Αριθμός 743/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ, που εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 865/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1119/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της. Εξάλλου κατά το άρθρο 374 περ. ε του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.........δ) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ , που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων , δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 865/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη (4) τεσσάρων μελών του Δικαστηρίου): "Ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε εξακολουθητικά την αξιόποινη πράξη της κλοπής, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία διαπράχθηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως οι πράξεις αυτές στοιχειοθετούνται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής. Πιο συγκεκριμένα απ' όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατ/νος κατά το χρονικό διάστημα από 18.00 ώρα της 27-12-1997 έως 08:00 ώρα της 29-12-1997, αφού διέρρηξε την επί της οδού ... βιοτεχνία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο ..., ιδιοκτησίας Ζ, αφαίρεσε από την κατοχή του με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, εμπορεύματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ειδικότερα: α) 2152 παντελόνια καμπαρτίνα με το διακριτικό τίτλο ..., συνολικής αξίας 11.000.000 δραχμών και β) 2360 μέτρα υφάσματος καμπαρτίνα. Ο αυτός κατ/νος στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο και με τον ίδιο ανωτέρω σκοπό, αφού διέρρηξε τη βιοτεχνία λευκών ειδών του ..., αφαίρεσε από την κατοχή του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπορεύματα, ήτοι διάφορα σεντόνια φανελένια και βαμβακερά με πολυεστέρα, καθώς και πετσέτες, συνολικής αξίας 2.500.000 δραχμών περίπου, με τον ίδιο παραπάνω σκοπό. Ακόμη, ο πρώτος κατ/νος, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, τις νυκτερινές ώρες της 22/23-12-1997, αφού διέρρηξε το επί της οδού ... πρατήριο πλεκτών χονδρικής πώλησης της εταιρείας "Πλεκτήρια Σπάρτης ΑΒΕΕ, αφαίρεσε από την κατοχή της εμπορεύματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και ειδικότερα 7350 τεμάχια πλεκτών σε διάφορα σχέδια και μεγέθη, διαφόρων χρωμάτων, συνολικής αξίας 24.000.000 δραχμών περίπου. Για όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και το δικαστήριο τούτο (κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη) σχημάτισε εδραία δικανική πεποίθηση τόσο από τις σαφείς και με βεβαιότητα καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες, όχι μόνο δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο στοιχείο ή κατάθεση, αλλά και ενισχύονται από τις αναγνωσθείσες έκθεση έρευνας και κατάσχεσης και απόδοσης κατασχεθέντων, όσο και απ' όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω. Κατά την έφοδο της αστυνομίας στην ειδικά διαμορφωμένη αποθήκη όπου είχε τοποθετήσει ο πρώτος κατ/νος τα πιο πάνω κλοπιμαία, ήταν παρών και ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα ενδιαφέρθηκε, μη γνωρίζοντας την παρουσία των αστυνομικών, για την πώληση αυτών. Ακόμη, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος κατ/νος πριν διαπράξει την κλοπή στη βιοτεχνία του Ζ είχε επισκεφθεί την εν λόγω βιοτεχνία και είχε ζητήσει να του επιδειχθούν δείγματα των εμπορευμάτων χωρίς όμως να δώσει κάποια παραγγελία. Το τελευταίο αυτό γεγονός οδηγεί το δικαστήριο στην κρίση ότι ο πρώτος κατ/νος την επίσκεψη του αυτή στη βιοτεχνία του Ζ την πραγματοποήσε μόνο και μόνο για την κατόπτευση του χώρου και τη συλλογή χρησίμων γι' αυτόν πληροφοριών για την πραγματοποίηση της ανωτέρω κλοπής. Ο πρώτος κατ/νος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα εμπορεύματα που βρέθηκαν στην πιο πάνω αποθήκη τα είχε αγοράσει από κάποιον Ψ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατ/νου δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού δεν μπορεί να βρει στήριγμα σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνοδεύεται από κάποιο τιμολόγιο, δελτίο αποστολής ή κάποιο άλλο αποδεικτικό έγγραφο. Εκτός αυτού ο κατ/νος αυτός δεν μπόρεσε να δώσει κάποια πειστική εξήγηση γιατί μετέβη στη ... για την παραλαβή των εν λόγω εμπορευμάτων, για ποιο λόγο, ενώ το εν λόγω αυτοκίνητο για τα εμπορεύματα που μετέφερε είχε ενιαίο τιμολόγιο, δεν του έδωσε μια φωτοτυπία αυτού και πως ο ίδιος ενώ εργαζόταν ως πωλητής σε άλλη εταιρεία και αγόρασε για λογαριασμό της τα εμπορεύματα αυτά τα μετέφερε στην ως άνω αποθήκη όπως και για ποιο λόγο, αφού ο ανωτέρω Ψ δεν του έστειλε τιμολόγιο όπως του υποσχέθηκε τηλεφωνικά, αυτός δεν επέστρεψε τα εν λόγω εμπορεύματα, ούτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά στην εφορία, αλλά προσπάθησε χρησιμοποιώντας τον να τα πουλήσει σε διάφορους εμπόρους μετά από δειγματισμό τους μέσω αυτού (Φ). Εξάλλου το δικαστήριο ούτε από το προσκομιζόμενο αεροπορικό εισιτήριο του πρώτου κατηγορουμένου μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση, αφού ακόμη και αν είναι αληθές ότι ο κατ/νος ταξίδεψε στην Ιταλία, η κλοπή των πιο πάνω εμπορευμάτων δεν απαιτούσε τη συνεχή παρουσία αυτού (κατά την 29η Δεκεμβρίου) στην Ελλάδα. Πέραν του γεγονότος βέβαια ότι οι πρώτες δυο κλοπές έλαβαν χώραν από 18ης ώρας της 27ης Δεκεμβρίου μέχρι 8ης ώρας της 29-12-1997 και η τρίτη τις νυκτερινές ώρες της 22ας προς 23-12-1997. Επίσης ο πρώτος κατ/νος δεν δίνει καμία εξήγηση για το πώς έκανε συζητήσεις με τον Ψ στη ... στα μέσα Δεκεμβρίου 1997 για αγορά εμπορευμάτων, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο ουδεμία των ανωτέρω κλοπών είχε πραγματοποιηθεί, των οποίων μάλιστα εμπορευμάτων του έστειλε και δείγματα στις 16-12-1997 με το ΚΤΕΛ. Ιδιαίτερα σαφείς περί των ανωτέρω υπήρξαν στις καταθέσεις τους οι μάρτυρες ..., εμπορικός αντιπρόσωπος της εταιρείας "Πλεκτήρια Σπάρτης ΑΕΒΕ", ..., αστυνομικός, και ..., αντιπρόσωπος της εταιρείας ..., οι οποίοι όσα κατέθεσαν τα γνωρίζουν στηριζόμενοι σε δική τους αντίληψη, αφού ήταν παρόντες κατά την έφοδο και έρευνα της αστυνομίας στην αποθήκη του πρώτου κατ/νου. Τέλος, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος κατ/νος την πράξη του αυτή διέπραξε κατ' επάγγελμα και συνήθεια, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης αυτής. Εκτός τούτου από την υποδομή την οποίαν είχε αυτός (πρώτος κατ/νος) διαμορφώσει για τη μεταφορά των υπ' αυτού κλαπέντων σε ειδικά διαμορφωμένη αποθήκη με βαμμένα τζάμια, προκύπτει και σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή αυτού ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της κλοπής ως στοιχείου της προσωπικότητάς του." Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, ο Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κλοπής κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (13 στ, 98, 272 παρ.1β,374 ε ,1 ΠΚ) με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ.2 περ. α και ε ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της διακεκριμένης κλοπής, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αιτιολογώντας τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, με την παραδοχή της επανειλημμένης τέλεσης από τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα με σκοπό να πορισθεί εισόδημα και την συνδρομή της κατά συνήθεια τέλεσης με την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη αυτή τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη δε τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου, με την παράθεση των πιο πάνω περιστατικών και συλλογισμών, η προσβαλλόμενη απόφαση πλήρως αιτιολογεί την παραδοχή της ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ήταν εκείνος που αφαίρεσε από την κατοχή άλλου τα πιο πάνω ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, θέτων αυτά ολοκληρωτικά υπό τη δική του φυσική εξουσίαση, και συνεπώς, η αιτίαση αυτού κατά την οποία οι περιεχόμενες στο σκεπτικό της αποφάσεως παραδοχές θεμελιώνουν το αδίκημα του άρθρου 394 ΠΚ (αποδοχή προϊόντων εγκλήματος) και όχι της κλοπής, είναι αβάσιμες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν παρατίθενται περιστατικά που να αιτιολογούν ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής κλοπής για το οποίο καταδικάστηκε και για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-5-2006 αίτηση αναιρέσεως ( με αριθμό πρωτ. 5509/31-5-06) του Χ κατά της 865/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ