Αριθμός 23/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., και ήδη κρατούμενου των Φυλακών ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Σπεντζόπουλο και Κωνσταντίνο Γιατρά, για αναίρεση της 260-261/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 14 Σεπτεμβρίου 2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2005. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ποινής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ....., ιδιοκτήτης (κατ΄ ουσίαν) του φορτηγού πλοίου "..." με σημαία Ονδούρας, το χρονικό διάστημα από 16 Φεβρουαρίου έως και τις πρωϊνές ώρες της 1ης Μαρτίου 1999, μετέφερε, για εμπορία, με το ανωτέρω πλοίο ποσότητα 2 τόνων περίπου κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, από τη θαλάσσια περιοχή του Μαρόκου, όπου έγινε η παραλαβή και η φόρτωσή της στο πλοίο αυτό, σε θαλάσσια περιοχή της Ιταλίας, όπου έγινε η εκφόρτωση και παράδοσή της σε Ιταλούς εμπόρους ναρκωτικών. Την πράξη αυτή ο κατηγορούμενος διέπραξε από κοινού με τον Χ, πλοίαρχο του ίδιου πλοίου και με (απλούς) συνεργούς τους Ψ και Ζ, αλβανικής υπηκοότητας, τους οποίους ο πλοίαρχος σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο είχε προσλάβει για το σκοπό αυτό και γνωστοποιήσει το σχέδιό τους, και οι οποίοι (ο πλοίαρχος και οι δύο αλβανοί συνεργοί) ήδη έχουν τελεσιδίκως κηρυχθεί ένοχοι και καταδικασθεί με την 265-266/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, ενώ με την ίδια απόφαση επικυρώθηκε η επιβληθείσα από 2-3-99 έκθεση κατασχέσεως του άνω πλοίου την οποία συνέταξε ο Πλωτάρχης ....., και διατάχθηκε η δήμευσή του. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1999, ναυλοχούσε στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος Πειραιά, τα ένα υπό σημαία Ονδούρας φορτηγό πλοίο με την ονομασία "...", που είχε ναυπηγηθεί το 1957, ανήκε από το 993 τυπικά στην εταιρεία με την επωνυμία "DOLPHIN COMPANY S.A.", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν ουσιαστικός μοναδικός μέτοχος και επομένως μοναδικός κατ΄ ουσίαν κύριος (πλοιοκτήτης) του εν λόγω πλοίου. Κατά την παραμονή του πλοίου στον άνω χώρο προς επισκευή προκειμένου να καταστεί αξιόπλοο, ο κατηγορούμενος ήλθε σε συμφωνία με άγνωστα πρόσωπα, κατά πάσα πιθανότητα ιταλικής υπηκοότητας, και συμφώνησε να μεταφέρει με το πλοίο του και πλήρωμα που θα επέλεγε αυτός, μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης από το Μαρόκο στην Ιταλία, έναντι αμοιβής. Προς τούτο ο κατηγορούμενός ήλθε σε συνεννόηση με τον γνωστό σ΄ αυτόν Χ, πλοίαρχο, και αφού του αποκάλυψε το σχέδιό του συμφώνησαν να τον προσλάβει στο πλοίο του με την άνω ιδιότητά του (ως πλοίαρχο) και να διενεργήσουν την μεταφορά αυτή από κοινού. Για να γίνει η μεταφορά κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό, ο κατηγορούμενος και ο πλοίαρχος απευθύνθηκαν στους αλβανούς Ψ και Ζ και αφού τους κατέστησαν γνωστό τον προορισμό του πλοίου και το είδος του φορτίου, αυτοί συμφώνησαν να βοηθήσουν στη μεταφορά του φορτίου και συγκεκριμένα να βοηθήσουν στην φόρτωση και την εκφόρτωσή του καθώς και στην απόκρυψη του φορτίου και τη φύλαξή του. Οι προαναφερόμενοι αλλοδαποί (αλβανοί) προκειμένου να διευκολυνθεί η κίνησή τους, χρησιμοποιούσαν εν γνώσει του κατηγορουμένου (και του πλοιάρχου) πλαστά διαβατήρια, ήτοι τα με αριθ. ... και ... αντιστοίχως που είχαν εκδοθεί από τις νομαρχίες Πρέβεζας και Φθιώτιδας στο όνομα ..... το πρώτο και ..... το δεύτερο, εμφανιζόμενοι έτσι ότι ήταν τα πρόσωπα αυτά. Εξάλλου, για να είναι ευχερέστερη η διακίνηση και διαφυγή τους σε περίπτωση κινδύνου των εμπλεκομένων στη μεταφορά αυτή, ο πλοίαρχος, σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο, δεν τους έγραψε στην κατάσταση των μελών του πληρώματος, Περαιτέρω, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της μεταφοράς, και ειδικότερα για τη φόρτωση των φορτίων με την άνω ναρκωτική ουσία που θα ήταν τουλάχιστον 2 τόνοι, κατ΄ εντολή του κατηγορουμένου τοποθετήθηκε στο πλοίο ειδικός γερανός (παπαγαλάκι), ο χειρισμός του οποίου ανατέθηκε στον προαναφερόμενο αλβανό υπήκοο Ζ, ενώ για να μην είναι δυνατός ο εντοπισμός του πλοίου και οι κινήσεις του, ο κατηγορούμενος και ο πλοίαρχος συναποφάσισαν να δοθεί η εντύπωση ότι το πλοίο θα έπλεε προς το λιμάνι Αλή Αγά της Τουρκίας, για την ολοκλήρωση δήθεν των επισκευών του. Μετά από αυτά, τη λύση της σύμβασης ναυτολογήσεως με τον προηγούμενο πλοίαρχο ..... στις 18-1-99, και την εν συνεχεία από τον κατηγορούμενο ναυτολόγηση του νέου (Χ) καθώς και την από τον τελευταίο, κατόπιν συνεννοήσεως με τον κατηγορούμενο ναυτολόγηση των υπολοίπων μελών του πληρώματος, στις 22-1-99, το πλοίο, προς παραπλάνηση, όπως προαναφέρθηκε, των αρμόδιων Αρχών, με τη συνοδεία ρυμουλκού, απέπλευσε από το Πέραμα, με κατεύθυνση προς Τουρκία και προορισμό το πιο πάνω λιμάνι Αλή Αγά. Όμως όταν έφθασε στα χωρικά ύδατα της Τουρκίας, ο πλοίαρχος, όπως είχε προσχεδιάσει με τον κατηγορούμενο, αφού προφασίστηκε ότι το πλοίο θα κατέπλεε στο άνω Τουρκικό λιμάνι με τις δικές του δυνάμεις, και το ρυμουλκό επέστρεψε στο Πέραμα, δεν το οδήγησε στο λιμάνι αυτό, αλλά, αφού άλλαξε πορεία, πλέοντας στα διεθνή ύδατα, το κατηύθυνε αρχικά στις Κυκλάδες, όπου λόγω της θαλασσοταραχής και του γεγονότος ότι δεν ήταν αξιόπλοο, παρέμεινε σε άγνωστο θαλάσσιο χώρο για δύο περίπου ημέρες. Στη συνέχεια ο πλοίαρχος, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες του κατηγορουμένου, αφού το οδήγησε προς τη Μάλτα, χωρίς όμως να εισέλθει σε λιμάνι, και από εκεί στα διεθνή ύδατα έξω από το λιμάνι της Γένοβας Ιταλίας όπου παρέλαβε φουσκωτό ταχύπλοο με επιβάτες δύο Ιταλούς (παρά τις διαμαρτυρίες μελών του πληρώματος λόγω του κινδύνου που διέτρεχαν να βυθιστεί το πλοίο από τις αλλεπάλληλες βλάβες που εμφάνιζε), κατευθύνθηκε προς τις ακτές του Μαρόκου. Εκεί, πάλι στα διεθνή ύδατα, με τη βοήθεια των προαναφερόμενων Αλβανών Ψ και Ζ, ο πλοίαρχος, όπως είχε συναποφασίσει με τον κατηγορούμενο, φόρτωσε στο πλοίο - συσκευασμένη σε 170 κιβώτια - κατεργασμένη ινδική κάνναβη βάρους δύο περίπου τόνων. Η ποσότητα αυτή μεταφέρθηκε για εμπορία πλησίον των Ιταλικών ακτών, όπου παραλήφθηκε από άγνωστους Ιταλούς, εκτός από μικρή ποσότητα 4.950 γραμμαρίων που δόθηκε από τους παραλήπτες της μεγαλύτερης ποσότητας στους άνω Αλβανούς Ψ και Ζ ως αμοιβή τους για τη μεταφορά αυτή. Μετά την πραγματοποίηση της μεταφοράς, ο πλοίαρχος οδήγησε το πλοίο την 1 Μαρτίου 1999 στο λιμάνι του Κατακώλου Ηλείας. Όμως προκειμένου να εξαλείψει τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία, κατά τη διάρκεια του πλου προς Κατάκωλο, όπως επίσης είχε προσχεδιάσει με τον κατηγορούμενο, που είχε για το σκοπό αυτό εφοδιάσει το πλοίο με τα αναγκαία υλικά (χρώματα), έσβησε το όνομα του πλοίου "..." και ανέγραψε σ΄ αυτό το όνομα "...". Όταν το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι του Κατακώλου, όργανα του λιμενικού σώματος, μετά από σχετικές πληροφορίες που είχαν και παρακολούθηση, διενήργησαν στο εσωτερικό του έρευνα, όπου βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη, και κατασχέθηκε, η πιο πάνω ποσότητα των 4.950 γραμμαρίων. Συγκεκριμένα σε καλάθι απορριμμάτων τουαλέτας του πληρώματος, μέσα σε αυτοσχέδια υφασμάτινη ζωστήρα, που περιείχε ειδικές θήκες, βρέθηκαν 10 πλάκες από την πιο πάνω ναρκωτική ουσία, ενώ στο χώρο του ηλεκτροστασίου δίπλα από την καμπίνα του αλβανού Ψ, σε άλλη αυτοσχέδια υφασμάτινη ζωστήρα, βρέθηκαν άλλες 10 πλάκες της ίδιας ναρκωτικής ουσίας. Κοντά στην καμπίνα βρέθηκε ο Ψ, ο οποίος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από στρώματα, συρτάρια, και άλλα αντικείμενα. Ακόμη στο πλοίο, που όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ....., κυβερνήτης του λιμενικού σκάφους με το οποίο εντοπίστηκε το πλοίο στο Κατάκωλο, ήταν φρεσκοβαμμένο, βρέθηκε μεγάλη ποσότητα χρώματος. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και το έγγραφο σημείωμα που κατέθεσαν οι συνήγοροί του και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην άνω πράξη της μεταφοράς ινδικής κάνναβης και ισχυρίστηκε (συνοπτικά) ότι ήδη από τις 15-12-98 δια του ....., νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Μονρόβια Λιβερίας εταιρείας "LEONE NAVIGATION S.A", είχε προσυμφωνήσει την πώληση του άνω πλοίου στην εν λόγω εταιρεία, ότι στις 8-1-99 αυτός και ο άνω εκπρόσωπος της λιβεριανής εταιρείας υπέγραψαν το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο, ότι στις 11-1-99 παρέδωσε το πλοίο στην αγοράστρια στο λιμάνι του Πειραιά, η οποία στη συνέχεια αφού άλλαξε το όνομα του πλοίου σε "..." στις 18-1-99 το ναύλωσε στην ιταλική εταιρεία "STATTORA NAVIGATIONE SPA" και ότι από τότε επήλθε μεταβίβαση των δικαιωμάτων "κυριότητας" και εκμεταλλεύσεως του πλοίου, αυτός δε είχε μόνο υποχρέωση εκτελέσεως με δαπάνες του ορισμένων επισκευών, και αντίστοιχα δικαίωμα, μετά την πραγματοποίησή τους, εισπράξεως του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος, ότι για την εκπλήρωση της υποχρέωσης επισκευών, αρχικά του αποδείχθηκε από την εταιρεία "TECHNAMARINE HELLENIC CO LTD" το λιμάνι Αλή Αγά στην Τουρκία, για το οποίο απέπλευσε το πλοίο, αφού προσέλαβε ο ίδιος μεν ως πλοίαρχο τον άνω Χ, ενώ η αγοράστρια "ορισμένα νέα μέλη του πληρώματος", ότι στη συνέχεια του υποδείχθηκε άλλο ναυπηγείο στη Βαλέττα της Μάλτας με τιμή πιο συμφέρουσα, την οποία αποδέχθηκε, ότι το πλοίο τότε άλλαξε κατεύθυνση, αλλά και πάλι, στη συνέχεια στις 3-2-99, ενώ κατευθυνόταν στη Βαλέττα, η αγοράστρια εταιρεία του ζήτησε την αναβολή των προγραμματισμένων επισκευών για 7-10 ημέρες προκειμένου η εταιρεία "STATTORA NAVIGATIONE SPA" που εν τω μεταξύ είχε ναυλώσει το πλοίο να πραγματοποιήσει με αυτό έκτακτη μεταφορά φορτίου από τη Σεούτα της Ισπανίας στη Μάλτα, στην οποία (Μάλτα) τελικά και θα παρέμενε για τις συμφωνημένες επισκευές, ότι θεώρησε λογική την απαίτηση αυτή της αγοράστριας και συγκατατέθηκε ότι στις 15-2-99 και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Σεούτα, επειδή αυτός δεν μπορούσε πλέον να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με το ναυπηγείο της Βαλέττα, συμφώνησε με την αγοράστρια, με το υπό ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό την ακύρωση της άνω υποχρέωσης του για επισκευές του, τις οποίες αναλάμβανε πλέον η αγοράστρια, γι΄ αυτό και από τότε αυτός δεν είχε καμία επαφή με το πλοίο, ούτε οποιαδήποτε ενημέρωση ως προς την πορεία του και την "περιπλάνησή του" στη Μεσόγειο, και ότι αυτός, όπως επακριβώς αναφέρεται στο έγγραφο σημείωμα, αφενός μεν "....υπήρξε στην πραγματικότητα θύμα του παράνομου "κυκλώματος" διακίνησης ναρκωτικών....", αφετέρου δε ".....απώλεσε ανεπιστρεπτί (έχασε) το πιστωθέν υπόλοιπο τιμήματος του πωληθέντος πλοίου του, ανερχόμενο σε εξήντα χιλιάδες (60.000) δολάρια ΗΠΑ....". Όλα τα παραπάνω που υπεστήριξε ο κατηγορούμενος είναι αβάσιμα. Και τούτο διότι για την πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της μεταφοράς ναρκωτικών δεν απαιτείται ο μεταφορέας να είναι κύριος ή να έχει την εκμετάλλευση του μεταφορικού μέσου που χρησίμευσε για την τέλεση της πράξης αυτής. Εξάλλου, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα 265-266/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στο σκεπτικό της οποίας σημειωτέον αναφέρεται ότι πλοιοκτήτης του εν λόγω πλοίου στο κρίσιμο εν προκειμένω διάστημα ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος συναποφάσισε και διέπραξε με τον πλοίαρχο και την απλή συνέργεια των δύο πιο πάνω αλβανών την άνω μεταφορά, για το λόγο δε αυτό διατάχθηκε και η δήμευσή του κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποδεικνύεται, ούτε πραγματική πώληση και παράδοση του άνω πλοίου στη φερόμενη ως αγοράστρια τούτου λιβεριανή εταιρεία, ούτε φυσικά πραγματική ναύλωσή του από την τελευταία στην αναφερόμενη ιταλική εταιρεία "STATTORA NAVIGATIONE SPA". Αντίθετα αποδεικνύεται ότι πρόκειται περί εικονικών συμβάσεων που καταρτίστηκαν φαινομενικά μόνο, και εν γνώσει της εικονικότητάς τους, από μέρους των συμβληθέντων, στο πλαίσιο της υλοποίησης της παράνομης μεταφοράς, προς παραπλάνηση και σύγχυση των αρμόδιων διωκτικών αρχών, καθώς και προς συγκάλυψη του κατηγορουμένου ως συναυτουργού της εν λόγω αξιόποινης πράξης. Στηρίζεται δε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, όχι μόνο στο ότι η σύμβαση ναυτολογήσεως του πλοιάρχου Χ έγινε από τον κατηγορούμενο, η πρόσληψη του πληρώματος, μεταξύ των οποίων και οι δύο (συνεργοί της μεταφοράς) αλβανοί υπήκοοι, κατόπιν συμφωνίας των ανωτέρω, η όλη δε πορεία του πλοίου από τον απόπλου του από το Πέραμα μέχρι τον τελικό κατάπλου του στο Κατάκωλο και την κατάσχεσή του εκεί, μετά από συνεννοήσεις των ίδιων (κατηγορουμένου και πλοιάρχου), κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και στο ότι (α) κανείς από τους συμβληθέντες στην περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του πλοίου σύμβαση δεν μερίμνησε για την εγγραφή της αλλαγής της πλοιοκτήτριας και μετονομασίας του πλοίου στο νηολόγιο της Ονδούρας, ούτε καταχωρήθηκε σερ νηολόγιο η προαναφερόμενη περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του πλοίου έγγραφη συμφωνία, (β) δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε καταβολή τιμήματος, που σημειωτέον φέρεται ότι ανερχόταν σε 80.000 δολάρια ΗΠΑ κατά το από 8-1-99 πωλητήριο έγγραφο, 140.000 δολάρια κατά την απολογία του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και σε 120.000 δολάρια, σύμφωνα με την απολογία του ίδιου στο Δικαστήριο τούτο και (γ) ο κατηγορούμενος (ή η τυπικά κυρία του άνω πλοίου εταιρεία "DOLPHIN COMPANY S.A" δεν διεκδίκησε δικαστικώς από τη φερόμενη ως αγοράστρια λιβεριανή εταιρεία το πιστωθέν τίμημα (72.000 δολάρια κατά το ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως, 60.000 δολάρια κατά το έγγραφο σημείωμα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, 80.000 δολάρια κατά την απολογία του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ή 40.000 δολάρια σύμφωνα με την απολογία του τελευταίου στο Δικαστήριο τούτο), ούτε με οποιοδήποτε τρόπο όχλησε αυτήν ή το νόμιμο εκπρόσωπό της προς πληρωμή τούτου. Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος (ως συναυτουργός με τον Χ, πλοίαρχο) της κακουργηματικής πράξης της μεταφοράς για εμπορία της πιο πάνω ποσότητας των 2 περίπου τόνων κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, όπως η πράξη αυτή εξειδικεύεται στο διατακτικό, να απορριφθεί δε το αίτημά του για την αναγνώριση και χορήγηση σ΄ αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς για σχετικά μακρύ χρονικό διάστημα (άρθρο 84 παρ. 2 ε΄ Π.Κ.), διότι δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, μετά την τέλεση της άνω πράξης του, αν και γνώριζε ότι είχε εκδοθεί σε βάρος του το 4/99 ένταλμα σύλληψης του Ανακριτή Ηλείας, φυγοδικούσε επί δυόμισι και πλέον έτη. Επίσης, δεν έδωσε στις αρμόδιες αρχές κανένα στοιχείο για την ανεύρεση των προσώπων που του ανατέθησαν τη μεταφορά της ινδικής κάνναβης, εκείνων που παρέδωσαν αυτή προς φόρτωση σε θαλάσσια περιοχή του Μαρόκου καθώς και εκείνων που την παρέλαβαν μετά την εκφόρτωση της σε θαλάσσια περιοχή της Ιταλίας, ώστε να βοηθήσει στην εξάρθρωση της σπείρας που διακινούσε την πιο πάνω μεγάλη ποσότητα της ναρκωτικής αυτής ουσίας, αρνήθηκε δε την πράξη του πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Δεν αρκεί δε για τη θεμελίωση του σχετικού ελαφρυντικού το γεγονός ότι αυτός από τη σύλληψή του δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και επέδειξε καλή συμπεριφορά υπό τις συνθήκες κράτησής του. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στο διατακτικό του, ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι ".. από κοινού με τον Χ, ως κατ' ουσίαν ιδιοκτήτης του φορτηγού πλοίου ..., σημαίας Ονδούρας, το χρονικό διάστημα από 16 Φεβρουαρίου έως και τις πρωϊνές ώρες της 1ης Μαρτίου 1999 μετέφερε, για εμπορία, με το ανωτέρω πλοίο ποσότητα δύο (2) περίπου τόνων κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, από θαλάσσια περιοχή του Μαρόκου, όπου έγινε η παραλαβή και η φόρτωσή της στο πλοίο αυτό, σε θαλάσσια περιοχή της Ιταλίας, όπου έγινε η εκφόρτωση και η παράδοσή της σε Ιταλούς εμπόρους ναρκωτικών .." και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στα αναγνωσθέντα έγγραφα και στα προκύπτοντα απ' αυτά, ούτε στις καταθέσεις των μαρτύρων ως και στην αξιολογική σύγκριση της καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας προς εκείνη του μάρτυρα της υπερασπίσεως, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 του ΠΚ και 5 παρ.1 εδαφ. ζ΄ του Ν.1729/1987 τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού εν σχέσει με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του πλοίου, αφού το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό δέχεται, όσο και στο διατακτικό κηρύσσει αυτόν ένοχο μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών την οποία διενήργησε ως κατ΄ ουσίαν ιδιοκτήτης του αναφερόμενου πλοίου. Η περικοπή στο σκεπτικό (σελ. 16 στο τέλος) " ... και τούτο διότι για την πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της μεταφοράς ναρκωτικών δεν απαιτείται ο μεταφορέας να είναι κύριος ή να έχει την εκμετάλλευση του μεταφορικού μέσου που χρησίμευσε για την τέλεση της πράξης αυτής...." δεν συνιστά παραδοχή αντιφατική προς την ανωτέρω για την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του πλοίου, αλλά σκέψη για τη νομική θεμελίωση του εγκλήματος της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών που πλεοναστικώς γίνεται και προς απόκρουση του προβληθέντος αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι αυτός είχε αποξενωθεί και νομικά δεν είχε το πλοίο στην κυριότητά του. Από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι, το σύνολο σχεδόν των εγγράφων ισχυρισμών που υπέβαλε ο κατηγορούμενος και ανέπτυξαν οι συνήγοροι του, αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, τους οποίους η απόφαση αντιμετωπίζει, παρότι δε ήταν τούτο αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της. Εξάλλου, με την επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίπτει τον περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 ε΄ του Π.Κ μόνο αυτοτελή ισχυρισμό και παραθέτει αναλυτικές σκέψεις για την απορριπτική του κρίση η ουσιαστική αλήθεια των οποίων, ως κρίση περί τα πράγματα δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Συνεπώς, ο λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοιν.Δ της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του κυρίου δικογράφου, που επαναλαμβάνεται και ως πρώτος λόγος στο δικόγραφο προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 211 εδαφ. β΄ ΚΠοινΔ κατά την οποία με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο και η αποδεικτική αξιοποίηση απολογίας άλλου κατηγορουμένου που περιέχεται στα πρακτικά άλλης δίκης , τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αυτού, δεν παραβιάζει το δικαίωμα υπεράσπισης του, σε μεταγενέστερη δίκη, δικαζόμενου κατηγορουμένου, που παρέχεται σ' αυτόν από τα άρθρα 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 14 παρ. 2 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16-12-1996, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997 και ισχύει από 5-8-1997, να μπορεί κατά το άρθρο 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ να υποβάλλει ενστάσεις και να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, εκτός αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του αντιλέγει στην ανάγνωση της εν λόγω, σε άλλη δικαστική απόφαση περιεχόμενης, απολογίας, ζητήσει δηλαδή τη μη ανάγνωση του μέρους των πρακτικών που περιείχε την ως άνω απολογία. Εφόσον, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντιλέξει στην ανάγνωση, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από την παραπάνω διάταξη, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, ακόμη, και για τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών προκύπτει, ότι στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν από αυτό υπόψη, εκτός άλλων, τα πρακτικά της προγενέστερης 265-266/2002 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου που περιέχουν και την απολογία του Χ, με την οποία, ως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, καταδικάσθηκε και αυτός, με την ιδιότητα του πλοιάρχου, για την ίδια πράξη της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αλλά και ο ίδιος, δεν αντέλεξαν στην ανάγνωση της άνω αποφάσεως και της εις αυτά περιεχόμενης απολογίας του Χ. Έτσι, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάστηκε το από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα να κάνουν παρατηρήσεις οι συνήγοροι και να εκθέσουν τις απόψεις τους επί της απολογίας του ανωτέρω προσώπου και του περιεχομένου αυτής. Σημειώνεται, τέλος, ότι το δικαστήριο την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δεν σχημάτισε μόνο από τα όσα απολογούμενος κατέθεσε στη δίκη εκείνη ο Χ (άρθρο 211Α ΚΠοινΔ) αλλά και από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύονται στην απόφαση. Επομένως, και ο λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του ....., για αναίρεση της 260-261/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ