Αριθμός 754/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 151-156/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/2004. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης ανακοίνωσε ότι, όπως προκύπτει από τη με αριθμό "...." του Τόμου ... Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., ο αιτών απεβίωσε και στη συνέχεια εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία κατά του ανωτέρω αιτούντος με τη με αριθμό 559/6.12.2006 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περίπτωση 2η, 527 §§ 1 & 3 και 528 § 1 του ΚΠΔ, την από 1ης Ιουλίου 2004 αίτηση τουΧ, , περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 151-156/18-5-1999 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών, για ληστεία κατά συναυτουργία, παράνομη οπλοφορία και κλοπή αυτοκινήτου, για τον αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ λόγο και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2η του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο το χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 1708/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 698, ΑΠ 1612/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 597). Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 137/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 1070, ΑΠ 557/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 37). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δ'αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Σχεδίου ΚΠΔ 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, Ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία ΚΠΔ, τόμος Β΄, σελ. 318, Ηλ. Γάφου, Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ΄, σελ. 82 κτλ.). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 428/1993 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΓ΄ σελ. 266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΛΒ΄ σελ. 799 κτλ.. Ομοίως Α. Μπουροπούλου, όπου παραπ. σελ. 318, Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Β΄ σελ. 671). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 του ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε Δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αριθ. 4 σε άλλο Δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε με την υπ'αριθ. 151-156/18-5-1999 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη στη συνέχεια αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ'αυτής εκ μέρους του ιδίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ'αριθ. 1588/2000 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών, για τα αξιόποινα αδικήματα της ληστείας κατά συναυτουργία, της παράνομης οπλοφορίας και της κλοπής αυτοκινήτου, τα οποία τέλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ και τα οποία συνίστανται στο ότι: A) Στη ..., στις 5-7-1993, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαίρεσαν από άλλους ξένα ολικά κινητά πράγματα, εξαναγκάζοντας τρίτους να τους τα παραδώσουν, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο εισήλθαν στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... κρατώντας πιστόλια, με την απειλή των οποίων, αφού ακινητοποίησαν το προσωπικό της Τράπεζας και τους παρευρισκόμενους πελάτες αυτής, ζήτησαν από τους υπαλλήλους της να τους παραδώσουν όσα χρήματα υπήρχαν στα ταμεία. Προς τούτο δε έστρεψαν απειλητικά (κατ'αυτών) τα ως άνω όπλα τους. Με τον παραπάνω τρόπο εξανάγκασαν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, δηλαδή τους ταμίες, να τοποθετήσουν σε νάυλον σακούλες που είχαν μαζί τους το συνολικό ποσό των 5.920.365 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια παρέλαβαν και αποχώρησαν με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του σε βάρος της Τράπεζας. Β) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο έφεραν παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 § 1 περ.α΄ του Ν. 2.168/93, ικανά να επιφέρουν κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα, ενώ αυτό απαγορεύεται και ειδικότερα έφεραν πιστόλια, τα οποία χρησιμοποίησαν για τη διάπραξη του υπό στοιχ. Α΄ κακουργήματος της ληστείας. και Γ) Στη ... στις 4/5-7-1993, από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα αφαίρεσαν από την κατοχή του ..., κατοίκου..., το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας GOLF, χρώματος λευκού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι οι κατηγορούμενοιΧ, Ψ και Ζ, μαζί με τον Ξ, λίγες ημέρες πριν από τις 5-7-1993, ευρισκόμενοι στη ..., επισκέφθηκαν το εκεί υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με την αιτιολογία ότι ο ένας από αυτούς και συγκεκριμένα ο Ψ θα μετέτρεπε ξένο συνάλλαγμα σε δραχμές, στην πραγματικότητα όμως για να διερευνήσουν τους χώρους της Τράπεζας, δεδομένου ότι ο τελευταίος έρριξε την ιδέα της ληστείας της Τράπεζας αυτής. Μετά την επίσκεψη στο ως άνω υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος οι προαναφερόμενοι τρεις (3) κατηγορούμενοι και ο Ξ μετέβησαν στη ..., όπου, αφού πήγαν στην οικία του αστυνομικού Κ, αποφάσισαν όλοι μαζί και με τον εξάδελφο του Χ, Ω, ο οποίος βρισκόταν στην ... και ήλθε, αφού ειδοποιήθηκε, για το σκοπό αυτό στη .., να ληστέψουν την παραπάνω Τράπεζα. Για την πραγματοποίηση της ληστείας της Τράπεζας αυτής, κατέστρωσαν σχέδιο τέλεσής της και κατένειμαν το ρόλο που θα είχε ο καθένας τους κατά τη διάπραξή της, ανάλογα με τις ικανότητές του, συμφώνησαν δε να διανείμουν της λεία της σε ίσα μέρη μεταξύ τους, ενώ στον Κ θα έδινε ο καθένας από αυτούς κάποιο ποσό από το μερίδιό του για την προστασία που θα τους προσέφερε. Αρχίζοντας, κατόπιν τούτου, οι κατηγορούμενοι Χ και Ζ την υλοποίηση του προαναφερόμενου σχεδίου, τη νύκτα της 4ης προς 5η Ιουλίου 1993 αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης από τη. .., όπου ήταν σταθμευμένο, το υπ'αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΦΟΛΚΣ ΒΑΓΚΕΝ, τύπου GOLF και χρώματος λευκού, που ανήκε κατά κυριότητα στον ... και το μετέφεραν έξω από την οικία του Κ, όπου το άφησαν, αφού προηγουμένως για ασφάλεια άλλαξαν τις πινακίδες κυκλοφορίας του, τοποθετώντας (σ'αυτό) τις πινακίδες κυκλοφορίας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της ..., που είχε κλαπεί στην ... στις 14/15-4-1993 και το σκέπασαν με κάλυμμα. Εν τω μεταξύ συγκέντρωσαν και τον κατάλληλο οπλισμό που τους ήταν αναγκαίος για τη διάπραξη της ληστείας και πολύ πρωί της 5ης Ιουλίου 1993 όλοι μαζί, δηλαδή οιΧ, Ψ, Ζ, Ξ και Ω, ξεκίνησαν για τη ... με τρία αυτοκίνητα, ένα BMW του Ζ που οδηγούσε ο ίδιος, ένα UNO FIAT της κυριότητας του Ω που οδηγούσε αυτός και το κλεμμένο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ, αφού το έθεσε σε κίνηση ενώνοντας τα καλώδια. Καθ'οδόν, ύστερα από υπόδειξη του κατηγορουμένου Ψ, που ήταν γνώστης της περιοχής, ο συγκατηγορούμενός τους Ζ άφησε το αυτοκίνητό του στη διασταύρωση των οδών ... σε μέρος μη διακριτό και επιβιβάστηκε και αυτός στο κλεμμένο αυτοκίνητο, ενώ ο Ω άφησε το δικό του αυτοκίνητο κοντά στην Κοινότητα..., σε μέρος που να μην είναι εύκολα διακριτό και επιβιβάστηκε και αυτός στο κλεμμένο αυτοκίνητο, όλοι δε μαζί, επιβαίνοντες του κλεμμένου αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενοςΨ, συνέχισαν για .... Λίγα μέτρα πριν από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... και συγκεκριμένα μπροστά στη Δ.Ο.Υ ... οι κατηγορούμενοι Χ καιΖ, με τους Ω και Ξ, φέροντας πιστόλια, ο δε τελευταίος και αυτόματο όπλο, κατέβηκαν από το κλεμμένο αυτοκίνητο και καλύπτοντας, πλην του Ξ, τα πρόσωπά τους με κάλτσες νάυλον εισήλθαν γύρω στις 08.25 της 5-7-1993 στο παραπάνω υποκατάστημα, ενώ ο Ψ συνέχισε την πορεία του με το κλεμμένο αυτοκίνητο, το οποίο στάθμευσε λίγα μέτρα μετά το υποκατάστημα της Τράπεζας με τη μηχανή του σε λειτουργία, ώστε να είναι έτοιμο για την αναχώρηση όλων μετά τη ληστεία. Οι κατηγορούμενοι Χ και Ζ με τους Ω και Ξ με την απειλή των όπλων απευθύνθηκαν στους ταμίες ... και ..., τους είπαν ότι γίνεται ληστεία και τους έδωσαν νάυλον σακούλες για να τις γεμίσουν με χρήματα. Ένας από τους ληστές, που πιθανόν να ήταν ο Ω ή ο Χ με ένα πήδημα ανέβηκε στον πάγκο του κεντρικού ταμείου, απ'όπου με προτεταμένο το πιστόλι του έλεγχε όλο το υποκατάστημα, ενώ ο Ξ προχώρησε με προτεταμένο το πιστόλι και το αυτόματο όπλο προς το μέρος που βρίσκονταν οι υπάλληλοι του λογιστηρίου. Και ενώ η ληστεία προχωρούσε ομαλά και χωρίς προσκόμματα, αφού οι υπάλληλοι της Τράπεζας ενεργούσαν σύμφωνα με τις εντολές των ληστών και οι πελάτες της Τράπεζας με τους υπαλλήλους, που δεν ήταν στο ταμείο, ήταν κατ'εντολή των ληστών πεσμένοι στο έδαφος, ο Ξ με πρόθεση να τους σκοτώσει, πυροβόλησε αρχικά κατά του ταμία ... και κατά του παρακαθήμενου προϊσταμένου του λογιστηρίου της Τράπεζας ..., με αποτέλεσμα ο μεν πρώτος να θανατωθεί αμέσως από μεγάλη αιμορραγία, λόγω ρήξεως των μεγάλων αγγείων του μεσοθωρακίου και των Δ.Ε. υποκλειδίων αγγείων, ο δε δεύτερος να τραυματισθεί σοβαρά στο πόδι, όπου υπέστη πολλαπλά τραύματα. Με το άκουσμα των πυροβολισμών οι κατηγορούμενοι Χ και Ζ με τον Ω ξαφνιάστηκαν και άρχισαν να φεύγουν, καθώς και οΞ, ο δε ταμίας ..., που στο μεταξύ είχε βάλει στη μία σακούλα 5.920.365 δρχ., από τις οποίες τα 4.040.676 δρχ. σε συνάλλαγμα, φοβούμενος μήπως οι ληστές, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν πήραν τα χρήματα, επιστρέψουν πυροβολώντας εναντίον του για να πάρουν τα χρήματα, φώναξε προς τους ληστές και παρέδωσε στον ένα εξ αυτών τη σακούλα με το παραπάνω ποσό χρημάτων. Οι ως άνω ληστές μόλις βγήκαν από την Τράπεζα, έχοντας τα όπλα στα χέρια και τα κεφάλια τους οι τρεις από αυτούς καλυμμένα, κατευθύνθηκαν προς το κλεμμένο αυτοκίνητο, το οποίο ο κατηγορούμενος Ψ είχε σταθμεύσει με τη μηχανή του σε λειτουργία και επιβιβάστηκαν σ'αυτό, αυτός δε κάλυψε το πρόσωπό του με νάυλον κάλτσα και επιχείρησε να απομακρυνθεί. Όμως η μηχανή του αυτοκινήτου έσβησε, αλλ'αυτός πέτυχε να τη θέσει πάλι σε λειτουργία και έτσι με τους πυροβολισμούς από τους Ω και Ξ μέσα από το αυτοκίνητο απομακρύνθηκαν και από χωματόδρομους έφθασαν αρχικά στην περιοχή της Κοινότητας..., όπου ο Ω αποβιβάστηκε του κλεμμένου αυτοκινήτου και επιβιβάστηκε στο δικό του αυτοκίνητο (FIAT UNO) που είχε αφήσει εκεί κατά τη μετάβασή τους στη ... και στη συνέχεια στην περιοχή ..., αφού εγκατέλειψαν οι υπόλοιποι το κλεμμένο αυτοκίνητο σε μη διακριτό μέρος, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του Ζ (BMW) και επέστρεψαν στη ..., όπου και οι πέντε τους μετέβησαν στην οικία του Κ, στην οποία έκαναν τη διανομή της λείας τους σε πέντε ίσες μερίδες και έδωσαν ο καθένας τους στον Κ ένα ποσό για τη βοήθεια που τους παρέσχε. Ενόσω δε οι ως άνω κατηγορούμενοι βρίσκονταν καθ'οδόν προς τη ..., πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν ότι κατά τη ληστεία της Τράπεζας σκοτώθηκε ο ... και τραυματίστηκε ο..., οπότε άρχισαν να μαλώνουν το Ξ γιατί χωρίς λόγο πυροβόλησε εναντίον των παραπάνω δύο θυμάτων, αφού δεν ήταν στις προθέσεις τους η χρήση των όπλων κατά των υπαλλήλων και των πελατών της Τράπεζας. Όπως προκύπτει, εξάλλου, από το σκεπτικό της ίδιας ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, η περί ενοχής του αιτούντος κατηγορουμένου Χ κρίση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης στηρίχθηκε όχι μόνο στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Ψ, αλλά και α) στο τμήμα του αποτυπώματος της αριστερής παλάμης του, που βρέθηκε στις 5-7-1993 σε πλαστική σακούλα απορριμμάτων την οποία εγκατέλειψαν οι κατηγορούμενοι εντός του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης ..., όπου έλαβε χώρα ληστεία, θανατώθηκε με πρόθεση από τον ένα ληστή ο υπάλληλος του υποκ/τος ... και τραυματίστηκε ο Δ/ντής του..., διαπιστώθηκε δε δακτυλοσκοπικά ότι ανήκει στον αιτούντα (βλ. το υπ'αριθ. πρωτ. 1052/6/152634α/9-5-1995 έγγραφο δακτυλοσκοπικής διαπίστωσης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών-Τμήματος Εξερευνήσεων), β) στην ένορκη κατάθεση του ... ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και στις ένορκες καταθέσεις του ιδίου ενώπιον του Ανακριτή Α΄ Τμήματος Πλημ/δικών Σερρών και του αστυνόμου της ΔΑΑ ..., που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, γ) στις ένορκες καταθέσεις των Ξ, ..., ...., που αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με την ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση του τελευταίου και την υπεύθυνη δήλωση αυτού, που αναγνώστηκε, δ) στις καταθέσεις των μαρτύρων ... και .. συζ. Ψ, και ε) στον τρόπο φυγής στο εξωτερικό του αιτούντος κατηγορουμένου μετά την κλήση του σε απολογία από την Ανακρίτρια Σερρών για απολογία και τη συνάντησή του με τους υπόλοιπους. Ήδη ο αιτών Χ επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επισυνάφθηκαν στη συνέχεια στην υπό κρίση αίτησή του και από τα οποία καταδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς του, η αθωότητά του: 1) Την υπ'αριθ. 56-57/6-2-2004 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι αφενός μεν ο Ω για την ίδια ως άνω αξιόποινη πράξη ληστείας, αφετέρου δε ο Κ για την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοκατοχής, την οποία φερόταν ότι είχε τελέσει στη ... κατά το από 14-6-1993 έως 4-7-1993 χρονικό διάστημα και η οποία συνίστατο στο ότι κατείχε και απέκρυπτε στο μισθωμένο από αυτόν διαμέρισμα της επί της οδού ... οικοδομής, στην..., τρία έως τέσσερα περίστροφα, ένα αυτόματο όπλο τύπου ΟΥΖΙ και ένα άλλο αυτόματο όπλο τύπου καλάσνικοφ, που ανήκαν στον Ξ, με σκοπό να τα διαθέσει στους συγκροτούντες εγκληματική ομάδα Ζ, Ψ, Ξ, Ω και Χ, με τους οποίους διατηρούσε φιλικές σχέσεις, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν κατά την τέλεση κακουργηματικών πράξεων και δη ληστειών σε βάρος κυρίως Τραπεζών και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως και πράγματι τα χρησιμοποίησαν αυτοί στις 5-7-1993 για τη διάπραξη της ληστείας στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη ..., ενώ ο συγκατηγορούμενος του αιτούντος Ψ είχε καταθέσει τότε ψευδώς ότι είχαν συμμετάσχει στην πράξη της ληστείας εις βάρος του υποκαταστήματος ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, τόσο ο αιτώνΧ, όσο και οι Ω και Κ, που αθωώθηκαν στη συνέχεια, 2) την υπ'αριθ. 7624/30-4-2004 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε πρωτόδικα οΨ, για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του Ω, τις οποίες φερόταν ότι τέλεσε στη ... στις 23-7-1998, οπότε είχε κατονομάσει τον τελευταίο ως συμμετασχόντα στην πράξη της ληστείας εις βάρος του υποκαταστήματος ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 3) την υπ'αριθ. 42-46/1-11-2002 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Δράμας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι αφενός μεν οι κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορούμενοι Φ καιΣ, για τις αξιόποινες πράξεις της εκρήξεως με πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος και της κατοχής εκρηκτικών βομβών, αφετέρου δε ο συγκατηγορούμενός τους Κ, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε έκρηξη με πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος, τις οποίες φέρονταν ότι είχαν τελέσει στην ... στις 19 Αυγούστου 1993 εις βάρος της ... και για τη διάπραξη των οποίων τους είχε κατονομάσει ως δράστες οΨ, ο οποίος μετανόησε, όμως, στη συνέχεια και, απολογούμενος στο προαναφερόμενο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι όλα τα αναγραφόμενα στην από 23-7-98 κατάθεσή του ενώπιον του Αστυνόμου Α΄ ... τα κατέθεσαν οι αστυνομικοί, για να τον βοηθήσουν, 4) το υπ'αριθ. 2130/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτει ότι απηλλάγη ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αιτών Χ, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του Κ και..., από τις κατηγορίες της απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (ο πρώτος) και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (οι δεύτερος και τρίτος), τις οποίες φέρονταν ότι είχαν τελέσει στη ... στις 27-2-1993 εις βάρος του ... και για την τέλεση των οποίων τους είχε καταστήσει ύποπτους με την από 23-7-1998 κατάθεσή του οΨ, και 5) το υπ'αριθ. 1052/6/32-μγ/8-1-1997 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Σερρών, από το περιεχόμενο του οποίου δημιουργούνται πολλά ερωτηματικά, καθόσον αναγράφεται σ'αυτό ότι το υπ'αριθ. 1052/6/152634α/9-5-1995 έγγραφο της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών απεστάλη στο πρώτο καθυστερημένα στις 31-12-1996 για λόγους σκοπιμότητας, λόγω της σοβαρότητας της υποθέσεως, ενώ έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς του, να έχει γνωστοποιηθεί το δεύτερο αμέσως. Επί των ως άνω επικαλούμενων από τον αιτούντα ως νέων αποδεικτικών στοιχείων και ισχυρισμών παρατηρούμε τα εξής: α) Από το σκεπτικό και το διατακτικό της υπ'αριθ. 56-57/6-2-2004 αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει μεν ότι αθωώθηκαν οι κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορούμενοι Ω και Κ από τις αποδοθείσες αντίστοιχα σ'αυτούς κατηγορίες ληστείας εις βάρος του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... και διακεκριμένης οπλοκατοχής, που προαναφέρθηκαν, με τις αιτιολογίες αα) ότι δεν επιβεβαιώθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός του Ψ ότι συμμετέσχε στη διαπραχθείσα στις 5-7-1993 στη ... ληστεία εις βάρος του εκεί υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ο κατηγορούμενος Ω, και ββ) ότι δεν κατατέθηκε με βεβαιότητα από οιονδήποτε εκ των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος Κ τέλεσε την πράξη της διακριμένης οπλοκατοχής, έγινε, όμως, συγχρόνως δεκτό με την ίδια ως άνω απόφαση ότι διαπράχθηκε η συγκεκριμένη πράξη ληστείας από άλλα τέσσερα (4) κατονομαζόμενα άτομα και δη από τους Ψ, Ζ, Χ (αιτούντα) και Ξ. β) Από την υπ'αριθ. 1186/29-3-2005 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι έγινε με αυτήν τυπικά δεκτή η έφεση την οποία είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος Ψ κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ. 7624/30-4-2004 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του Ω, και αφενός μεν έπαυσε οριστικά, λόγω ανακλήσεως της εγκλήσεως και αποδοχής της, η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως, εις βάρος του εγκαλούντος Ω, αφετέρου δε κηρύχθηκε ο ως άνω κατηγορούμενος αθώος για πράξεις ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, εις βάρος του ιδίου ως άνω εγκαλούντος. γ) Από τα πρακτικά της υπ'αριθ. 42-46/1-11-2002 αμετάκλητης αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Δράμας προκύπτει ότι στηρίχθηκε η αθώωση των κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορουμένωνΦ, Σ και Κ, για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις της εκρήξεως με πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος κ.λπ., που είναι άσχετες προς τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, στο γεγονός ότι το συγκεντρωθέν κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικό υλικό δεν ήταν επαρκές για τη θεμελίωση της ενοχής τους, ενώ από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι ο ως μάρτυρας κατηγορίας εξετασθείς στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου Ψ ανακάλεσε την προηγούμενη από 23-7-98 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Αστυνόμου Α΄..., με την καθόλου πειστική αιτιολογία ότι όλα τα αναγραφόμενα σ'αυτήν περιστατικά τα έγραψαν οι αστυνομικοί για να τον βοηθήσουν, επιβαρύνοντας, όμως, συγχρόνως τον υιό του μεγαλύτερου αδελφού του ..., που είναι ο ως άνω κατηγορούμενοςΦ. δ) Από το υπ'αριθ. 2130/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι στηρίζεται η απαλλαγή του κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορουμένου Χ και των συγκατηγορουμένων του Κ και ... από τις κατηγορίες της απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, εκτός των άλλων, και στο γεγονός ότι οΨ, με τη δοθείσα στις 23-9-1998 ενώπιον του Ανακριτή Β΄ Τμήματος ένορκη κατάθεσή του, ανακάλεσε την προηγούμενη από 23-7-98 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Αστυνόμου Α΄ ... και ισχυρίστηκε ότι τέτοια κατάθεση δεν έδωσε. ε) Αναφέρεται πράγματι στο υπ'αριθ. πρωτ. 1052/6/32-μγ/8-1-1997 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Σερρών, που απευθύνθηκε προς τον Εισαγγελέα Πλημ/δικών Σερρών, ότι απεστάλη στο πρώτο καθυστερημένα (στις 31-12-1996) το υπ'αριθ. 1052/6/152634α/10-12-1996 έγγραφο της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών για λόγους σκοπιμότητας, λόγω της σοβαρότητας της υποθέσεως, αλλά επιβεβαιώνεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός και από το υπ'αριθ. πρωτ. 1052/6/152634β/10-12-1996 έγγραφο της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών προς την Υ.Ε.Ε. Βορείου Ελλάδος-Τμήμα Εξερευνήσεων, στο οποίο αναφέρεται ότι η καθυστερημένη διαβίβασή του οφείλεται στην παράκληση των κ.κ. ..., Υποστρατήγου ΕΛ.ΑΣ, και ..., Ταξιάρχου, τέως και νυν Δ/ντών της ΔΑΑ αντίστοιχα, οι οποίοι όταν τους διαβιβάστηκε το εν θέματι έγγραφο στις 10-5-1995, έκριναν την υπόθεση, λόγω της μεγάλης σοβαρότητάς της, ως άκρως εμπιστευτική, με αποτέλεσμα να μη δημιουργούνται από το γεγονός αυτό ερωτηματικά και αμφιβολίες, όπως ισχυρίζεται ο αιτώνΧ. Περαιτέρω, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, ο αιτών Χ οποιοδήποτε νέο αποδεικτικό στοιχείο προς επίρρωση των ισχυρισμών του περί του ότι είναι ψευδείς οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... συζ. Ψ, ... και...), στις οποίες στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, το δικάσαν κατ'έφεση Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την ενοχή του ιδίου, εκτός από τις όψιμες και καθόλου πειστικές αναιρέσεις προηγούμενων καταθέσεων ορισμένων εκ των μαρτύρων αυτών (... και ...). Έτι περαιτέρω, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα το "πολυθρύλητο" παλαμικό αποτύπωμά του στη νάυλον σακούλα, που φέρεται ως ευρεθείσα στον τόπο της ληστείας του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ..., όπως τούτο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από αυτόν και μεταφρασμένη στην Ελληνική από την Αγγλική γλώσσα από 9-3-2005 επιστολή του Αναγνωρισμένου Ενώμοτου Τεχνικού Εγκληματολογικών Αποδείξεων ... Τούτο, διότι αναφέρονται στη συγκεκριμένη επιστολή τα εξής: "Όπως ανέφερα ήδη στο e-mail μου της 19ης Φεβρουαρίου 2005, δεν μπορώ να δω ποιο σημείο της φωτογραφίας θα έπρεπε να ταυτοποιηθεί με ποιο σημείο της παλάμης ή των δακτύλων. Αυτό δε(ν) σημαίνει ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση, ίσως να οφείλεται ακριβώς στο ότι η φωτογραφία είναι πολύ σκοτεινή, από τα οποία δεν προκύπτουν αμφιβολίες για τη βασιμότητα του ως άνω ενοχοποιητικού στοιχείου εις βάρος του αιτούντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τέθηκαν υπόψη του ... αντίγραφα του προαναφερόμενου πειστηρίου παλαμικού αποτυπώματος και του δελτίου δακτυλοσκόπησης του αιτούντος, τα οποία (αντίγραφα) είναι πιθανό να ήταν σκοτεινά, σε αντίθεση προς τα πρωτότυπα. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι η φράση "Αυτό δεν σημαίνει" και όχι "Αυτό δε σημαίνει" προκύπτει από τη μετάφραση της Αγγλικής φράσεως "This does not mean". Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη επιστολή απεστάλη προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος από το Πεκίνο και όχι από την Κολωνία της Γερμανίας, όπου φαίνεται ότι εδρεύει το εξειδικευμένο στη σύγκριση λανθανόντων αποτυπωμάτων Γερμανικό εργαστήριο, ενώ δεν γίνεται στη επιστολή αυτή μνεία περί του χρόνου εξετάσεως του ως άνω πειστηρίου κ.λπ. από το προαναφερόμενο Γερμανικό Εργαστήριο. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι το προαναφερόμενο στο τμήμα του αποτυπώματος της αριστερής παλάμης του αιτούντος που βρέθηκε στον τόπο της ληστείας το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο εις βάρος του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα του αιτούντος Χ για τα αδικήματα της ληστείας κατά συναυτουργία, της παράνομης οπλοφορίας και της κλοπής αυτοκινήτου, για τα οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την προαναφερθείσα υπ'αριθ. 151-156/18-5-1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, και πρέπει, κατόπιν τούτου, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 55 § 1 του Ν.3160/2003). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 1ης Ιουλίου 2004 αίτηση τουΧ, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 151-156/18-5-1999 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα Χ τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, πρότεινε, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, να παύσει η διαδικασία, εφόσον, οι δικαιούμενοι συγγενείς εξ αίματος του θανόντος αιτούντος, μέχρι και του β΄ βαθμού, δεν ζήτησαν τη συνέχισή της και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, νομίμως φέρεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 528 § 1, 527 §§ 1 και 3 και 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η από 1 Ιουλίου 2006 αίτηση του καταδικασμένου Χ για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας. 2. Επειδή, όπως προκύπτει από την αίτηση και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, ο αιτών, ο οποίος καταδικάστηκε με την υπ' αριθ. 151 - 156/18.5.1999 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης για ληστεία κατά συναυτουργία, παράνομη οπλοφορία και κλοπή αυτοκινήτου σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών, με την ανωτέρω αίτησή του, επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της περατωθείσας με την αναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση ποινικής διαδικασίας κατά το άρθρ. 525 § 1 περ. 2 ΚΠΔ για το λόγο, ότι μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία απόσπασμα της υπ' αριθ. ...., τόμος ..., ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου ..., ο αιτών Χ μετά την υποβολή της αιτήσεώς του για επανάληψη της διαδικασίας και προτού αυτή να συζητηθεί κατά την παρούσα δικάσιμο στο Συμβούλιο τούτο αποβίωσε. Συνεπώς, και εφόσον δεν εμφανίστηκε και δεν ζήτησε τη συνέχισή της κάποιο από τα αυτοτελώς δικαιούμενα σε υποβολή της από το άρθρ. 527 § 1 ΚΠΔ συγγενικά του πρόσωπα, θα πρέπει να παύσει η ανοιγείσα με την αίτηση αυτή του θανόντος περί επαναλήψεως διαδικασία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παύει τη διαδικασία επί της από 1 Ιουλίου 2004 αιτήσεως επαναλήψεως του ήδη αποβιώσαντος καταδικασμένουΧ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ