Αριθμός 1/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Θεοδώρα Γκοϊνη και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελευθερία Ρίζου, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 443,444,445,446/2005 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ....., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση των αποφάσεων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2006. Αφού άκουσε την πληρεξουσία της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται η συνδρομή των εξής όρων: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία πάνω στο ίδιο το θύμα, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, συνουσία ή να επιχειρήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός επομένως του παθόντος μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, η δε απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου πρέπει να στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος. Έτσι για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος, χωρίς όμως να αποκλείεται και η συνύπαρξη και των δύο τρόπων, δράστης δε κατά συναυτουργία μπορεί να είναι και θήλυ πρόσωπο, όταν τούτο μετέρχεται τη σωματική βία ή την απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι, για την ύπαρξη δεδικασμένου, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράση κατηγορηθέντος, έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Με άλλα λόγια, ταυτότητα της πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο την κατηγορία που εισάγεται για εκδίκαση στο ακροατήριο, αλλά και όλες ακόμα τις σιωπηρά συνεισαγόμενες κατηγορίες που προέρχονται από την επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της αρχικής κατηγορίας, υπό την προϋπόθεση της μη μεταβολής αυτής. Γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, προκύπτει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1β του ΚΠΔ), που αποτελεί λόγο αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ). Προϋπόθεση δε για την επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της αξιόποινης πράξης που εισάγεται για εκδίκαση είναι ότι τα νεότερα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού, υπάρχουν κατά χρόνο που εκδικάζεται η απόφαση του δικαστηρίου και είναι γνωστά σε αυτό. Εν όψει των ανωτέρω, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας που επιλαμβάνεται της εκδίκασης υπόθεσης βιασμού, φερομένου ότι τελέσθηκε κατά συναυτουργία από τον κατηγορούμενο, συνιστάμενου δε στον εξαναγκασμό της παθούσας σε εξώγαμη συνουσία, είτε κατόπιν απειλών είτε κατόπιν άσκησης σωματικής βίας κατά της τελευταίας, δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο που απορρέει από το άρθρο 57 ΚΠΔ από το γεγονός ότι είχε προηγηθεί αμετάκλητη απόφαση που είχε κηρύξει αθώο της κατηγορίας της απειλής τον ίδιο κατηγορούμενο, στηριζόμενη στα ίδια με την συγκροτούσα το σκέλος της απειλής στο έγκλημα του βιασμού πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεώς της, όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με τις υπ' αριθμ. 443, 444, 445, 446/2005 προσβαλλόμενες αποφάσεις του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι, από τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Κατά την Άνοιξη του έτους 2000 και σε χρόνο που ούτε η ίδια η παθούσα μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια, αφού η κατηγορουμένη είχε προηγουμένως κανονίσει τηλεφωνική συνάντηση, τις μεσημβρινές ώρες κατέφθασε στην οικία της άνδρας ηλικίας 50 περίπου ετών και η κατηγορουμένη στην έκπληκτη θυγατέρα της δήλωσε ότι έπρεπε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του και ότι όφειλε να την υπακούσει διότι έπρεπε να βγάλουν χρήματα. Η παθούσα, έκπληκτη από την πρωτοφανή ενέργεια της μητέρας, αρνήθηκε και αντέδρασε αλλά η κατηγορουμένη, αφού την άρπαξε από τα μαλλιά, την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της και την απείλησε με μαχαίρι ότι θα την σκοτώσει αν δεν υπέκυπτε, βοηθούμενη δε και από τον άγνωστο άνδρα-πελάτη, έκαμψε την αντίσταση της θυγατέρας της, την ώθησε βίαια μέσα στην κρεβατοκάμαρα και μαζί με τον ανωτέρω άνδρα, την κλείδωσε μέσα σ' αυτή. Μάλιστα δε, όταν η θυγατέρα της μέσα στην κρεβατοκάμαρα φώναζε και αντιστεκόταν, εκείνη (κατηγορουμένη), προκειμένου η θυγατέρα να υποκύψει στις ερωτικές ορέξεις του πελάτη, εμφανίστηκε έξω από την πόρτα του μπαλκονιού και της έδειχνε το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι της. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, ο άγνωστος πελάτης χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έρριξε την ανήλικη στο κρεβάτι, την ακινητοποίησε και παρά τη θέλησή της ήλθε σε κατά φύση συνουσία μαζί της. Με τον ίδιο τρόπο, της ανεύρεσης πελατών από την μητέρα από καταχώριση αγγελιών με το άνω περιεχόμενο και άλλες τριάντα περίπου φορές και σε ειδικότερες ημερομηνίες που η παθούσα ευλόγως αδυνατεί να προσδιορίσει, εξαναγκάσθηκε, παρά την θέλησή της, να έρθει σε σαρκική συνάφεια με άγνωστα πρόσωπα από την Άνοιξη του έτους 2000 και μέχρι την 17-1-2002 που τελικά κατήγγειλε στην αστυνομία τον κατ' εξακολούθηση βιασμό της. Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις η κατηγορουμένη, αφού ρύθμιζε από τηλεφώνου τις συναντήσεις, δεχόταν τους επισκέπτες στο σπίτι της και μέχρι την 17-1-2001 με σωματική βία κατά της θυγατέρας και τη χρήση μαχαιριού με το οποίο την απειλούσε, έκτοτε δε και χωρίς τη χρήση μαχαιριού, αφού η παθούσα θεωρούσε πλέον βέβαιη και δεδομένη τη χρήση βίας αν αντιδρούσε, την εξανάγκαζε κάθε φορά να εισέρχεται στην κρεβατοκάμαρα και εκεί, υποκύπτουσα στις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις των αγνώστων πελατών να συνευρίσκεται κατά φύση μαζί τους. Μάλιστα, μετά την πρώτη φορά, η κατηγορουμένη στην κρεβατοκάμαρά της όπου κλείδωνε την παθούσα, είχε εγκαταστήσει και συσκευή βίντεο για την προβολή πορνογραφικού περιεχομένου ταινιών προς χρήση των πελατών. Με τα αποδεικτικά αυτά δεδομένα, στοιχειοθετείται το έγκλημα του βιασμού κατ' εξακολούθηση και η συμμετοχική δράση της κατηγορουμένης ως συναυτουργού συνίσταται στην παρ' αυτής άσκηση σωματικής βίας και την απειλή κατά της θυγατέρας της αμέσου και σπουδαίου κινδύνου. Με ιδιαίτερη δε περαιτέρω σκέψη το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε την από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα προβληθείσα στο ακροατήριο αυτού ένσταση δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 6747/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, και με την οποία αυτή κηρύχθηκε αθώα του εγκλήματος της απειλής κατ' εξακολούθηση, συνισταμένου στο ότι "......στον .... και στην επί της οδού ..... οικία της, κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2001 έως 7-1-2002, εξανάγκασε την κόρη της ..... να εκδίδεται επ' ανταλλάγματα υπό την διαρκή εκάστοτε απειλή μαχαιριού, διά του οποίου, κατά τα λεγόμενά της, θα την σκότωνε αν δεν ακολουθούσε τις εντολές, προκαλώντας σε αυτήν φόβο και ανησυχία για την σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή της", με την αιτιολογία ότι για τις μερικότερες μόνο πράξεις του βιασμού που εμπίπτουν στο ίδιο χρονικό διάστημα, δεν παράγεται δεδικασμένο, διότι από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 336 και 333 του ΠΚ, προκύπτει ότι ο βιασμός και η απειλή συγκροτούνται από διαφορετικά μεταξύ τους περιστατικά και ως εκ τούτου συρρέουν αληθώς. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη βιασμού κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία τελεσθείσα, και επέβαλε σ' αυτήν ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 45 και 336 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα όσον αφορά το χρονικό διάστημα από την άνοιξη του 2000 μέχρι τις 17-1-2001, δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς τον τρόπο εξαναγκασμού της παθούσας σε εξώγαμη συνουσία, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, άσκησε η κατηγορουμένη κατά της παθούσας σωματική βία, προκειμένου να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία με διάφορους άνδρες. Αλλά και όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 17-1-2001 έως 7-1-2002, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο εκτιμάται ενιαία με το σκεπτικό, αναφέρεται ότι και γι' αυτό, περιλαμβανόμενο το χρονικό διάστημα από την άνοιξη του 2000 μέχρι 7-1-2002, η κατηγορούμενη ασκούσε κατά της παθούσας σωματική βία, προκειμένου να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία, επί πλέον δε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (από 17-1-2001 έως 7-1-2002), κατόπιν απειλών κατ' αυτής εξαναγκάσθηκε η τελευταία σε εξώγαμη συνουσία, και, συνεπώς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συντελέσθηκε η εξώγαμη συνουσία και κατά το χρονικό αυτό διάστημα εξακολουθητικά με τη χρήση σωματικής βίας από την κατηγορουμένη. Περαιτέρω, δεχόμενο το Δικαστήριο στο σκεπτικό αυτού ότι συντελέσθηκε το έγκλημα του βιασμού κατ' εξακολούθηση κατόπιν απειλών εκ μέρους της κατηγορουμένης, συγκείμενων στο ότι, με απειλή μαχαιριού, την εξανάγκαζε σε εξώγαμη συνουσία, δεν παραβίασε το από το άρθρο 57 του ΚΠΔ απορρέον δεδικασμένο, απορρίπτοντας την στο ακροατήριό του από τον συνήγορό της προβληθείσα σχετική ένσταση, για ύπαρξη δεδικασμένου, προκύπτοντος από την καταστάσα αμετάκλητη ως άνω 6747/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η κατηγορουμένη κηρύχθηκε αθώα της απειλής, με τα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, και είναι αδιάφορο αν εσφαλμένα δέχθηκε ότι συρρέουν αληθώς (αντί του ορθού φαινομενικώς) τα εγκλήματα της απειλής και του βιασμού (ΑΠ 2056/2004, ΠΧρον ΝΕ, 738). Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεώς της, με την αιτίαση ότι υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το στοιχείο της "κατόπιν απειλών" τέλεσης του εγκλήματος του βιασμού κατ' εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως είναι, για τον ίδιο λόγο, απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ' του ίδιου Κώδικα σχετικός λόγος για παραβίαση του δεδικασμένου. Τέλος, απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πως συντελέσθηκε η αποτελούσα συστατικό στοιχείο του εγκλήματος του βιασμού αξιόποινη πράξη της απειλής με την επίδειξη μαχαιριού "που κρατούσε η κατηγορουμένη έξω από την πόρτα του μπαλκονιού", χωρίς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο να προκύπτει ότι η πόρτα του μπαλκονιού ήταν ανοικτή ή από διάφανο γυαλί, καθόσον, με αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Δεν επέρχεται όμως απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, δεν αναγνώσθηκε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ύπαρξη στην οικία της κατηγορουμένης συσκευής βίντεο, οι δε σε αυτό (ακροατήριο) αναγνωσθείσες από 18-1-2002 εκθέσεις έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης κατά τη νύχτα της Αντεισαγγελέως Μερόπης Σαμπάλη δεν αναφέρουν την ύπαρξη τέτοιας συσκευής, ούτε έλαβε χώρα σε αυτό (ακροατήριο) προβολή των στις τελευταίες μνημονευομένων ως κατασχεθεισών βιντεοκασετών. Από την αναφορά όμως στην αρχή του σκεπτικού των κατά το είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για να καταλήξει στην παραδοχή ότι "μετά την πρώτη φορά, η κατηγορούμενη στην κρεβατοκάμαρά της, όπου κλείδωνε την παθούσα, είχε εγκαταστήσει και συσκευή βίντεο για την προβολή πορνογραφικού περιεχομένου ταινιών προς χρήση των πελατών...", περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις και συνεπώς και η κατάθεση της παθούσας, η οποία όσον αφορά την ύπαρξη της συσκευής του βίντεο, επί λέξει κατέθεσε "Είχε βίντεο στο δωμάτιο της μάνας μου. Η μάνα μου χρησιμοποιούσε το βίντεο έβαζε μέσα τις κασέτες και έφευγε", όσον αφορά δε το περιεχόμενο των κασετών που κατασχέθηκαν, την ύπαρξη των οποίων αναφέρει στην κατάθεσή του ο μάρτυρας ....., η κατάθεση της ίδιας της παθούσας, η οποία σε άλλο σημείο αυτής καταθέτει ότι "τα αστυνομικά όργανα βρήκαν πορνό κασέτες στο δωμάτιό της (μητέρας της)" και, συνεπώς, δεν απαιτείτο και η προβολή αυτών στο Δικαστήριο, αίτημα, άλλωστε, που, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, δεν υπέβαλε η κατηγορουμένη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έλαβε υπόψη "έγγραφα" μη αναγνωσθέντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της ....., για αναίρεση των υπ' αριθμ. 443,333,334,336/2005 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 3 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ