Αριθμός 531/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, την 10η Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 970/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενο τον ..., κάτοικο Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 14/18 Μαϊου 2006 έκθεση αναιρέσεώς του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 922/2006. ΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό πρωτ. 378/20-9-2006 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως κατ΄άρθρο 485 ΚΠΔ την 14/18-5-2006 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το 970/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Για τη βασιμότητα των λόγων του αναιρετηρίου αναφέρομαι εξ ολοκλήρου σ΄αυτό. Προτείνω, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα 970/2006 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση σε ομοειδές και ισόβαθμο Δικαστικό Συμβούλιο άλλο από το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο με αναίρεση Δικαστικό Συμβούλιο. Αθήναι 30-6-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 483 παρ. 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή του και για όλους τους λόγους του άρθρου 484 παρ. 1, μεταξύ των οποίων και η υπέρβαση εξουσίας θετικής και αρνητικής. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσβάλλεται για υπέρβαση εξουσίας το υπ' αριθμ. 970/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν προσφυγή του κατηγορουμένου ....δικηγόρου Αθηνών κατά του υπ' αριθμ. 25/2006 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών δια του οποίου παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος των αναφερομένων σ' αυτό αξιοποίνων πράξεων, που φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 1,2 και 3 του ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 του τελευταίου άρθρου ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 25 του ν. 3346/2005, προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη ή για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία (3) έτη. Εξάλλου από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 318, 370 εδ. β' και 484 παρ. 2 (πρώην 3) ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και από το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και ακόμη μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, οφείλει να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να έχει ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους (προκειμένου περί βουλεύματος) στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ, χωρίς συγχρόνως, να απαιτείται ο λόγος αυτός να είναι και βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 970/18-4-2006 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή ολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-3-2006 αριθμό εκθέσεως 5/2006 προσφυγή του κατηγορουμένου ...., δικηγόρου Αθηνών κατά του υπ' αριθμ. 25/16-2-2006 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτός (προσφεύγων) και ο ...., δικηγόρος Αθηνών παραπεμπόταν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν για τις πλημμεληματικές πράξεις: α) της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού, β) της ψευδορκίας μάρτυρα και γ) της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 45, 94, 229 παρ. 1, 224 παρ. 2-1 ΄και 363-362 ΠΚ) που φέρονται ότι έχουν τελεστεί στις 10-4-1998 σε βάρος του εγκαλούντος ...., δικηγόρου Αθηνών, με την κατάθεση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της από 7-4-1998 μηνύσεώς τους εναντίον του ως άνω εγκαλούντος, δεχθέν, αναφορικά με τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί παραγραφής των ως άνω πράξεων λόγω παρελεύσεως πενταετίας από του φερομένου ως χρόνου τελέσεώς τους, ότι είχε επέλθει αναστολή της παραγραφής των εν λόγω πράξεων, με το υπ' αριθμ. 567/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε αναστείλει τη δίκη κατά τα άρθρα 59 και 366 παρ. 2 του ΠΚ, κατά των ως άνω κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις μέχρι τέλος της ποινικής δίκης εναντίον του ως άνω εγκαλούντος .... που είχε ανοιχθεί εξ αφορμής της πιο πάνω μήνυσης του προσφεύγοντος και του συγκατηγορουμένου του και για την οποία σχηματίσθηκε η δικογραφία με αριθμό Ε.Τ 48-99/33. Όμως από το χρόνο που κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος φέρονται ότι τελέσθηκαν οι παραπάνω πλημμεληματικές αξιόποινες πράξεις (10-4-1998) και μέχρι την κατά την 18-4-2005 έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος, είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής των ως άνω αδικημάτων των πέντε (5) ετών και εκείνος της αναστολής των τριών (3) ετών, ήτοι είχε συμπληρωθεί ο απώτατος χρόνος παραγραφής των ως άνω αδικημάτων των οκτώ (8) ετών και συνεπώς το αξιόποινο τούτων (αδικημάτων) είχε εξαλειφθεί με παραγραφή. Κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν έπαυσε την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του πιο πάνω προσφεύγοντος-κατηγορουμένου για τις προαναφερόμενες πράξεις, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Έτσι κατέστησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του αναιρετέο, κατά τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως περιέχει δε και τον πιο πάνω παραδεκτό λόγο αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις εν λόγω πλημμεληματικές πράξεις τόσο κατά του προσφεύγοντος ....όσο και εναντίον του ....που έχει παραπεμφθεί ότι τέλεσε από κοινού με τον πρώτο τις ίδιες πράξεις, κατ' εφαρμογή του από το άρθρο 469 εδ. α' ΚΠοινΔ επεκτατικού αποτελέσματος της υπό κρίση αναιρέσεως, ο λόγος της οποίας δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο της προσφεύγουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 970/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων....και ....για ψευδή καταμήνυση από κοινού, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στις 10 Απριλίου 1998. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ