Αριθμός 132/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 947/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1597/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμούς 352/17-8-2006 και 561/7.12.2006, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α) Πρόταση 352/17.8.2006: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ την 86/18-7-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του 947/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε εν μέρει την έφεσή του κατά του 5789/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απάτη και απλή πλαστογραφία,(άρθρα 94 παρ.2,216 παρ.1 και 386 παρ.1α,3α ΠΚ), και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το βούλευμα τον παραπέμπει για το κακούργημα της διακεκριμένης απάτης και το συναφές πλημμέλημα της απλής πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτού, που έγινε με παράδοση στα χέρια της σύνοικης μητέρας του ....., [βλ. οικεία επιδοτήρια έκθεση του αστ/κα .....]. Η έκθεση συντάχθηκε από το γραμματέα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει το λόγο για τον οποίο ασκείται, ο οποίος συνίσταται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Η έλλειψη αιτιολογίας Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά.[ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693]. β-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. γ-Κατά το άρθρο 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση απ' αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (δηλ. της κατάρτισης ή της νόθευσης ή της χρήσης), σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ, [όπως η τελευταία δευτερεύουσα πρόταση προστέθ. με το άρθρο 1 παρ.7α του Ν.2408/96]. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την ποινική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρο 13 γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου, σαν να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλ. αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Χωραφάς Α/157,Μπουρόπουλος Β/229,Α.Π.37/98 Π.ΧΡ.ΜΗ/730, ΑΠ.329/98 ΠΧΡ.ΜΗ/905). Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η εξαπάτηση επιτεύχθηκε, η δε παραπέρα χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, (ΑΠ 540/89 ΠΧΡ Μ/29). Προστατευόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δέκατου κεφαλαίου του ΠΚ. κατά την κρατούσα άποψη θεωρείται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών και αποδείξεων [Κ. Ανδρουλάκης. Περί συρροής εγκλημάτων 1968 Β/74, Γάφος Ειδικό Μέρος 1959 Β/46,Δέδες Εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977 σελ.17, Α.Π.742/86 ΠΧΡ.ΛΕ/977], ή κατά την ορθότερη άποψη, το υπόμνημα αυτό καθεαυτό δηλ. το έγγραφο που παριστάνει κατά τρόπο γνήσιο γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομη σημασία, καθόσον η ασφάλεια της απόδειξης αποτελεί το αποτέλεσμα της ποινικής προστασίας του, [Μανωλεδάκης Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών 1973 σ.79,Μαργαρίτης Κατάρτιση πλαστής διαθήκης Αρμ. 1981/524,Συρροή πλαστογραφίας - ψευδούς βεβαίωσης Υπερ.1991/113, /524, Κ. Φελουτζή Ψευδής βεβαίωση και πλαστογραφία Π.ΧΡ.ΜΓ/769]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά τους κατωτέρω χρόνους, υπηρετώντας ως περιφερειακός διευθυντής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, τέλεσε τις εξής πράξεις. 1) Στις 10-1-00 με σκοπό να παραπλανήσει τον διευθυντή του καταστήματος της .... της ως άνω τράπεζας ..... σχετικά με τη δυνατότητά του να κινεί το λογαριασμό καταθέσεων της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ ...., κατάρτισε δυο δελτία συναλλαγών της τράπεζας, το ένα για την ανάληψη του ποσού των 5.000.000 δρχ και το άλλο για την κατάθεση του ποσού αυτού στο λογαριασμό του Χ, που διατηρούσε αυτός στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., θέτοντας σ' αυτά κάτω από την ένδειξη υπογραφή πελάτη την υπογραφή του εκπροσώπου της προαναφερόμενης εταιρίας Ψ, εμφανίζοντας έτσι αυτά ως γνήσια έγγραφα του ανωτέρω εκπροσώπου της. Τα πλαστά αυτά δελτία τα χρησιμοποίησε στέλνοντάς τα στον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος της ... ..... με την εντολή να εκτελέσει τις εν λόγω συναλλαγές, (αναλήψεως-καταθέσεως),με σκοπό να πετύχει την εξόφληση του δανείου του από τον Χ, σκοπεύοντας να αποκομίσει παρανόμως με βλάβη της περιουσίας της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας το αναφερόμενο σ' αυτά χρηματικό ποσό. Παράλληλα, με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε στον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος της ... ....., ότι είχε εξουσιοδότηση να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ, προσκομίζοντας σ' αυτόν προς επίρρωση και τα ανωτέρω πλαστά δελτία συναλλαγών, [ανάληψης-κατάθεσης], και έτσι παραπλανώντας τον έπεισε να αναλάβει τούτος από το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ το ποσό των 5.000.000 δρχ και να το καταθέσει στο λογαριασμό του Χ, που διατηρούσε αυτός στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., εξοφλώντας ισόποση οφειλή του προς αυτόν λόγω δανείου, ζημιώνοντας την περιουσία της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας με το ανωτέρω ποσό των 5.000.000 δρχ με ισόποσο περιουσιακό αυτού όφελος, καθόσον αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας και τα ανωτέρω δελτία που προσκόμισε ήσαν πλαστά, γεγονότα που παρέστησε ψευδώς προς τον ανωτέρω διευθυντή εν γνώσει της αναλήθειας τους. 2) Το Δεκέμβριο του 2000 με σκοπό να παραπλανήσει την προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών του καταστήματος της .... της ανωτέρω τράπεζας Φ, κατάρτισε μια έγγραφη εξουσιοδότηση του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ Ζ, με ημερομηνία την 23-6-00, με την οποία φερόταν ότι τον εξουσιοδοτούσε να αναλάβει από το λογαριασμό της εταιρίας του ... το ποσό των 5.000.000,θέτοντας πάνω σ' αυτήν και υπό την ένδειξη υπογραφή πελάτη την υπογραφή του ανωτέρω εκπροσώπου της Ζ, εμφανίζοντας έτσι τούτον να τον εξουσιοδοτεί να αναλάβει από το λογαριασμό της εταιρίας του το ποσό των 5.000.000 δρχ. Την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση την χρησιμοποίησε στέλνοντάς την στην ανωτέρω προϊσταμένη Φ προκειμένου να την παραπλανήσει και να θεωρήσει ως έγκυρη την υπ' αυτού γενομένη στις 23-6-00 ανάληψη από το λογαριασμό της εταιρίας του ποσού των 5.000.000 δρχ, σκοπεύοντας να αποκομίσει παρανόμως με βλάβη της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας το ποσό τούτο. Παράλληλα, στις 23-6-00 με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε στην προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών του καταστήματος της ανωτέρω τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ της Καλλιθέα Αθηνών Φ ότι είχε εξουσιοδότηση από τον εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ εντεταλμένο σύμβουλό της Ζ να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας του ...,προσκομίζοντας προς αυτήν προς επίρρωση το Δεκέμβριο του 2000 και την ανωτέρω έγγραφη εξουσιοδότησή του, και έτσι παραπλανώντας την έπεισε στις μεν 23-6-00 να αναλάβει το ανωτέρω χρηματικό ποσό από το λογαριασμό τούτο και να το παραδώσει προσωπικά στον ίδιο, το δε Δεκέμβριο του 2000 να θεωρήσει την ανάληψη αυτή ως έγκυρη, προκαλώντας έτσι περιουσιακή ζημία στην ανωτέρω εταιρία και στην τράπεζα με το ποσό των 5.000.000 δρχ με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού όφελος, καθόσον αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας και η ως άνω εξουσιοδότηση ήταν πλαστή, γεγονότα τα οποία παρέστησε σ' αυτήν ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας τους. 3) Στις 12-10-00 με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του και στη μητέρα του ..... παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε στον διευθυντή του καταστήματος της παθούσας ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ της .... W ότι έχει εξουσιοδότηση από τον εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ εντεταλμένο σύμβουλό της Ζ να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ανωτέρω ... λογαριασμό της και έτσι παραπλανώντας τον έπεισε να χρεώσει τον εν λόγω λογαριασμό της εταιρίας με το ποσό των 8.000.000 δρχ και να πιστώσει τούτο στο λογαριασμούς ..., που ανήκε στον ίδιο (τον κατηγορούμενο) και στη μητέρα του με το ποσό των 7.000.000,και το λογαριασμό ...,που ανήκε προσωπικά στον ίδιο με το ποσό του 1.000.000 δρχ, προκαλώντας έτσι ζημία στην περιουσία των παθουσών ανωνύμων εταιριών ΒΙΟΣΩΛ και ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ με το ποσό των 8.000.000 δρχ, με παράνομο όφελος αυτού και της μητέρας του, αντίστοιχου με τα ως άνω ποσά που πίστωσε τους λογαριασμούς τους, καθόσον αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ, γεγονός το οποίο παρέστησε προς τον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας του. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται οι ποινικές υποστάσεις των εγκλημάτων, πρώτον της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού, που τέλεσε τούτος σε βάρος των ανωνύμων εταιριών της ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, κατ' εξακολούθηση, από τις οποίες πράξεις σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του το συνολικό όφελος των 18.000.000 δρχ, ποσό που υπερβαίνει το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. και δεύτερο της απάτης, που τέλεσε τούτος σε βάρος των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις τόσον της κατά συνήθεια τελέσεως, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους προκύπτει ροπή του προς τέλεσή τους ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όσον και το ότι το συνολικό όφελος που απέβλεπε να προσκομίσει και προσκόμισε με την τέλεσή τους ανέρχεται στο ποσό των 18.000.000 δρχ, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε τα εξής: 1) Επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα σχετικά με τη διάταξη αυτού που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για τα εγκλήματα της διακεκριμένης απάτης που φέρεται ότι τέλεσε τούτος στη .... στις 12-10-00 κατά την οποία παραπλάνησε το διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας W και απέσπασε το ποσό των 8.000.000 δρχ από το λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού που φέρεται ότι τέλεσε τούτος στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 2000 σχετικά με την κατάρτιση απ' αυτόν της πλαστής εξουσιοδότησης του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ για την κίνηση του λογαριασμού της εταιρίας, με την αιτιολογία ότι ορθά τούτο τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως των ανωτέρω εγκλημάτων καθόσον προέκυψαν, κατά τα άρθρα 309 παρ. και 313 ΚΠΔ, εναντίον του αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του γι' αυτά. 2) Αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για διακεκριμένη απάτη, κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά την πρώτη απάτη που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00 σχετικά με την ψευδή παράσταση που έκανε στον διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας των ...., την ανάληψη του ποσού των 5.000.000 δρχ από τον λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και την κατάθεση του ποσού τούτου στον λογαριασμό του δανειστή του Χ, και τη δεύτερη που φέρεται ότι τέλεσε στην .... στις 23-6-00 σχετικά με την ψευδή παράσταση αυτού στην προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρετήσεως πελατών Φ και την απόσπαση από το λογαριασμό της παθούσας εταιρίας του ποσού των 5.000.000 δρχ. 3) Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά τις δυο πρώτες πλαστογραφίες που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00 σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου ανάληψης του ποσού 5.000.000 δρχ από το κατάστημα της παθούσας Εγνατίας τράπεζας και του πλαστού δελτίου κατάθεσης του ανωτέρω ποσού στο λογαριασμό του δανειστή του Χ στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού .... . Γ)-Κριτική αξιολόγηση. Όσον αφορά τη διάταξη του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την οποία επικυρώνει το εκκαλούμενο βούλευμα σχετικά με την παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για το κακούργημα της διακεκριμένης απάτης, που φέρεται ότι τέλεσε τούτος στη .... στις 12-10-00 κατά την οποία παραπλάνησε το διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας και απέσπασε το ποσό των 8.000.000 δρχ από το λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης ότι η προξενηθείσα ζημιά των παθουσών εταιριών υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ότι αυτός διαπράττει απάτες κατά συνήθεια, και δη διότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους προκύπτει ροπή για την τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ και 386 παρ.1α,3α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. 4-Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα). Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι οι δυο πλαστογραφίες που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 10-1-00 σε βάρος των ανωνύμων εταιριών ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, φέρουν το χαρακτήρα του πλημμελήματος και γι' αυτό έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, χωρίς να δεχθεί τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων πρώτον ότι τελέσθηκαν κατά συνήθεια και δεύτερον ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση με την τρίτη, που φέρεται τέλεσε ο ίδιος το Δεκέμβριο του 2000,και ότι το συνολικό όφελος που σκόπευε να αποκομίσει απ' αυτές, στο οποίο και απέβλεπε, ανέρχεται στο ποσό των 18.000.000 δρχ, ποσό δηλ. που υπερβαίνει το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. Η σωρευτική συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων αναβιβάζει τις πράξεις στο βαθμό του κακουργήματος. Εντούτοις το βούλευμα δέχεται ότι τις δυο αυτές πλαστογραφίες τις τέλεσε χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατά συνήθεια τελέσεως, ενώ δέχεται αντιφατικά ότι τις απάτες, τις οποία τέλεσε με αληθινή κατ' ιδέα συρροή με τις εν λόγω πλαστογραφίες, τις τέλεσε κατά συνήθεια. Δέχεται δηλ. σε δυο κατ' ιδέα συρρέοντα εγκλήματα, όπως εδώ στην πλαστογραφία με χρήση του πλαστού και στην απάτη, για την τέλεση της οποίας έκανε και χρήση του πλαστού και αποτέλεσε την ουσιαστική περάτωση της πλαστογραφίας, το ένα έγκλημα να τελείται κατά συνήθεια και το άλλο όχι, όπερ ασύμβατο προς τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Συνεπώς, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 13 περ.στ,98 και 216 παρ.1,3α ΠΚ γιατί τις παραβίασε εκ πλαγίου, λόγος αναιρέσεως που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη,(άρθρο 484 παρ.2 ΚΠ). 5-Απόλυτη ακυρότητα. Απόλυτη ακυρότητα κατά τις διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β', 308 παρ. 1 και 481 παρ. 1 του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, σύμφωνα με τα άρ. 484 παρ. 1 εδ.Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος, χωρίς προηγούμενη έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα επί της ουσίας της υποθέσεως ή για το λόγο της εφέσεως που το συμβούλιο έκρινε ως εξεταστέο. Στην προκειμένη περίπτωση για τις δυο πλαστογραφίες κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00, την πρώτη μεν σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου ανάληψης του ποσού 5.000.000 δρχ από το κατάστημα της παθούσας Εγνατίας τράπεζας, τη δεύτερη δε σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου κατάθεσης του ανωτέρω ποσού στο λογαριασμό του δανειστή του Χ στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., ο μεν εισαγγελέας εφετών προτείνει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, το δε Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία γι' αυτές για το λόγο ότι χώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξαιτίας του ότι δεν απαγγέλθηκαν στον κατηγορούμενο εκ παραδρομής του ανακριτή με τον ορθό χαρακτηρισμό τους, δηλ. ως απάτες. Συγκεκριμένα, απαγγέλθηκαν ως υπεξαιρέσεις και όχι ως απάτες και επομένως επήλθε, κατά την άποψη του Συμβουλίου, απόλυτη ακυρότητα της απαγγελίας της κατηγορίας από τον ανακριτή. Για το λόγο αυτό στη συνέχεια, αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για τις δυο αυτές απάτες κατά του κατηγορουμένου λόγω ακυρότητας της προδικασίας, λόγο τον οποίο αυτός πρόβαλε με την έφεσή του, αλλ' ο εισαγγελέας τον παρείδε και δεν πρότεινε τίποτα γι' αυτόν. Έτσι όμως, το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε σε λόγο εφέσεως του κατηγορουμένου, για τον οποίο δεν υπήρχε προηγούμενη πρόταση του οικείου εισαγγελέα. Για το λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο ως άκυρο όσον αφορά τη διάταξη αυτού να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για τις ως άνω δυο πρώτες απάτες, καθόσον ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά εμπρόθεσμη και νομότυπη,[άρθρο 484 παρ.2 ΚΠΔ. 6-Όσον αφορά την τρίτη πράξη πλαστογραφίας, για την οποία το Συμβούλιο Εφετών επικυρώνει τη σχετική διάταξη του πρωτόδικου βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου πρέπει να απόσχει από το να εξετάσει τυχόν παραγραφή της, καθόσον το θέμα τούτο εξαρτάται από την τύχη των άλλων πράξεων πλαστογραφίας, που φέρεται ότι τελέσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο κατ' εξακολούθηση με αυτήν, για τις οποίες προτείνεται η αναίρεση του βουλεύματος προκειμένου να εξετασθούν ενιαίως εκ νέου από το Συμβούλιο Εφετών. 7- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει τα εξής:α) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω βουλεύματος και δη σχετικά με την διάταξη αυτού που επικυρώνει το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμπει τούτον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την τρίτη κατά σειρά διακεκριμένη απάτη,(άρθρο 386 παρ.1,3β ΠΚ ) και να καταδικάσει αυτόν στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα 210 €, β) Να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρη που αναφέρεται στο να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις δυο πρώτες πλαστογραφίες και στο να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις δυο πρώτες απάτες, και γ) να απόσχει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τυχόν παραγραφή της τρίτης πλαστογραφίας, για την οποία παραπέμπεται, καθόσον το θέμα τούτο εξαρτάται από την εξέταση των ανωτέρω λόγων που αναφέρονται στις δυο πρώτες πλαστογραφίες που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση με αυτήν, ώστε να συνεξετασθεί με αυτές ενιαίως από το συμβούλιο της παραπομπής. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 86/18-7-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του 947/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 €, Γ-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα κατά τα μέρη κατά το μέρη αυτού που αναφέρονται στο να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις δυο πρώτες πλαστογραφίες και στο να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις δυο πρώτες απάτες, Δ-Να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο συμβούλιο εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το ανωτέρω βούλευμα, προκειμένου να εξετασθεί απ' αυτό τόσο ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας του πρωτόδικου βουλεύματος όσο και το αναφερόμενο στις δυο πρώτες πλαστογραφίες ζήτημα, για το οποίο το βούλευμα αναιρείται. Ε-Να απόσχει να εξετάσει το θέμα της τυχόν παραγραφής της τρίτης πλαστογραφίας, για την οποία γίνεται παραπομπή του κατηγορουμένου με το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου το θέμα τούτο να συνεξετασθεί με τις άλλες πλαστογραφίες από το συμβούλιο της παραπομπής. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Β) Πρόταση 561/7.12.2006: "1-Επανεισάγω ενώπιόν σας, ύστερα από το 1886/06 βούλευμα του Δικαστηρίου σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 86/18-7-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του 947/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε εν μέρει την έφεσή του κατά του 5789/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, καθώς επίσης και την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, και παραπέμπει τούτον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απάτη και πλαστογραφία,(άρθρα 94 παρ.2,216 παρ.1 και 386 παρ.1α,3α ΠΚ), και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το βούλευμα τον παραπέμπει για το κακούργημα της διακεκριμένης απάτης και το συναφές πλημμέλημα της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε με παράδοση στα χέρια της σύνοικης μητέρας του ....., [βλ. οικεία επιδοτήρια έκθεση του αστ/κα .....]. Η έκθεση συντάχθηκε από το γραμματέα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει το λόγο για τον οποίο ασκείται, ο οποίος συνίσταται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Η έλλειψη αιτιολογίας Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693]. β-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. γ-Κατά το άρθρο 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση απ' αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (δηλ. της κατάρτισης ή της νόθευσης ή της χρήσης), σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ., [όπως η τελευταία δευτερεύουσα πρόταση προστέθ. με το άρθρο 1 παρ.7α του Ν.2408/96]. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την ποινική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρο 13 γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου, σαν να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλ. αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Χωραφάς Α/157, Μπουρόπουλος Β/229, Α.Π. 37/98 Π.ΧΡ. ΜΗ/730, Α.Π. 329/98 Π.ΧΡ. ΜΗ/905). Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η εξαπάτηση επιτεύχθηκε, η δε παραπέρα χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, (ΑΠ 540/89 ΠΧΡ Μ/29). Προστατευόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δέκατου κεφαλαίου του ΠΚ. κατά την κρατούσα άποψη θεωρείται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών και αποδείξεων [Κ. Ανδρουλάκης. Περί συρροής εγκλημάτων 1968 Β/74, Γάφος Ειδικό Μέρος 1959 Β/46,Δέδες Εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977 σελ.17, Α.Π. 742/86 Π.ΧΡ. ΛΕ/977], ή κατά την ορθότερη άποψη, το υπόμνημα αυτό καθεαυτό δηλ. το έγγραφο που παριστάνει κατά τρόπο γνήσιο γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομη σημασία, καθόσον η ασφάλεια της απόδειξης αποτελεί το αποτέλεσμα της ποινικής προστασίας του, [Μανωλεδάκης Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών 1973 σ.79,Μαργαρίτης Κατάρτιση πλαστής διαθήκης Αρμ. 1981/524,Συρροή πλαστογραφίας - ψευδούς βεβαίωσης Υπερ.1991/113, /524, Κ. Φελουτζή Ψευδής βεβαίωση και πλαστογραφία Π.ΧΡ.ΜΓ/769]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά τους κατωτέρω χρόνους, υπηρετώντας ως περιφερειακός διευθυντής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, τέλεσε τις εξής πράξεις. 1) Στις 10-1-00 με σκοπό να παραπλανήσει τον διευθυντή του καταστήματος της Πάτρας της τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ ..... αναφορικά με τη δυνατότητά του να κινεί το λογαριασμό καταθέσεων της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ με τον αριθμό ..., κατάρτισε δυο δελτία συναλλαγών, το ένα για την ανάληψη του ποσού των 5.000.000 δρχ και το άλλο για την κατάθεση του ποσού αυτού στο λογαριασμό του Χ, που διατηρούσε αυτός στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., θέτοντας σ' αυτά κάτω από την ένδειξη υπογραφή πελάτη την υπογραφή του εκπροσώπου της προαναφερόμενης εταιρίας Ψ, εμφανίζοντας έτσι αυτά ως γνήσια έγγραφα του ανωτέρω εκπροσώπου της. Τα πλαστά αυτά δελτία τα χρησιμοποίησε στέλνοντάς τα στον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος της ... ..... με την εντολή να εκτελέσει τις εν λόγω συναλλαγές, (αναλήψεως-καταθέσεως),με σκοπό να πετύχει την εξόφληση του δανείου του από τον Χ, σκοπεύοντας να αποκομίσει παρανόμως με βλάβη της περιουσίας της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας το αναφερόμενο σ' αυτά χρηματικό ποσό. Παράλληλα, με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε στον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος της ... ....., ότι είχε εξουσιοδότηση να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ, προσκομίζοντας σ' αυτόν προς επίρρωση και τα ανωτέρω πλαστά δελτία συναλλαγών, [ανάληψης-κατάθεσης], και έτσι παραπλανώντας τον, τον έπεισε να αναλάβει τούτος από το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ το ποσό των 5.000.000 δρχ και να το καταθέσει στο λογαριασμό του Χ, που διατηρούσε αυτός στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., εξοφλώντας ισόποση οφειλή του προς αυτόν λόγω δανείου, ζημιώνοντας την περιουσία της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας με το ανωτέρω ποσό των 5.000.000 δρχ με ισόποσο περιουσιακό αυτού όφελος, καθόσον αληθινό είναι το γεγονός ότι αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας και τα ανωτέρω δελτία που προσκόμισε ήσαν πλαστά, γεγονότα που παρέστησε ψευδώς προς τον ανωτέρω διευθυντή εν γνώσει της αναλήθειας τους. 2) Το Δεκέμβριο του 2000 με σκοπό να παραπλανήσει την προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών του καταστήματος της .... της ανωτέρω τράπεζας Φ, κατάρτισε μια έγγραφη εξουσιοδότηση του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ Ζ, με ημερομηνία την 23-6-00, με την οποία φερόταν ότι τούτος τον εξουσιοδοτούσε δήθεν να αναλάβει από το λογαριασμό της εταιρίας του ... το ποσό των 5.000.000,θέτοντας πάνω σ' αυτήν και κάτω από την ένδειξη "υπογραφή πελάτη" την υπογραφή του ανωτέρω εκπροσώπου της Ζ, εμφανίζοντας έτσι τούτον να τον εξουσιοδοτεί να αναλάβει από το λογαριασμό της εταιρίας του το ποσό των 5.000.000 δρχ. Την πλαστή αυτή εξουσιοδότηση την χρησιμοποίησε στέλνοντάς την στην ανωτέρω προϊσταμένη Φ προκειμένου να την παραπλανήσει και να θεωρήσει αυτή ως έγκυρη την υπ' αυτού γενομένη στις 23-6-00 ανάληψη από το λογαριασμό της εταιρίας του ποσού των 5.000.000 δρχ, σκοπεύοντας να αποκομίσει παρανόμως με βλάβη της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ανωτέρω τράπεζας το ποσό τούτο. Παράλληλα, στις 23-6-00 με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε στην προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών του καταστήματος της ανωτέρω τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ της .... Φ ότι είχε εξουσιοδότηση από τον εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και εντεταλμένο σύμβουλο αυτής Ζ να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας του ...,προσκομίζοντας προς αυτήν προς επίρρωση το Δεκέμβριο του 2000 και την ανωτέρω έγγραφη εξουσιοδότησή του, και έτσι παραπλανώντας την, την έπεισε στις μεν 23-6-00 να αναλάβει το ανωτέρω χρηματικό ποσό από το λογαριασμό τούτο και να το παραδώσει προσωπικά στον ίδιο, το δε Δεκέμβριο του 2000 να θεωρήσει την ανάληψη αυτή ως έγκυρη, προκαλώντας έτσι περιουσιακή ζημία στην ανωτέρω εταιρία και στην τράπεζα με το ποσό των 5.000.000 δρχ. με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού όφελος, καθόσον αληθινό είναι ότι αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας και η ως άνω εξουσιοδότηση ήταν πλαστή, γεγονότα τα οποία παρέστησε σ' αυτήν ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας τους. 3) Στις 12-10-00 με το σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του και στη μητέρα του ..... παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε στον διευθυντή του καταστήματος της παθούσας ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ της .... W ότι έχει εξουσιοδότηση από τον εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και εντεταλμένο σύμβουλό της Ζ να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ανωτέρω ... λογαριασμό της και έτσι παραπλανώντας τον τον έπεισε να χρεώσει τον εν λόγω λογαριασμό της εταιρίας με το ποσό των 8.000.000 δρχ και να πιστώσει τούτο στο λογαριασμούς ..., που ανήκε στον ίδιο (τον κατηγορούμενο) και στη μητέρα του με το ποσό των 7.000.000,και το λογαριασμό ...,που ανήκε προσωπικά στον ίδιο με το ποσό του 1.000.000 δρχ., προκαλώντας έτσι ζημία στην περιουσία των παθουσών ανωνύμων εταιριών ΒΙΟΣΩΛ και ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ με το ποσό των 8.000.000 δρχ., με παράνομο όφελος αυτού και της μητέρας του, αντίστοιχου με τα ως άνω ποσά που πίστωσε τους λογαριασμούς τους, καθόσον αληθινό είναι ότι αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα να κινεί το λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ, γεγονός το οποίο παρέστησε προς τον ανωτέρω διευθυντή του καταστήματος ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας του. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται οι ποινικές υποστάσεις των εγκλημάτων, πρώτον της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού, που τέλεσε τούτος σε βάρος των ανωνύμων εταιριών της ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, κατ' εξακολούθηση, από τις οποίες πράξεις σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του το συνολικό όφελος των 18.000.000 δρχ., ποσό που υπερβαίνει το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. και δεύτερο της απάτης, που τέλεσε τούτος σε βάρος των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις τόσον της κατά συνήθεια τελέσεως, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους προκύπτει ροπή του προς τέλεσή τους ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όσον και το ότι το συνολικό όφελος που απέβλεπε να προσκομίσει και προσκόμισε με την τέλεσή τους ανέρχεται στο ποσό των 18.000.000 δρχ., ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε τα εξής: 1) Επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα σχετικά με τη διάταξη αυτού που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για τα εγκλήματα της διακεκριμένης απάτης που φέρεται ότι τέλεσε τούτος στη Νίκαια Αττικής στις 12-10-00 κατά την οποία παραπλάνησε το διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας W και του απέσπασε το ποσό των 8.000.000 δρχ. από το λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού που φέρεται ότι τέλεσε τούτος στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 2000 αναφορικά με την κατάρτιση απ' αυτόν της πλαστής εξουσιοδότησης του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ για την κίνηση του λογαριασμού της εταιρίας, την οποία είχε προχρονολογήσει με τη χρονολογία 23-6-00, με την αιτιολογία ότι ορθά τούτο τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα άρθρα 309 παρ. και 313 ΚΠΔ, για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως αυτών καθόσον προέκυψαν εναντίον του αποχρώσες ενδείξεις για την ενοχή του. 2) Αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για διακεκριμένη απάτη, κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά την πρώτη απάτη που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00 σχετικά με την ψευδή παράσταση που έκανε στον διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας των ...., σχετικά με την ανάληψη του ποσού των 5.000.000 δρχ από τον λογαριασμό της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και την κατάθεση του ποσού αυτού στον λογαριασμό του δανειστή του Χ, και τη δεύτερη που φέρεται ότι τέλεσε στην .... στις 23-6-00 σχετικά με την ψευδή παράσταση αυτού στην προϊσταμένη του τμήματος εξυπηρετήσεως πελατών Φ και την απόσπαση από το λογαριασμό της παθούσας εταιρίας του ποσού των 5.000.000 δρχ. 3) Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά τις δυο πρώτες πλαστογραφίες που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00 σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου ανάληψης του ποσού 5.000.000 δρχ. από το κατάστημα της παθούσας Εγνατίας τράπεζας και του πλαστού δελτίου κατάθεσης του ίδιου ποσού στο λογαριασμό του δανειστή του Χ στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού .... . Γ)-Κριτική αξιολόγηση. Όσον αφορά τη διάταξη του προσβαλλόμενου βουλεύματος με την οποία επικυρώνει το εκκαλούμενο βούλευμα σχετικά με την παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για το κακούργημα της διακεκριμένης απάτης, που φέρεται ότι τέλεσε στη .... στις 12-10-00 κατά την οποία φέρεται ότι τούτος παραπλάνησε το διευθυντή του καταστήματος της Εγνατίας τράπεζας και του απέσπασε το ποσό των 8.000.000 δρχ από το λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης ότι η προξενηθείσα ζημιά των παθουσών εταιριών υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ότι αυτός διαπράττει απάτες κατά συνήθεια, και δη ότι από την επανειλημμένη τέλεση απατών προκύπτει ροπή για την τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ και 386 παρ.1α,3α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. 4-Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (Α.Π. 760/1996, 1155/2000 Π.Χ. ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα). Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι οι δυο πλαστογραφίες που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 10-1-00 σε βάρος των ανωνύμων εταιριών ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, φέρουν το χαρακτήρα του πλημμελήματος και γι' αυτό έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, χωρίς να δεχθεί τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων πρώτον ότι τελέσθηκαν κατά συνήθεια και δεύτερον ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση με την τρίτη, που φέρεται ότι τέλεσε ο ίδιος το Δεκέμβριο του 2000,και ότι το συνολικό όφελος που σκόπευε να αποκομίσει απ' αυτές, στο οποίο και απέβλεπε, ανέρχεται στο ποσό των 18.000.000 δρχ., ποσό δηλ. που υπερβαίνει το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. Η σωρευτική συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων αναβιβάζει τις πράξεις στο βαθμό του κακουργήματος. Εντούτοις το βούλευμα δέχεται ότι τις δυο αυτές πλαστογραφίες τις τέλεσε χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατά συνήθεια τελέσεως, ενώ δέχεται αντιφατικά ότι τις απάτες, τις οποίες τέλεσε με αληθινή κατ' ιδέα συρροή με αυτές τις τέλεσε κατά συνήθεια. Δέχεται δηλ. σε δυο κατ' ιδέα συρρέοντα εγκλήματα, όπως εδώ της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και της απάτης, για την τέλεση της οποίας έκανε και χρήση του πλαστού και αποτέλεσε την ουσιαστική περάτωση της πλαστογραφίας, το ένα έγκλημα να τελείται κατά συνήθεια και το άλλο όχι, όπερ ασύμβατο προς τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, χωρίς να παρέχει για τούτο καμία σχετική διευκρίνιση. Συνεπώς, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 13 περ. στ, 98 και 216 παρ. 1, 3α ΠΚ γιατί τις παραβίασε εκ πλαγίου, λόγος αναιρέσεως που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, (άρθρο 484 παρ.2 ΚΠΔ). 5-Απόλυτη ακυρότητα Απόλυτη ακυρότητα κατά τις διατάξεις των άρ. 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β', 308 παρ. 1 και 481 παρ. 1 του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, σύμφωνα με τα άρ. 484 παρ. 1 εδ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος, χωρίς προηγούμενη έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα επί της ουσίας της υποθέσεως ή για το λόγο της εφέσεως που το συμβούλιο έκρινε ως εξεταστέο. Στην προκειμένη περίπτωση για τις δυο πλαστογραφίες κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 10-1-00, την πρώτη μεν σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου ανάληψης του ποσού 5.000.000 δρχ. από το κατάστημα της παθούσας Εγνατίας τράπεζας, τη δεύτερη δε σχετικά με την κατάρτιση του πλαστού δελτίου κατάθεσης του ανωτέρω ποσού στο λογαριασμό του δανειστή του Χ στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας επί της οδού ...., ο μεν εισαγγελέας εφετών προτείνει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, το δε Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία γι' αυτές για το λόγο ότι εμφιλοχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξαιτίας του ότι δεν απαγγέλθηκαν στον κατηγορούμενο εκ παραδρομής του ανακριτή με τον ορθό χαρακτηρισμό τους, δηλ. ως απάτες. Συγκεκριμένα, απαγγέλθηκαν ως υπεξαιρέσεις και όχι ως απάτες και επομένως επήλθε, κατά την άποψη του Συμβουλίου, απόλυτη ακυρότητα της απαγγελίας της κατηγορίας από τον ανακριτή. Για το λόγο αυτό στη συνέχεια, αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για τις δυο αυτές απάτες κατά του κατηγορουμένου λόγω ακυρότητας της προδικασίας, λόγο τον οποίο αυτός πρόβαλε με την έφεσή του, αλλ' ο εισαγγελέας τον παρείδε και δεν πρότεινε τίποτα γι' αυτόν. Έτσι όμως, το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε σε λόγο εφέσεως του κατηγορουμένου, για τον οποίο δεν υπήρχε προηγούμενη πρόταση του οικείου εισαγγελέα. Για το λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο ως άκυρο όσον αφορά τη διάταξη αυτού να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για τις ως άνω δυο πρώτες απάτες, καθόσον ο λόγος αυτός της αναιρέσεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά εμπρόθεσμη και νομότυπη, [άρθρο 484 παρ.2 ΚΠΔ. 6-Όσον αφορά την τρίτη πράξη πλαστογραφίας, για την οποία το Συμβούλιο Εφετών επικυρώνει τη σχετική διάταξη του πρωτόδικου βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου πρέπει να απόσχει από το να εξετάσει τυχόν παραγραφή της, καθόσον το θέμα τούτο εξαρτάται από την τύχη των άλλων πράξεων πλαστογραφίας, που φέρεται ότι τελέσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο κατ' εξακολούθηση με αυτήν, για τις οποίες προτείνεται η αναίρεση του βουλεύματος προκειμένου να εξετασθούν ενιαίως εκ νέου από το Συμβούλιο Εφετών. 6-Επικουρική πρόταση. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έχει αντίθετη άποψη αναφορικά με τη συνδρομή των λόγων αναίρεσης της εσφαλμένης ερμηνείας-εφαρμογής και της απόλυτης ακυρότητας και κρίνει ότι δεν εμφιλοχώρησαν οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, το Δικαστήριο πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για το έγκλημα της πλαστογραφίας, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2000 σχετικά με την πλαστογραφηθείσα και προχρονολογηθείσα υπ' αυτού από 23-6-00 εξουσιοδότηση του εκπροσώπου της εταιρίας ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ Ζ, καθόσον από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε παρήλθε ο προβλεπόμενος για την παραγραφή του χρόνος της πενταετίας και το αξιόποινό του εξαλείφθηκε. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ.1β,511 και 514 ΚΠΔ, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους στο άρθρο 484 ΚΠΔ, χωρίς συγχρόνως ν` απαιτείται αυτός να είναι και βάσιμος. 8- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει τα εξής: Α-Κύρια πρόταση: α) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω βουλεύματος και δη όσον αφορά το κεφάλαιο αυτού που επικυρώνει το πρωτόδικο βούλευμα και παραπέμπει τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την τρίτη κατά σειρά διακεκριμένη απάτη,(άρθρο 386 παρ.1,3β ΠΚ ) και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα 210 Ε, β) Να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τα κεφάλαια που παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις δυο πρώτες πλαστογραφίες και να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις δυο πρώτες απάτες, γ) Να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, και δ) να απόσχει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τυχόν παραγραφή της τρίτης πλαστογραφίας, για την οποία παραπέμπεται, καθόσον το θέμα τούτο εξαρτάται από την εξέταση των ανωτέρω λόγων που αναφέρονται στις δυο πρώτες πλαστογραφίες που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση με αυτήν, ώστε να συνεξετασθεί με αυτές ενιαίως από το συμβούλιο της παραπομπής. Και τούτο γιατί από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 318 εδ. β΄ και 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου έχει τη δυνατότητα, κατ' απόκλιση της υπό του άρθρου 470 ΚΠΔ θεσπιζόμενης και ισχύουσας μόνο για την καταδικαστική απόφαση αρχής, να καταστήσει χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου, και όταν ακόμη το ίδιο επιλήφθηκε της υποθέσεως, λόγω ασκηθείσας υπ' αυτού αναιρέσεως κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, και να χαρακτηρίσει ορθότερα το έγκλημα ως βαρύτερο ή να δεχθεί την υπό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος αποκρουσθείσα επιβαρυντική περίσταση, αρκεί όμως να μην μεταβάλλεται ανεπιτρέπτως η κατηγορία. [Α.Π.1203/00] Β-Επικουρική πρόταση. α) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω βουλεύματος όσον αφορά το έγκλημα της διακεκριμένης απάτης, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην Αθήνα στις 12-10-00 σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ, β) Να αναιρέσει το ανωτέρω βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά το κατηγορουμένου κατά το μέρος αυτού που αναφέρεται στο έγκλημα της πλαστογραφίας, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2000 σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ α-Να απορριφθεί η 86/18-7-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του 947/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 €, Και επιπλέον: Α-Κύρια πρόταση γ-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα κατά τα μέρη αυτού που παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις δυο πρώτες πλαστογραφίες και αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις δυο πρώτες απάτες, δ-Να Παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο συμβούλιο εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το ανωτέρω βούλευμα, προκειμένου να εξετασθεί απ' αυτό τόσο ο λόγο της απόλυτης ακυρότητας του πρωτόδικου βουλεύματος όσο και τις δυο πρώτες πλαστογραφίες. ε-Να απόσχει το Δικαστήριο να εξετάσει το θέμα της τυχόν παραγραφής της τρίτης πλαστογραφίας, για την οποία γίνεται παραπομπή του κατηγορουμένου με το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου το θέμα τούτο να συνεξετασθεί με τις άλλες πλαστογραφίες από το συμβούλιο της παραπομπής. Β-Επικουρική πρόταση. γ) Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα όσον αφορά την τρίτη πλαστογραφία, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 2000 σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΒΙΟΣΩΛ ΑΕ και της τραπεζικής εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, και να παύσει οριστικά την ποινική γι' αυτή δίωξη". Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή εισάγεται προς κρίση η από 18-7-2005 αίτηση του κατηγορουμένου ....., για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 947/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο α)αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις επί μέρους πράξεις 1)της απιστίας κατ΄ εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του έτους 2000 και κατά την 23-10-2000 και 2)της απάτης κατ΄ εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην .... και .... την 10-1-2000 και 23-6-2000 αντιστοίχως, β)έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής, για τις επί μέρους πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ΄ εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος, που φέρεται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα την 10-1-2000, αφού προηγουμένως εξαφάνισε, κατά παραδοχή της από 10-1-2005 εφέσεως του αναιρεσείοντος, το υπ΄ αριθμ. 5789/2004 βούλευμα του πρωτοβάθμιου δικαστικού συμβουλίου, κατά το αντίθετο παραπεμπτικό τμήμα αυτού και γ)επικύρωσε εν μέρει το τελευταίο, ως προς τη διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών 1)για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα την 12 Οκτωβρίου 2000 και 2)για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό πλημμελήματος, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2000. Την ως άνω παραπεμπτική περί κακουργηματικής απάτης και πλημμεληματικής πλαστογραφίας διάταξη του βουλεύματος προσβάλλει ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και δεν ζητεί την αναίρεση αυτού ως προς τις άλλες διατάξεις του, ήτοι την απαλλακτική και την περί οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως, ως προς τις οποίες το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση για τους λόγους δε της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ). Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκ μέρους του Αρείου Πάγου αυτεπάγγελτη έρευνα των από το άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ λόγων αναιρέσεως μπορεί να γίνει μόνο ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο που πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το οποίο και μόνο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επειδή, κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β΄, 370 β΄ και 485 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρώσή της οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 Κ.Π.Δ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη στην ουσία της την από 10-1-2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ΄ αριθμ. 5789/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικύρωσε εν μέρει το τελευταίο ως προς τη διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό πλημμελήματος που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2000. Η πράξη όμως αυτή υπέπεσε σε παραγραφή, αφού από την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία φέρεται ότι τελέσθηκε (Δεκέμβριο 2000) και μέχρι την ημερομηνία διασκέψεως της υποθέσεως (23-1-2007) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, πρέπει το πληττόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού σε βαθμό πλημμελήματος και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή αντίστοιχη ποινική δίωξη. Επειδή κατά το άρθρο 386 παρ. 3 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών. Εξάλλου κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ. εδ. β΄ του Π.Κ. κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και ως προς την κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα κατ΄ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος ....., περιφερειακός διευθυντής Αθηνών της μηνύτριας τράπεζας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε.", για την οποία η μηνύτρια είχε διαθέσει το δίκτυο των καταστημάτων της και είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο τη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών και την εν γένει επικοινωνία με την παραπάνω εταιρία και μετά την απόδοση στην παραπάνω εταιρία των κεφαλαίων της αύξησης και ενώ στον υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμό υποδοχής, που είχε ανοιχθεί επ΄ ονόματι της παραπάνω εταιρίας στην μηνύτρια, προκειμένου να πιστωθούν σ΄ αυτόν τα χρηματικά ποσά της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, παρέμεινε την 31-12-1999 συνολικά υπόλοιπο χρηματικό ποσό ύψους 50.760,41 ευρώ (=17.294.072 δρχ. =11.918.800 δρχ. που αφορούσε στην συμφωνηθείσα προμήθεια της μηνύτριας μετά του Φ.Π.Α. +5.377.272 δρχ. που αφορούσαν σε πιστωθέντες τόκους του κεφαλαίου μέχρι την 30-12-1999), ο κατηγορούμενος δεν μερίμνησε για τη μεταφορά του χρηματικού ποσού της παραπάνω προμήθειας πιστώνοντάς τον σε εσωτερικό λογαριασμό της μηνυτρίας και για την απόδοση των παραπάνω πιστωθέντων τόκων στην εταιρία "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε.", παράλληλα δε άφησε τον παραπάνω λογαριασμό σε ισχύ και: (Α.3.) Στην Αθήνα την 12-10-2000, αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον W, διευθυντή του καταστήματος .... της μηνύτριας, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ΄ αυτόν ότι είχε την εξουσία να κινεί τον υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρίας "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε.", που τηρείτο στη μηνύτρια, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε με fax στον W την έγκρισή του επί του υπηρεσιακού αιτήματος, που ο W είχε προηγουμένως διαβιβάσει, καθ΄ υπόδειξη του, σ΄ αυτόν, χρέωσης του παραπάνω λογαριασμού με το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δρχ., προκειμένου να δικαιολογηθούν αφενός μεν η πίστωση με το ποσό των 7.000.000 δρχ. του υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμού, με δικαιούχο την ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ με την ένδειξη "για λογαριασμό κωδικού ...", ο οποίος ανήκε στην ....., μητέρα του κατηγορούμενου, αφετέρου δε η πίστωση με το ποσό του 1.000.000 δρχ. του υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμού, με δικαιούχους τον κατηγορούμενο και την μητέρα του, στις οποίες πιστώσεις ο W είχε προηγουμένως, κατ΄ εντολή του κατηγορουμένου, προβεί και είχε καλύψει προσωρινά με λήψη ισόποσου δανείου από πελάτη της μηνύτριας. Με την προαναφερόμενη ψευδή παράσταση ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος συνάμα την ιδιότητά του και την υψηλή ιεραρχική θέση που κατείχε στην διοίκηση της μηνύτριας έπεισε τον W να χρεώσει τον υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρίας "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε", που τηρείτο στην μηνύτρια, με το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δρχ. Πλην όμως, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, η αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε, είναι ότι αυτός δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από κανένα να κινεί τον παραπάνω λογαριασμό, γι΄ αυτό και, εάν ο W γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν υπήρχε περίπτωση να χρεώσει τον παραπάνω λογαριασμό με το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δρχ., με αποτέλεσμα να ζημιωθούν η μηνύτρια και η εταιρία "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε." κατά το ποσό των 23.481,07 ευρώ (=8.000.000 δρχ. με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και της μητέρας του. Και με αντίστοιχη συνολική ζημία της μηνύτριας και της εταιρίας "ΒΙΟΣΩΛ Α.Β.Ε", ήτοι υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ., από την επανειλημμένη δε τέλεση της εν λόγω πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και θεμελιώνουν την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως από τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ΄ εδ. β΄ και 386 παρ. 3Π.Κ. που ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής απάτης. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το υπ΄ αριθμ. 947/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για πλαστογραφία με χρήση πλαστού, σε βαθμό πλημμελήματος που φέρεται ότι τελέσθηκε απ΄ αυτόν στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2000. Και, Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 18 Ιουλίου 2005, αίτηση του ....., για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 947/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ