Αριθμός 688/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4)Χ4, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1616/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2006, 14 Ιουλίου 2006, 17 Ιουλίου 2006 και 17 Ιουλίου 2006, τέσσερις αντίστοιχες, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1569/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, που φέρει τον αριθμ. πρωτ. 37/15-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ'άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αρ.81 και 82/14-7-2006 αιτήσεις αναιρέσεων των Χ1 και Χ2 (δυνάμει της από 12-7-2006 εξουσιοδότησής τους προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Μαρία Μαθιέλλη), την υπ΄αρ. 83/17-7-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ3 (δυνάμει της από 14-7-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χριστίνα Παπαπαναγιώτου) και την υπ΄αρ. 84/17-7-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ4, κατά του υπ'αριθ.1616/02006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι αντίστοιχες εφέσεις των τώρα αναιρεσειόντων κατά του υπ'αρ. 3607/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για τα αδικήματα της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, την πράξη της νομιμοποίησης εσόδου από εγκληματική δραστηριότητα και ηθική αυτουργία στην τελευταία και επικυρώθηκε (με κάποια τροποποίηση) το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Οι αιτήσεις αναιρέσεων ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με τις ως άνω αναφερθείσες δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ'αρ. 81, 82, 83 και 84/06 εκθέσεις αναιρέσεων, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμά τους είχε επιδοθεί την 5-7-06, 17-7-06, 7-7-06 και 25-7-06, αντίστοιχα, και είναι τυπικά δεκτές. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εν μέρει αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ'είδος, τ΄ αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Μεταξύ του Ζ και του Χ1 υπήρχε οξυτάτη εξώδικη και δικαστική αντιδικία εξ αιτίας διαφορών που προέκυψαν από την επενδυτική διαχείριση κεφαλαίων του Ζ στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από τις χρηματιστηριακές εταιρίες ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ τουΧ1, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 1996 μέχρι τέλους του 1998. Συνεπεία της αντιδικίας αυτής ο Χ1 εκρατήθη προσωρινά στη Δ. Φ. Κορυδαλλού από 10-7-2001 δυνάμει του υπ΄αριθ. 8/10-7-2001 εντάλματος της 19ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών και απελύθη την 17-8-2001, ότε εγένετο δεκτή η προσφυγή του κατά του άνω εντάλματος με το υπ΄αριθ. 3593/01 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, κατόπιν της σχετικής μηνύσεως του Ζ για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη και για παράβαση του άρθρου 2 Ν.2331/95. Eκ παραλλήλου ο Χ1 στα πλαίσια ανάκρισης για δύο εκρήξεις, που είχαν επισυμβεί την 8-1-2001 και 20-1-2001 στον προαύλιο ακάλυπτο χώρο της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, επί της..., είχεν εκφράσει υπόνοιες για συμμετοχή σ΄αυτές του Ζ, όμως το υπ΄αριθ. 3848/5-8-02 βούλευμα του συμβουλίου πλημ/κών Αθηνών απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατ΄αυτού. Κατά την έκρηξη της 8-1-01 προκλήθηκαν ζημίες, εκτός των άλλων, και στο υπ΄αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τύπου MERCEDES 200 Ε ιδιοκτησίας της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ που ήτο σταθμουμένο στον ακάλυπτο χώρο της . Στην κατ΄έφεση έρευνα της υποθέσεως των δύο εκρήξεων, κατόπιν εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 συνηνώθη και ετέρα δικογραφία που αφορούσε σε τρίτη έκρηξη στον άνω χώρο της ιδίας εταιρείας που επισυνέβη την 15-7-2001 και εκδόθηκε το υπ΄αριθ. 12/15-1-04 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών, το οποίο αφ΄ενός απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεση του άνω πολιτικώς ενάγοντος και αφ΄ετέρου απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά του Ζ για την έκρηξη της 15-7-01. Στην συναφή δικογραφίαν για την έκρηξη της 15-7-01 γίνεται το πρώτον αναφορά σε δύο προανακριτικές καταθέσεις του κρατουμένου στη Δ.Φ. Κορυδαλλού Ψ που ελήφθησαν στη φυλακή αυτή την 13-3-02 και 15-3-02 από αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους κατόπιν προηγηθέντος ανωνύμου τηλεφωνήματος προς την Αστυνομική Αρχή (Υποδ/ση Δίωξης Εγκλημάτων). Ειδικώτερα η από 13-3-02 κατάθεση του ανωτέρω περιελάμβανε μεταξύ των άλλων και ότι: το καλοκαίρι του 2001 και συγκεκριμένα τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο απ΄ ότι θυμάμαι ήμουν στο κελί Νο 22 μαζί με τους Κ και Ξ ...αυτοί οι δύο είχαν στην κατοχή τους μέσα στο κελί ένα κινητό τηλέφωνο και επικοινωνούσαν κρυφά από τους φύλακες με ιδιοκτήτες καταστημάτων ζητώντας χρήματα....... Σε μία από τις συνομιλίες Ξ με κάποιον Γ από κινητό τηλέφωνο άκουσα τον Ξ να του λέει: εγώ έστειλα όπως είχαμε συμφωνήσει τον Σ, τον Ν να κάνουν την δουλειά σου στη χρηματιστηριακή, το μπαμ έγινε, και ενώ είχαμε συμφωνήσει για τα δέκα εκατομμύρια που πήρες από τον Ζ εσύ δεν μου έχεις στείλει τα υπόλοιπα που μου χρωστάς, μη με κάνεις να τα ξεράσω όλα, στη συνέχεια πήρε το τηλέφωνο ο Κ και είπε στον Γ: έλα ρε .... βοήθησε την κατάσταση τώρα που έχουμε ανάγκη από λεφτά και εξάλλου αυτά μας τα χρωστάς από την υπόθεση της χρηματιστηριακής..... άκουσα από συνομιλία μεταξύ του Ξ και του Κ ότι ο Ζ έχει πολλά χρήματα και ασχολείται με καράβια και χρηματιστηριακά και ότι ο Ν είναι υπάλληλος του Ζ και ότι ο Ζ πρέπει να έχει δώσει όλα τα λεφτά στον Γ για τη δουλειά". Με την από 15-3-02 κατάθεσή του ο ανωτέρω επιβεβαίωσε την προηγούμενη κατάθεσή του και προσέθεσεν ότι: άκουσε στο τηλέφωνο που μίλαγε ο Ξ με τον Γ ότι το υπόλοιπο είναι 5.000.000 δρχ. και ότι μερικά από αυτά τα χρωστάει με τη σειρά του ο Ξ στους Ν και Σ ..... μετά τα τηλεφωνήματα σχολίαζαν πολλές φορές μεταξύ τους λέγοντας: είδες τον πούστη τον Γ πάει να μας φάει τα υπόλοιπα λεφτά του Ζ". Στο άνω βούλευμα, υπ΄αριθ. 12/04, έγινε αξιολόγηση των καταθέσεων τούτων και εκρίθησαν ως μη αληθείς, ακολούθησε δε καταδίκη του Ψ με την υπ΄αριθ. 3871/17-5-05 απόφαση του Μον/λούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για ψευδή καταμήνυση κατ΄εξακολούθηση τελεσθείσαν δια των προαναφερθεισών ενόρκων καταθέσεών του, σε φυλ. 6 μηνών, ενώ έχει ήδη παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ΄εξακολούθηση, τελεσθείσες με τις ίδιες ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις (όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο κλητήριο θέσπισμα). Συναφώς με την έκρηξη της 15-7-2001 είχε καταθέσει και ως μάρτυρας ο ..., ο οποίος με το υπ αριθ. 1974/29-7-04 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών παρεπέμφθη στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο δε Χ1 για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις. Στο πλαίσιο της αστικής αντιδικίας των ανωτέρω με αίτηση του Ζ εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 4345/18-7-01 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποίαν διετάχθη η συντηρητική κατάσχεση κάθε ακινήτου και κινητού πράγματος κ.λ.π. σε βάρος, πλην των άλλων, και της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και του Χ1 μέχρι του ποσού του 1.800.000.000 δρχ. προς εξασφάλιση απαιτήσεως του αιτούντος έναντι των ανωτέρω. Αιτήσεις των καθ΄ων η άνω απόφαση για ανάκλησή της απερρίφθησαν με την υπ΄αριθμ. 1145/28-2-02 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την υπ΄αριθμ. 5499/25-9-02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την 4-3-2002 μεταβιβάσθηκε στον Χ3 το υπ΄αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο MERCEDES E200 COMPRESSOR εκδοθείσης της σχετικής αδείας κυκλοφορίας από το Υπουργείο Μεταφορών. Προηγούμενος ιδιοκτήτης του ήτο ο εκ των κατηγορουμένων Χ4 προς τον οποίον είχε μεταβιβασθεί την 4-3-02 από την ΑΚΤΙΒ Α.Ε., όπως αυτά προκύπτουν από τις επισυναπτόμενες άδειες κυκλοφορίας. Στην εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕ κύριος μέτοχος ήτοι σε ποσοστό 91% ήτο ο Χ1 και εντεταλμένος σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπός της ήτο ο Χ2. Το προσβαλλόμενον βούλευμα θεωρεί την άνω μεταβίβαση χαριστική σε αντάλλαγμα της προσφερθείσης υπηρεσίας του Χ3 προς τον Χ1, συνισταμένης στην παρότρυνση και πειθώ του προς τον Ψ να δώσει τις προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις του που ήσαν ευνοϊκές για τον Χ1 στην αντιδικία του με τον Ζ. Υπέρ της ορθής αυτής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, που στηρίχθηκε σε συλλογισμούς μετά την ενδελεχή αξιολόγηση του συνόλου αποδεικτικού υλικού συνηγορούν και κατά την δική μας κρίση τα εξής περιστατικά: α) ο κατηγορούμενος Χ3 εγνώρισε στην φυλακή Κορυδαλλού τον τότε κρατούμενο Χ1 (όπως ο ίδιος αποδέχεται) και ασφαλώς εγνώριζε και τον λόγο της κρατήσεώς του. Συνάγεται ότι πριν αποφασίσει την αγορά του άνω αυτοκινήτου γνώριζε και σε ποίον ανήκε προηγουμένως πολύ περισσότερο που αυτό έφερε υλικές ζημίες και αυτονόητον ήτο να ηθέλησε να πληροφορηθεί πως προκλήθηκαν αυτές. Εχορήγησε σχετικήν με την πώληση εξουσιοδότηση στον ... από 22-2-02 ήτοι ταυτόχρονα με την έκδοση του υπ΄αριθ. 14/22-2-02 δελτίο αποστολής του άνω αυτοκινήτου από την εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕ προς τον Χ4 και πριν ακόμη η εταιρεία αυτή χορηγήσει δια του νομίμου εκπροσώπου της Χ2 παρομοίαν εξουσιοδότηση στον ... που εδόθη την 25-2-02. Εκ τούτων προκύπτει ότι ο Χ3 εγνώριζε εξ αρχής σε ποίον ανήκε το άνω αυτοκίνητο και ότι προηγήθηκε συμφωνία τούτου με την εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και η αποστολή του αυτοκινήτου στον Χ4 έγινε σε εκτέλεσε της συμφωνίας, προς μεταβίβασή του, μεταξύ του Χ3 και της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και όχι προς οικονομικήν ανακούφιση της εταιρείας αυτής, όπως υποστηρίζει οΧ2. Οι ενδιάμεσες μεταβιβάσεις τούτου όσον και η έκδοση του από 1-3-02 δελτίου αποστολής τιμολογίου του Χ4 προς τον Χ3 έγιναν εικονικώς προς συγκάλυψη του γεγονότος της γνώσεως της προελεύσεώς του και της προηγηθείσης συμφωνίας μεταξύ Χ3 και ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ προς μεταβίβαση του άνω αυτ/του, πράγμα που έγινε με την καθοδήγηση, παρότρυνση και πειθώ των Χ3 και Χ1 προς τον Χ4, με τον οποίον η εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ είχε και κατά το παρελθόν συνεργασία, όπως αποδέχονται οι κατηγορούμενοιΧ1 και Χ2. Την άνω κρίση ισχυρώς ενισχύει το γεγονός ότι καίτοι από 22-2-02 ήτο γνωστός ο αγοραστής του άνω αυτοκινήτου εν τούτοις η από 25-2-02 εξουσιοδότηση δεν αναφέρεται στον ήδη υπαρκτό υποψήφιο αγοραστή Χ3 αλλά "σε οποιονδήποτε". Το αυτοκίνητο αυτό ήτο περιουσιακό στοιχείο υπό συντηρητική κατάσχεση δυνάμει της προαναφερθείσης αποφάσεως και το γεγονός ότι δεν είχε επιβληθεί επ΄αυτού κατάσχεση δεν το εξαιρούσε της ως άνω αποφάσεως, δεδομένου ότι ο Ζ διευκρινίζει ότι τούτο είχε διαφύγει της κατασχέσεως, αλλά και στα προσαγόμενα κατασχετήρια ρητώς ούτος επεφυλάσσετο να συνεχίσει την συντηρητικήν κατάσχεση προς εξασφάλιση ολοκλήρου της απαιτήσεώς του, για την οποίαν (απαίτηση) η διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δεν προκύπτει ότι έχει αμετακλήτως περατωθεί και εντεύθεν νομίμως ο Ζ παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός, που προβάλλεται, ως άνω, πρέπει να απορριφθεί. β) περαιτέρω ως προς την κάλυψη και καταβολή του τιμήματος του άνω αυτοκινήτου παρατηρούνται τα εξής: Η αξία τούτου είχεν ορισθεί στα 24.945 ΕΥΡΩ όπως προκύπτει από το υπ΄αριθ. 10/1-3-02 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο του Χ4 προς τονΧ3. Το ποσό αυτό κατά τους ισχυρισμούς του Χ3 εκαλύφθη: αα) με δάνειο 14.000 ΕΥΡΩ, το οποίο του εχορήγησε ο μάρτυρας Ω και το οποίο του απέδωσε την 12-3-02 με ανάληψη από τον υπ΄αριθ. .... λογαριασμό του στην ΕΤΕ. ββ) με δάνειο 5.000 ΕΥΡΩ που έλαβε από τον πατέρα και πεθερό του, συνολικά, και γγ) με 6000 ΕΥΡΩ που έλαβε από την πώληση στον Μ του προηγουμένου αυτοκινήτου του OPEL VECTRA. ΄Όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν αποδεικνύονται βάσιμοι καθ΄όσον 1.1) το ποσό των 14.673,51 ΕΥΡΩ που όντως ανελήφθη την 12-3-02 από τον άνω λογαριασμό της ΕΤΕ προήλθε από προηγούμενη ισόποση κατάθεση της 14-2-02 χωρίς να αιτιολογείται η προέλευσή της και ούτε δίδεται κάποια εξήγηση γιατί έπρεπε να αναλάβει τα 14.000 ΕΥΡΩ την 12-3-02 για να τα αποδώσει στον Ω και όχι την 1η ή 4η -3-02 ότε έπρεπε να τα καταβάλει στον πωλητή Χ4 εφ΄όσον υπήρχαν στον λογαριασμό του από 14-2-02, 1.2) η οικονομική ενίσχυση των 5.000 ΕΥΡΩ δεν προκύπτει ουδέ καν πιθανολογείται από κάποιο έγγραφο στοιχείο (παραστατικό ανάληψης από ταμιευτήριο) ή από κάποια μαρτυρική κατάθεση και 1.3) η προέλευση του ποσού των 6.000 ΕΥΡΩ, από την άνω αιτία, δεν προκύπτει από αξιόπιστο έγγραφο στοιχείο ή μαρτυρική κατάθεση. Υπάρχει μόνον η από 18-2-02 σχετική υπεύθυνη δήλωση του Μ, χωρίς όμως να προσάγεται η άδεια κυκλοφορίας για τον νέο ιδιοκτήτη που θα ήτο ασφαλέστερο αποδεικτικό μέσο. Αν υποτεθεί ότι ο Μ το ηγόρασε με σκοπό να μην το κυκλοφορήσει αλλά ως απλό εμπόρευμα (ανταλλακτικά) είναι αυτονόητον ότι το τίμημα θα ήτο πολύ κατώτερο, αλλά και σ΄αυτή την περίπτωση η βεβαίωση περί της αποσύρσεώς του από την κυκλοφορία θα ήτο ασφαλέστερο αποδεικτικό στοιχείο. Εκ τούτων είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος Χ3 ευρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αιτιολογήσει πειστικά την προέλευση του αντιτίμου του άνω αυτοκινήτου και συνάγεται ότι δεν έγινε πραγματική καταβολή του προς τους πωλητές, τα δε επικαλούμενα στοιχεία των καθυστερημένων καταβολών και μάλιστα μετά δεκαήμερον περίπου από την μεταβίβασή του άνω αυτοκινήτου κατατείνουν στην συγκάλυψη του γεγονότος τούτου. γ) η εντεύθεν χαριστική μεταβίβαση του ενθέματι αυτοκινήτου συμπίπτει χρονικώς με τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις του Ψ, οι οποίες δικαστικώς εκρίθησαν ψευδείς είναι προφανές ότι συμφέρον για τις ετεροχρονισμένες, σε σχέση με την γνώση των περιγραφομένων με αυτές γεγονότων, καταθέσεις είχεν ο Χ1 και το πρόσωπο με το οποίο μπορούσε να πλησιάσει τον Ψ και να τον καταπείσει για τις άνω καταθέσεις ήτο ο Χ3, ο οποίος λόγω της ιδιότητός του εγνώριζεν αμφοτέρους. Τούτο οδηγεί στην συναγωγή της κρίσεως ότι ο Χ3 κατά παράβαση των από το άρθρο 101 Ν.1851/89 απορρεόντων καθηκόντων του συνήψε σχέσεις μη υπηρεσιακές με τον κρατούμενο Ψ στον οποίον προκάλεσε την απόφαση να καταθέσει στην Αστυνομική Αρχή (Τμήμα Εκβιαστών) όσα αναληθή προανεφέρθησαν με τις άνω καταθέσεις του σχετικά με την συμμετοχή του Ζ στις παραπάνω εκρήξεις. Ως προς αυτά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι ο Ψ, όπως αποδέχεται με την από 23-12-02 ανακριτική κατάθεσή του, προσέφυγεν στην σύζυγο του Χ1 για να προστατευθεί, κατά τους ισχυρισμούς του, από τις απειλές του περιβάλλοντος του Ζ για την ενέργειά του να δώσει τις άνω καταθέσεις του και από την οποίαν δέχθηκε βοήθεια με δικηγορική συνδρομή. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ωσαύτως τυχαίο το γεγονός ότι η εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ κρατούσε επί πολλούς μήνες ένα καταστραμμένο, από τις εκρήξεις, και ζημιογόνο αυτοκίνητο και απεφάσισε να απαλλαγεί από αυτό στη χρονική συγκυρία που δόθηκαν οι άνω καταθέσεις. Η λογική διασύνδεση των προαναφερθέντων περιστατικών δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Χ1 εκρίθη με τις προσκομιζόμενες υπ΄αριθ. 449/04 και 80/04 εισαγγελικές διατάξεις ότι δεν ήτο υπαίτιος της ηθικής αυτουργίας στις άνω ψευδείς καταθέσεις. Οι άνω κρίσεις, που δεν αναιρούνται αλλ΄απεναντίας ενισχύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δημιουργούν τις κατά νόμον επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπήν των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για τις άνω πράξεις. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στοιχ. α΄, 14, 16, 17, 18, 26 § 1α, 27 § 1, 46 § 1 περ. α΄, 51, 52, 53, 94 § 1, 235, 236 Π.Κ., περ. αιζ, 2 § 1, 5, 6 και 10 Ν.2331/1995, όπως η περ. αιζ προστέθ. με το ά. 2 § 16 Ν. 2479/1997, αναριθμήθηκε με το ά. 6 παρ. 1 Ν.2656/1998, σε συνδ. με ά. 1 κεφ. ΙΙ και ά. 6 § 1α Ν. 2655/98, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484§1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρέσεων, είτε αποτελούν ουσιαστικές εκτιμήσεις των αναιρεσειόντων, διαφορετικές από τις αξιολογήσεις του προσβαλλομένου βουλεύματος, είτε, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, άπτονται ευθέως της ουσίας και είναι απαράδεκτες, όπως προαναφέρθηκε, αλλιώς ουσιαστικά αβάσιμες. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: Θ) Η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων δεν στοιχειοθετεί εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ούτε έλλειψη αιτιολογίας, αλλά άρνηση των κατηγοριών και, ως εκ τούτου, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου. Ι) Ομοίως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης: α) η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1149/2005, Π.Χ. ΝΣΤ/150), β) ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, γ) η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δ) η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και ε) η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων (έτσι Α.Π. 472/2004, Π.Χ. ΝΕ/152). Κατ΄ακολουθία, όλες οι αντίθετες σχετικές αιτιάσεις των αιτήσεων αναιρέσεων είναι αβάσιμες. ΙΑ) Εξάλλου, προκύπτει από τα παραπάνω εκτεθέντα, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα κατ΄είδος τ΄αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 396/2004 και 1010/97, Π.Χ. ΝΕ/133 και ΜΗ/354), χωρίς να υπάρχει, όπως υποστηρίζεται, επιλεκτική αναφορά ορισμένων μόνο εξ αυτών (ΑΠ 301 και 312/99, Π.Χ. ΜΘ/1047 και 1049). ΙΒ) Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, πρέπει ν΄απορριφθούν ως αβάσιμες και οι 4 ως άνω αιτήσεις των αναιρεσειόντων και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν'απορριφθούν α) οι υπ΄αρ. 81 και 82/14-7-2006 αιτήσεις αναιρέσεων των Χ1 και Χ2, αμφοτέρων, δυνάμει της από 12-7-2006 εξουσιοδότησής τους προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Μαρία Μαθιέλλη, β) η υπ΄αρ. 83/17-7-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ3 δυνάμει της από 14-7-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χριστίνα Παπαπαναγιώτου και γ) η υπ΄αρ. 84/17-7-2006 αίτηση αναίρεσης τουΧ4, κατά του υπ΄αρ. 1616/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους ως άνω αναιρεσείοντες. Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3327/2005), "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται, όποιος από κερδοσκοπία ή για να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου του ίδιου που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/1997 (και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του Ν. 2696/1998), ο όρος "εγκληματικές δραστηριότητες" περιλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και τα εγκλήματα (καλούμενα εφεξής βασικά εγκλήματα") τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα' και κατά τη διάταξη της παρ. γ' του ίδιου άρθρου του νόμου "με τον όρο περιουσία νοούνται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ που ορίζει ότι "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", συνάγεται ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ, β) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης ή αποδοχή συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης και γ) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής ανεξαρτήτως αν αυτός ως δράστης παραμένει άγνωστος. Μεταξύ των μέσων, με τα οποία μπορεί να προκληθεί στον φυσικό αυτουργό η απόφαση τέλεσης της αξιόποινης πράξης περιλαμβάνεται η πειθώ και φορτικότητα, οι επίμονες προτροπές, η εκμετάλλευση της ροπής για εύκολο πλουτισμό, η υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος, η προσφορά χρηματικών ποσών, συμβουλές και παροτρύνσεις. Εξ άλλου, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, ως προκύψαντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ του Ζ και Χ1, υπήρχε οξυτάτη εξώδικη και δικαστική αντιδικία εξ αιτίας διαφορών που προέκυψαν από την επενδυτική διαχείριση κεφαλαίων του Ζ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από τις Χρηματιστηριακές εταιρείες ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ τουΧ1, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 1996 μέχρι τέλους του 1998. Συνεπεία της αντιδικίας αυτής ο Χ1 εκρατήθη προσωρινά στη Δ.Φ. Κορυδαλλού από 10-7-2001 δυνάμει του υπ' αριθμ. 8/10-7-2001 εντάλματος της 19ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών και απελύθη την 17-8-2001, ότε εγένετο δεκτή η προσφυγή του κατά του άνω εντάλματος με το υπ' αριθμ. 3593/01 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατόπιν σχετικής μηνύσεως του Ζ για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη και για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 2331/95. Εκ παραλλήλου ο Χ1 στα πλαίσια ανάκρισης για δύο εκρήξεις, που είχαν επισυμβεί την 8-1-2001 και 20-1-2001 στον προαύλιο ακάλυπτο χώρο της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, επί της ..., είχεν εκφράσει υπόνοιες για συμμετοχή σ' αυτές του Ζ, όμως το υπ' αριθμ. 3848/5-8-2002 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού. Κατά την έκρηξη της 8-1-2001 προκλήθηκαν ζημίες, εκτός των άλλων, και στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τύπου MERCEDES 200 Ε ιδιοκτησίας της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ που ήτο σταθμευμένο στον ακάλυπτο χώρο της. Στην κατ' έφεση έρευνα της υποθέσεως των δύο εκρήξεων, κατόπιν εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 συνηνώθη και ετέρα δικογραφία που αφορούσε σε Τρίτη έκρηξη στον άνω χώρο της ιδίας εταιρείας που επισυνέβη την 15-7-2001 και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 12/15-1-2004 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών, το οποίο αφ' ενός απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του άνω πολιτικώς ενάγοντος και αφ' ετέρου απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά του Ζ για την έκρηξη της 15-7-2001. Στην συναφή δικογραφία για την έκρηξη της 15-7-2001 γίνεται το πρώτον αναφορά σε δύο προανακριτικές καταθέσεις του κρατουμένου στη Δ.Φ. Κορυδαλλού Ψ που ελήφθησαν στη φυλακή αυτή την 13-3-2002 και 15-3-2002 από αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους κατόπιν προηγηθέντος ανωνύμου τηλεφωνήματος προς την Αστυνομική Αρχή (Υποδ/ση Δίωξης Εγκλημάτων). Ειδικότερα η από 13-3-2002 κατάθεση του ανωτέρω περιελάμβανε μεταξύ των άλλων και ότι: το καλοκαίρι του 2001 και συγκεκριμένα τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο απ' ότι θυμάμαι ήμουν στο κελί Νο 22 μαζί με τους Κ και Ξ........αυτοί οι δύο είχαν στην κατοχή τους μέσα στο κελί ένα κινητό τηλέφωνο και επικοινωνούσαν κρυφά από τους φύλακες με ιδιοκτήτες καταστημάτων ζητώντας χρήματα.........Σε μία από τις συνομιλίες Ξ με κάποιον Γ από κινητό τηλέφωνο άκουσα τον Ξ να του λέει: εγώ έστειλα όπως είχαμε συμφωνήσει τον Σ, τον Ν να κάνουν την δουλειά του στη χρηματιστηριακή, το μπάμ έγινε, και ενώ είχαμε συμφωνήσει για τα δέκα εκατομμύρια που πήρες από τον Ζ εσύ δεν μου έχεις στείλει τα υπόλοιπα που μου χρωστάς, μη με κάνεις να τα ξεράσω όλα, στη συνέχεια πήρε το τηλέφωνο ο Κ και είπε στον Γ: έλα ρε... βοήθησε την κατάσταση τώρα που έχουμε ανάγκη από λεφτά και εξάλλου αυτά μας τα χρωστάς από την υπόθεση της χρηματιστηριακής.........άκουσα από συνομιλία μεταξύ του Ξ και του Κ ότι ο Ζ έχει πολλά χρήματα και ασχολείται με καράβια και χρηματιστηριακά και ότι ο Ν είναι υπάλληλος του Ζ και ότι ο Ζ πρέπει να έχει δώσει όλα τα λεφτά στον Γ για τη δουλειά". Με την από 15-3-2002 κατάθεσή του ο ανωτέρω επιβεβαίωσε την προηγούμενη κατάθεσή του και προσέθεσεν ότι: άκουσα στο τηλέφωνο που μίλαγε ο Ξ με τον Γ ότι το υπόλοιπο είναι 5.000.000 δρχ. και ότι μερικά από αυτά τα χρωστάει με τη σειρά του ο Ξ στους Ν και Σ ........μετά τα τηλεφωνήματα σχολίαζαν πολλές φορές μεταξύ τους λέγοντας: είδες τον πούστη τον Γ πάει να μας φάει τα υπόλοιπα λεφτά του Ζ". Στο άνω βούλευμα, υπ' αριθμ. 12/2004, έγινε αξιολόγηση των καταθέσεων τούτων και εκρίθησαν ως μη αληθείς, ακολούθησε δε καταδίκη του Ψ με την υπ' αριθμ. 3871/17-5-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση τελεσθείσαν δια των προαναφερθεισών ενόρκων καταθέσεών του, σε φυλ. 6 μηνών, ενώ έχει ήδη παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσες με τις ίδιες ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις (όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο κλητήριο θέσπισμα). Συναφώς με την έκρηξη της 15-7-2001 είχε καταθέσει και ως μάρτυρας ο ..., ο οποίος με το υπ' αριθμ. 1974/29-7-2004 βούλευμα του συμβουλίου εφετών Αθηνών παρεπέμφθη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο δε Χ1 για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις. Στο πλαίσιο της αστικής αντιδικίας των ανωτέρω με αίτηση του Ζ εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4345/18-7-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποίαν διετάχθη η συντηρητική κατάσχεση κάθε ακινήτου και κινητού πράγματος κ.λ.π. σε βάρος, πλην των άλλων, και της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και του Χ1 μέχρι του ποσού του 1.800.000.000 δρχ. προς εξασφάλιση απαιτήσεως του αιτούντος έναντι των ανωτέρω. Αιτήσεις των καθ' ών η άνω απόφαση για ανάκλησή της απερρίφθησαν με την υπ' αριθμ. 1145/28-2-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την υπ' αριθμ. 5499/25-9-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την 4-3-2002 μεταβιβάσθηκε στον Χ3 το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο MERCEDES E200 COMPRESSOR εκδοθείσης της σχετικής αδείας κυκλοφορίας από το Υπουργείο Μεταφορών. Προηγούμενος ιδιοκτήτης του ήτο ο εκ των κατηγορουμένων Χ4 προς τον οποίον είχε μεταβιβασθεί την 4-3-2002 από την ΑΚΤΙΒ Α.Ε., όπως αυτά προκύπτουν από τις επισυναπτόμενες άδειες κυκλοφορίας. Στην εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕ κύριος μέτοχος ήτοι σε ποσοστό 91% ήτο ο Χ1 και εντεταλμένος σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπός της ήτο οΧ2. Το προσβαλλόμενο βούλευμα (του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) θεωρεί την άνω μεταβίβαση χαριστική σε αντάλλαγμα της προσφερθείσης υπηρεσίας του Χ3 προς τον Χ1, συνισταμένης στην παρότρυνση και πειθώ του προς τον Ψ να δώσει τις προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις του που ήσαν ευνοϊκές για τον Χ1 στην αντιδικία του με τον Ζ. Υπέρ της ορθής αυτής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, που στηρίχθηκε σε συλλογισμούς μετά την ενδελεχή αξιολόγηση του συνόλου αποδεικτικού υλικού συνηγορούν και κατά την δική μας κρίση τα εξής περιστατικά: α) ο κατηγορούμενος Χ3 εγνώρισε στην φυλακή Κορυδαλλού τον τότε κρατούμενο Χ1 (όπως ο ίδιος αποδέχεται) και ασφαλώς εγνώριζε και τον λόγο της κρατήσεώς του. Συνάγεται ότι πριν αποφασίσει την αγορά του άνω αυτοκινήτου γνώριζε και σε ποίον ανήκε προηγουμένως πολύ περισσότερο από αυτό έφερε υλικές ζημίες και αυτονόητον ήτο να ηθέλησε να πληροφορηθεί πώς προκλήθηκαν αυτές. Εχορήγησε σχετικήν με την πώληση εξουσιοδότηση στον ... από 22-2-2002 ήτοι ταυτόχρονα με την έκδοση του υπ' αριθμ. 14/22-2-2002 δελτίο αποστολής του άνω αυτοκινήτου από την εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕ προς τον Χ4 και πριν ακόμη η εταιρεία αυτή χορηγήσει δια του νομίμου εκπροσώπου της Χ2 παρομοίαν εξουσιοδότηση στον ... που εδόθη την 25-2-2002. Εκ τούτων προκύπτει ότι ο Χ3 εγνώριζε εξ αρχής σε ποίον ανήκε το άνω αυτοκίνητο και ότι προηγήθηκε συμφωνία τούτου με την εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και η αποστολή του αυτοκινήτου στον Χ4 έγινε σε εκτέλεση της συμφωνίας, προς μεταβίβασή του, μεταξύ του Χ3 και της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και όχι προς οικονομικήν ανακούφιση της εταιρείας αυτής, όπως υποστηρίζει οΧ2. Οι ενδιάμεσες μεταβιβάσεις τούτου όσον και η έκδοση του από 1-3-2002 δελτίου αποστολής τιμολογίου του Χ4 προς τον Χ3 έγιναν εικονικώς προς συγκάλυψη του γεγονός της γνώσεως της προελεύσεώς του και της προηγηθείσης συμφωνίας μεταξύ Χ3 και ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ προς μεταβίβαση του άνω αυτοκινήτου, πράγμα που έγινε με την καθοδήγηση, παρότρυνση και πειθώ των Χ3 και Χ1 προς τον Χ4, με τον οποίον η εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ είχε και κατά το παρελθόν συνεργασία, όπως αποδέχονται οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2. Την άνω κρίση ισχυρώς ενισχύει το γεγονός ότι καίτοι από 22-2-2002 ήτο γνωστός ο αγοραστής του άνω αυτοκινήτου εν τούτοις η από 25-2-2002 εξουσιοδότηση δεν αναφέρεται στον ήδη υπαρκτό υποψήφιο αγοραστή Χ3 αλλά "σε οποιονδήποτε". Το αυτοκίνητο αυτό ήτο περιουσιακό στοιχείο υπό συντηρητική κατάσχεση δυνάμει της προαναφερθείσης αποφάσεως και το γεγονός ότι δεν είχε επιβληθεί επ' αυτού κατάσχεση δεν το εξαιρούσε της ως άνω αποφάσεως, δεδομένου ότι ο Ζ διευκρινίζει ότι τούτο είχε διαφύγει της κατασχέσεως, αλλά και στα προσαγόμενα κατασχετήρια ρητώς ούτος επεφυλάσσετο να συνεχίσει την συντηρητικήν κατάσχεση προς εξασφάλιση ολοκλήρου της απαιτήσεώς του, για την οποίαν (απαίτηση) η διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δεν προκύπτει ότι έχει αμετακλήτως περατωθεί, β) περαιτέρω ως προς την κάλυψη και καταβολή του τιμήματος του άνω αυτοκινήτου παρατηρούνται τα εξής: Η αξία τούτου είχεν ορισθεί στα 24.945 ΕΥΡΩ όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 10/1-3-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο του Χ4 προς τον Χ3. Το ποσό αυτό κατά τους ισχυρισμούς του Χ3 εκαλύφθη: αα) με δάνειο 14.000 ΕΥΡΩ, το οποίο του εχορήγησε ο μάρτυρας Ω και το οποίο του απέδωσε την 12-3-2002 με ανάληψη από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του στην ΕΤΕ. ββ) με δάνειο 5.000 ΕΥΡΩ που έλαβε από τον πατέρα και πεθερό του, συνολικά, και γγ) με 6000 ΕΥΡΩ που έλαβε από την πώληση στον Μ του προηγουμένου αυτοκινήτου του OPEL VECTRA. Όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν αποδεικνύονται βάσιμοι καθ' όσον 1.1) το ποσό των 14.673,51 ΕΥΡΩ που όντως ανελήφθη την 12-3-2002 από τον άνω λογαριασμό της ΕΤΕ προήλθε από προηγούμενη ισόποση κατάθεση της 14-2-2002 χωρίς να αιτιολογείται η προέλευσή της και ούτε δίδεται κάποια εξήγηση γιατί έπρεπε να αναλάβει τα 14.000 ΕΥΡΩ την 12-3-2002 για να τα αποδώσει στον Ω και όχι την 1η ή 4η-3-2002 ότε έπρεπε να τα καταβάλει στον πωλητή Χ4 εφ' όσον υπήρχαν στον λογαριασμό του από 14-2-2002, 1.2) η οικονομική ενίσχυση των 5.000 ΕΥΡΩ δεν προκύπτει ουδέ καν πιθανολογείται από κάποιο έγγραφο στοιχείο (παραστατικό ανάληψης από ταμιευτήριο) ή από κάποια μαρτυρική κατάθεση και 1.3) η προέλευση του ποσού των 6.000 ΕΥΡΩ, από την άνω αιτία, δεν προκύπτει από αξιόπιστο έγγραφο στοιχείο ή μαρτυρική κατάθεση. Υπάρχει μόνον η από 18-2-2002 σχετική υπεύθυνη δήλωση του Μ, χωρίς όμως να προσάγεται η άδεια κυκλοφορίας για τον νέο ιδιοκτήτη που θα ήτο ασφαλέστερο αποδεικτικό μέσο. Αν υποτεθεί ότι ο Μ το ηγόρασε με σκοπό να μην το κυκλοφορήσει αλλά ως απλό εμπόρευμα (ανταλλακτικά) είναι αυτονόητον ότι το τίμημα θα ήτο πολύ κατώτερο, αλλά και σ' αυτή την περίπτωση η βεβαίωση περί της αποσύρσεώς του από την κυκλοφορία θα ήτο ασφαλέστερο αποδεικτικό στοιχείο. Εκ τούτων είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος Χ3 ευρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αιτιολογήσει πειστικά την προέλευση του αντιτίμου του άνω αυτοκινήτου και συνάγεται ότι δεν έγινε πραγματική καταβολή του προς τους πωλητές, τα δε επικαλούμενα στοιχεία των καθυστερημένων καταβολών και μάλιστα μετά δεκαήμερον περίπου από την μεταβίβαση του άνω αυτοκινήτου κατατείνουν στην συγκάλυψη του γεγονός τούτου. γ) η εντεύθεν χαριστική μεταβίβαση του ενθέματι αυτοκινήτου συμπίπτει χρονικώς με τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις του Ψ, οι οποίες δικαστικώς εκρίθησαν ψευδείς είναι προφανές ότι συμφέρον για τις ετεροχρονισμένες, σε σχέση με την γνώση των περιγραφομένων με αυτές γεγονότα, καταθέσεις είχεν ο Χ1 και το πρόσωπο με το οποίο μπορούσε να πλησιάσει τον Ψ και να τον καταπείσει για τις άνω καταθέσεις ήτο οΧ3, ο οποίος λόγω της ιδιότητός του εγνώριζεν αμφοτέρους. Τούτο οδηγεί στην συναγωγή της κρίσεως ότι ο Χ3 κατά παράβαση των από το άρθρο 101 Ν. 1851/89 απορρεόντων καθηκόντων του συνήψε σχέσεις μη υπηρεσιακές με τον κρατούμενο Ψ, στον οποίον προκάλεσε την απόφαση να καταθέσει στην Αστυνομική Αρχή (Τμήμα Εκβιαστών) όσα αναληθή προαναφέρθησαν με τις άνω καταθέσεις του σχετικά με την συμμετοχή του Ζ στις παραπάνω εκρήξεις. Ως προς αυτά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι οΨ, όπως αποδέχεται με την από 23-12-2002 ανακριτική κατάθεσή του, προσέφυγεν στην σύζυγο του Χ1 για να προστατευθεί, κατά τους ισχυρισμούς του, από τις απειλές του περιβάλλοντος του Ζ για την ενέργειά του να δώσει τις άνω καταθέσεις του και από την οποίαν δέχθηκε βοήθεια με δικηγορική συνδρομή. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ωσαύτως τυχαίο το γεγονός ότι η εταιρεία ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ κρατούσε επί πολλούς μήνες ένα κατεστραμμένο, από τις εκρήξεις, και ζημιογόνο αυτοκίνητο και απεφάσισε να απαλλαγεί από αυτό στη χρονική συγκυρία που δόθηκαν οι άνω καταθέσεις. Η λογική διασύνδεση των προαναφερθέντων περιστατικών δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Χ1 εκρίθη με τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 449/2004 και 80/2004 εισαγγελικές διατάξεις ότι δεν ήτο υπαίτιος της ηθικής αυτουργίας στις άνω ψευδείς καταθέσεις. Οι άνω κρίσεις, που δεν αναιρούνται αλλ' απεναντίας ενισχύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δημιουργούν τις κατά νόμον επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπήν των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για τις άνω πράξεις. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων (πλην της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας, άρθρ. 235 και 236 ΠΚ, για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τα οποία υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1,12, 13 στοιχ. α' , 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 51, 52, 53, 94 παρ. 1, 1 εδ. α' περ. αιζ', 2 παρ. 1, 5, 6 και10 Ν. 2335/1995, όπως η περ. αιζ' προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 16 Ν. 2479/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως όλων των αιτήσεων περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων (άρθρ. 484 παρ. 1β΄ ΚΠΔ) και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (των αιτήσεων Χ3 και....) αναφορικά με την πιο πάνω αξιόποινη πράξη πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι αιτήσεις των Χ4 και Χ2 (πρέπει να απορριφθούν) στο σύνολό τους. Καθό δε μέρος με τις αιτήσεις των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων ελέγχεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών, οι σχετικές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες. Απορριπτομένων στο σύνολό τους των αιτήσεων των αναιρεσειόντων Χ4 και Χ2, πρέπει αυτοί να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίς ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ αρχίζει, είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 εδ. β', 484 παρ. 3, 511 και 512 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1β΄ ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνον, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ιδίου Κώδικα (Ολ. ΑΠ 382/1992 και 583-585/1992). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων Χ3 και Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 3607/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και για τις αξιόποινες πράξεις της παθητικής δωροδοκίας (άρθρ. 235 ΠΚ) για την οποία κατηγορείται ο πρώτος των ως άνω αναιρεσειόντων και της ενεργητικής δωροδοκίας (άρθρ. 236 ΠΚ), για την οποία κατηγορείται ο δεύτερος εξ αυτών, πράξεις που φέρονται τελεσθείσες απ' αυτούς στον ... στις 4-3-2002. Εφόσον δε από τον παραπάνω χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, παρήλθε μετά την άσκηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως και μέχρι σήμερα, που δεν άρχισε ακόμη η κύρια με την εκτεθείσα έννοια, διαδικασία, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, εξαλείφθηκε το αξιόποινο των ως άνω πλημμεληματικών πράξεων. Με βάση τα όσα έχουν προεκτεθεί και εν όψει του ότι οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως και περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του όσον αφορά εκ τις προαναφερθείσες πράξεις των εις την σκέψη αυτή αναφερομένων δύο κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων και να παύσει η ποινική δίωξη κατ' αυτών, λόγω παραγραφής των εν λόγω πράξεων. Οι πιο πάνω κατηγορούμενοι των οποίων οι αιτήσεις αναιρέσεως δεν απορρίφθηκαν στο σύνολό τους δεν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1616/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά τη διάταξή του, με την οποία παρέπεμψε στο ακροατήριο τους αναιρεσείοντες Χ3 και Χ1 και μόνο για τις πράξεις της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας, με την οποία κάθε ένας απ' αυτούς κατηγορείται, αντιστοίχως. Παύει οριστικώς την κατ' αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις, λόγω παραγραφής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις αιτήσεις αναιρέσεως των ως άνω δύο αναιρεσειόντων καθώς (απορρίπτει) και τις από 17-7-2006 και 14-7-2006, αντιστοίχως αιτήσεις των Χ4 και Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1616/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Χ4 και Χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, 20 Φεβρουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ