Αριθμός 1048/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14867/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 428/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του αυτού ως άνω Κώδικα για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158 εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται, ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνου που ενεργεί την επίδοση. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτος, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (αρ. 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνου της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. Α.Π. 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει, επίσης, να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία και να περιέχονται σ' αυτή, μεταξύ άλλων, οι αποδείξεις, οι οποίες θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων απορρίψεως των ως άνω ισχυρισμών, άλλως ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 14867/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 30 Ιουνίου 2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 36949/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εκείνος είχε καταδικαστεί για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία και απειλή σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών και δέκα ημερών. Για την απόρριψη της εφέσεως αυτής διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει και του προβληθέντος από τον εκκαλούντα με την έφεσή του ισχυρισμού ότι "έλαβε γνώση της αποφάσεως το πρώτον στις 23-06-2006 μετά από έρευνα των δικηγόρων του για άλλο γεγονός που τον αφορούσε καθώς από το τέλος του 1999 και συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο διαμένει στο Μόναχο Γερμανίας μέχρι και σήμερα και είναι εκεί εργάτης" την ακόλουθη αιτιολογία ".......Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών κατηγορούμενος καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 36949/24-6-2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών και δέκα (10) ημερών για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της απειλής, τις οποίες φέρεται ότι τέλεσε την 24-5-1999. Η απόφαση επεδόθη την 26-3-2004 ως αγνώστου διαμονής, του κατηγορουμένου όντος απόντος από την κατοικία του επί της οδού .... αρ. ...στην περιοχή ..... Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση την 30-6-2006, ισχυριζόμενος ότι αναχώρησε για τη Γερμανία ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 1999. Πλην, όμως, δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της διαμονής δεν έλαβε χώρα (άρθρ. 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ)". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, ούτε έστω κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ενώ, δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ....., σύμφωνα, με την οποία "......την περίοδο 2000-2004 έως σήμερα μένει στην οδό .... ". Περαιτέρω, δεν αναφέρεται γιατί ο εκκαλών είχε υποχρέωση να δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής του, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν είχε απολογηθεί σε προηγούμενο στάδιο. ΙΙ.- Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και, πρέπει, να γίνει δεκτός. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει το παραδεκτό ή μη του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14867/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 11 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ