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 25.000.000 δρχμ. και β) απάτην, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 25.000.000 δρχ. ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παράγραφος 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως ενδίκου μέσου πρέπει να εκτίθενται σαφώς και ωρισμένως οι λόγοι αναιρέσεως, αφού οι αόριστοι λόγοι καθιστούν την αίτησιν αναιρέσεως απαράδεκτον (Α.Π. 1386/2006 Ελλ Δνη 47 σελ. 1532 κ.ά.). Ειδικώτερον ως προς τον λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται δια της αναιρέσεως εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή, αναφορικώς με το συγκεκριμένον ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια (Α.Π. 1386/2006 ένθ ανωτ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 484 παράγραφος 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις τους λόγους αναιρέσεως δεν συμπεριλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή των αποδείξεων, αφού εις την περίπτωσιν αυτήν πλήττεται η ουσιαστική κρίσις του δικαστικού συμβουλίου που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 1685/2006 με σύμφωνον πρότασίν μας κ.ά.). Τέλος δια του άρθρου 40 παράγραφος 1 του ν.3160/2003 ετροποποιήθη το άρθρον 484 παράγραφος 1 Κ.Π.Δ. και μεταξύ άλλων κατηργήθη και ο προβλεπόμενος υπό στοιχ. δ΄ λόγος αναιρέσεως κατά βουλεύματος, δια την μη παράθεσιν εις το βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου (Α.Π. 500/2005 Ποιν Χρ ΝΕ σελ. 990 κ.ά.). Σημειωτέον, ότι το άρθρον του ποινικού νόμου που εφηρμόσθη, πρέπει να παρατίθεται εις το πρωτόδικον παραπεμπτικόν βούλευμα και όχι και εις εκείνο του συμβουλίου εφετών που απλώς επικυρώνει το πρώτον (Α.Π. 1072/1987 Ποιν Χρ ΛΖ΄σελ. 972 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν εις την έκθεσιν αναιρέσεως αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψις ειδικής αιτιολογίας, χωρίς να προσδιορίζεται εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή. Περαιτέρω εις την σχετικήν έκθεσιν αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Τέλος αναφέρεται εις αυτήν ως τοιούτος λόγος η μη παράθεσις εις το εφετειακόν βούλευμα, που επεκύρωσε το πρωτόδικον παραπεμπτικόν, των εφαρμοσθέντων άρθρων του ποινικού κώδικος. Τοιούτον περιεχόμενον έχουσα η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει εις το σύνολόν της απαράδεκτος. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 8 Ιανουαρίου 2007 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ΄αριθμ. 1110/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 15 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρα Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 148-153, 473 παράγραφος 2 και 474 παράγραφος 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι, οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 ιδίου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 484 παράγραφος 1Δ τέτοιος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ενόψει τούτου, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (Ολ. ΑΠ 19/2001). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η αίτηση αναιρέσεως, απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη. Τέλος, με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του Ν. 3160/2003, τροποποιήθηκε το άρθρο 484 παράγραφος 1 του ΚΠΔ και μεταξύ άλλων, καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος υπό στοιχ. δ' λόγος αναιρέσεως κατά βουλεύματος για τη μη παράθεση εις αυτό (βούλευμα) του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου. Σημειωτέον, ότι το άρθρο του Ποινικού Νόμου που εφαρμόστηκε πρέπει να παρατίθεται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα και όχι στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απλώς επικυρώνει το πρωτόδικο. Στην εξεταζομένη περίπτωση στην έκθεση αναιρέσεως αναφέρεται ως λόγος (αναιρέσεως) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή καθώς και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προσθέτως, αναφέρεται, ως λόγος αναιρέσεως η μη παράθεση στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που επικύρωσε το πρωτόδικο των εφαρμοσθέντων άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, γιατί δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο από τους αναφερομένους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 ΚΠΔ. Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει ο αιτών να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-1-2007 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση του υπ' αριθ. 1110/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ