Αριθμός 895/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: X1 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 298/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 302/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 165/24-4-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 39/2007 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης X1 , κατά του υπ' αριθ. 298/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 3636/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε την κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτια απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και απόπειρα αυτής, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε και απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, άνω των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 Ευρώ, κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 21-3-1992, 24-3-1992 και Μάϊο του 1992 και στο .... τον Ιούνιο του 2000 (άρθρο 13 στ΄, 98 και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παράγραφος 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και όπως η παράγραφος 3 του άρθρου 386 παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/199). Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη X1 την υπ΄αριθ. 543/14-12-2006 έφεσή της (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωκράτη Χρυσικάκη, ο οποίος διορίσθηκε δυνάμει της από 10-12-2006 εξουσιοδοτήσεως), εμπροθέσμως και νομοτύπως, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 298/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέση με την παραπεμπτική αυτού διάταξη για τις επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του Δημοσίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, άνω του ποσού των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 Ευρώ, που φέρονται να τελέσθηκαν στις 21-3-1992 και 24-3-1992 και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις πράξεις αυτές. Επαναδιατύπωσε την σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορούμενης κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής απάτης που τέλεσε στην Αθήνα κατά τον Μάϊο του έτους 1992 σε βάρος του Δημοσίου. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ήδη η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε στις 26-2-2007 ημέρα Δευτέρα, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή, δυνάμει της από 20-2-2007 εξουσιοδοτήσεως της αναιρεσείουσας, δικηγόρου Αθηνών Σωκράτη Παναγ. Χρυσικάκη, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθ. 39/2007 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα και στον πιο πάνω αντίκλητό της δικηγόρο, στις 15-2-2007, αφού δεν βρέθηκαν αυτοί στην κατοικία τους. Διαλαμβάνονται δε στην ίδια παραπάνω αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα:1) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ΄ και β΄ του ΚΠΔ). Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1 996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ' σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβόύλιο: ΠΧρ, ΜΖ' σελ. 33). Εξάλλου, προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. ΙΙ.Κατά τη διάταξη του' άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδι κα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.00Q δρχ. ή των 15.000 ευρώ, ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, να υπερβαίνει το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ' σελ. 47 κ.λπ). Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο. 14 § 1 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 594). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 298/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1608/2001 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/623), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από όλο ανεξαιρέτως το αποδεικτικό υλικό (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, την από Φεβρουάριο 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 9/2003 διάταξης του ειδικού εφέτη-ανακριτή, την απολογία και τα υπομνήματα της κατηγορουμένης) προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 21 Μαρτίου 1992 ο τότε αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας Φ1 δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από μια γυναίκα η οποία ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει κάποια σοβαρή πληροφορία για την εγκληματική οργάνωση "17 Ν" και ότι "ίσως και η ίδια είναι μέλος της" πλην αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία της παρά μόνο το μικρό όνομα "Άννα". Η πληροφορία αφορούσε επικείμενο κτύπημα κατά δικαστικού λειτουργού στις 27.3.1992 και ο λόγος που ήθελε να δώσει την πληροφορία αυτή ήταν για να εκδικηθεί την εγκληματική πιο πάνω οργάνωση για τη δολοφονία κάποιου στρατιώτη, που είχε λάβει χώρα σε στρατόπεδο και η κηδεία του είχε τελεσθεί στη Δροσιά προ διημέρου ή τριημέρου. Η συνομιλία αυτή δεν καταγράφηκε. Στις 24 Μαρτίου 1992 ο τότε αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα από την ίδια γυναίκα η οποία του ανέφερε πως αν το κτύπημα κατά του δικαστικού λειτουργού και συγκεκριμένα εισαγγελέα, αποτύχει, τότε τα μέλη της οργάνωσης θα συναντηθούν στην οδό ... , μπροστά σε ένα κίτρινο κτίριο και ότι στο σημείο εκείνο θα μετέβαιναν με ένα ασθενοφόρο καθώς και ένα περιπολικό και μάλιστα στο τελευταίο θα επέβαινε και η ίδια φέροντας στολή αστυνομικού. Η συνομιλία αυτή καταγράφηκε σε κασσέτα. Μετά από διαδοχικές συσκέψεις μεταξύ της ηγεσίας της αστυνομίας και του αρμόδιου Υπουργού αποφασίστηκε η λήψη μέτρων τόσο για την προστασία των δικαστικών λειτουργών όσο και για τη σύλληψη των τρομοκρατών. Τη συγκεκριμένη ημέρα (27.3.1992) και παρά της κινητοποίηση της αστυνομίας με σκοπό τη σύλληψη των τρομοκρατών, η επιχείρηση αυτή απέτυχε και τα μέλη της 17 Νοέμβρη εμφανίστηκαν στο προαναφερθέν σημείο, επιβαίνοντες όχι σε ασθενοφόρο ή περιπολικό αλλά σε ένα κλεμμένο κλειστό τύπο ΒΑΝ αυτοκίνητο με το οποίο και κατόρθωσαν να διαφύγουν μετά ολιγόλεπτη παραμονή στο προαναφερθέν σημείο της συναντήσεως τους. Το ότι οι επιβαίνοντες του κλεμμένου ως ανωτέρω αυτοκινήτου ήταν πράγματι μέλη της οργάνωσης 17 Νοέμβρη, συνηγορεί το μεν το περιεχόμενο της προκήρυξης της οργάνωσης αυτής που ανέλαβε την ευθύνη για το πιο πάνω περιστατικό, το δε, το γεγονός της ανεύρεσης εντός του ανωτέρω αυτοκινήτου ενός περιστρόφου που είχε αφαιρεθεί από το αστυνομικό τμήμα .... κατά το παρελθόν από την ίδια οργάνωση. Μετά παρέλευση διμήνου ο αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας ...Φ1.. , δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα από την ίδια πιο πάνω άγνωστη γυναίκα η οποία του ζήτησε χρήματα προκειμένου να παράσχει και άλλες πληροφορίες και να διαφύγει στο εξωτερικό και μάλιστα για την περαιτέρω μεταξύ τους συνεργασία έθεσε ως όρο, τα χρήματα να τοποθετούν σε συγκεκριμένο σημείο της επιλογής της και να μη τεθεί υπό παρακολούθηση και η συνομιλία αυτή καταγράφηκε. Μετά προηγούμενη συνεννόηση με την τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης αποφασίστηκε να δοθεί σ' αυτή το ποσό των 13.000.000 δραχμών το οποίο και πράγματι τοποθετήθηκε σε κάδο απορριμάτων που βρισκόταν στην οδό ... στη ..., όπως είχε υποδείξει , από τον αρχηγό της ΕΛΑΣ ..Φ1... και τον οδηγό του περιπολικού με το οποίο μετέβησαν στο σημείο εκείνο ..., κατά της διάρκεια παραμονής των οποίων στο σημείο εκείνο επί μία ώρα περίπου, ουδείς εμφανίστηκε προς παραλαβή του πιο πάνω ποσού. Το βράδυ της ίδιας ημέρας η εν λόγω άγνωστη γυναίκα επικοινώνησε με το Φ1 τον οποίο διαβεβαίωσε ότι παρέλαβε τα χρήματα και του ανέφερε ότι θα του παράσχει περισσότερες πληροφορίες. Το Μάϊο του 1993 και ενώ ήδη ο αρχηγός της ΕΛΑΣ ....Φ1... είχε απροστρατευθεί, στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης έφθασε μια κασέτα (μαγνητοταινία), με παραλήπτη τον ίδιο, στην οποία η ίδια πιο πάνω γυναίκα είχε μαγνητοφωνήσει ένα μήνυμα με το οποίο έδινε διάφορες πληροφορίες και ειδικότερα αναφορικά με τον τόπο διαμονής της (στην Ιταλία) καθώς και με την επιστροφή των χρημάτων που καθ' υπόδειξη της τοποθετήθηκαν στον κάδο απορριμμάτων της οδού ... στη ... μέσω της μητρός της και ζητούσε εκ νέου χρήματα που έπρεπε να τοποθετηθούν στο γνωστό μέσος προκειμένου να τα παραλάβει κάποιος συνεργάτης της. Μετά από αυτό, αποφασίσθηκε μεταξύ του νέου αρχηγού της ΕΛΑΣ Φ2 και του τότε Υπουργού Δημόσιας Τάξης να τοποθετηθεί στο ίδιο με το προηγούμενο σημείο (κάδο απορριμάτων) ένα πακέτο με εφημερίδες και να ληφθούν τα ανάλογα μέτρα ώστε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους ο τότε διοικητής της αστυνομικής Δ/νσης Αττικής ...Ψ1... μετά από αίτημα του Αρχηγού της ΕΛΑΣ ...Φ2..., ανέθεσε στους ανθυπαστυνόμο ...Ψ2... και αρχιφύλακα ...Ψ3..., την παρακολούθηση του πιο πάνω σημείου (κάδου απορριμάτων), αφού προηγουμένως είχε τοποθετηθεί εντός αυτού το δέμα με τις εφημερίδες. Μετά πάροδο ολίγων ημερών οι εν λόγω αστυνομικοί αντιλήφθηκαν μια γυναίκα ηλικίας περίπου 40 ετών να εξέρχεται από μία παρακείμενη οικία και να παίρνει το δέμα αυτό από τον κάδο. Όπως δε εκ των υστέρων διακριβώθηκε μετά από διακριτική παρακολούθηση από τον αρχιφύλακα ...Ψ3... η προαναφερθείσα γυναίκα εργαζόταν σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο στην πλατεία .... . Επί πλέον δε κυκλοφορούσε με ένα άνδρα ο οποίος τις πρωινές ώρες επιβιβαζόταν σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο των ενόπλων δυνάμεων, όπου βρίσκονταν και άλλοι ένστολοι στρατιωτικοί. Μάλιστα σε κάποια από τις παρακολουθήσεις αυτές και συγκεκριμένα ο προαναφερθείς αρχιφύλακας, την άκουσε να τηλεφωνεί από περίπτερο της πλατείας .... και να ζητά από το συνομιλητή της, έντονα χρήματα. Όπως προέκυψε μετά από επικοινωνία του ...Ψ3... με τον ...Φ2.... το συγκεκριμένο τηλεφώνημα έγινε προς τον ...Φ1..., το δε πρόσωπο που παρακολουθούσαν οι προαναφεφθέντες ήταν η εκκαλούσα. Για τα προεκτεθέντα, σαφής ελέγχεται η δοθείσα κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Εφέτη ανακριτή του τότε αρχηγού της ΕΛΑΣ ...Φ1..., που επιβεβαιώνει το προδιαληφθέν περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μετ' αυτού η εκκαλούσα όπως συνάγεται από τα γενόμενα παραπάνω δεκτά, στις 21.3.1992, 24.3.1992 και κατά μήνα Μάϊο του έτους 1992 αλλά και την τοποθέτηση κατ' απαίτηση της εκκαλούσας σε υποδειχθέν υπ' αυτής σημείο της οδού ... πλησίον της οικίας στη .... του ποσού των 13.000.000 δραχμών προκειμένου να παράσχει και άλλες πληροφορίες, εκτός από εκείνες σε σχέση με το περιστατικό της οδού .... που όπως διακριβώθηκε δεν διέθετε και υπό τον όρο της μη παρακολουθήσεως της. Η κατάθεση του αυτή σε σχέση με την μεταβολή του πράγματι και την τοποθέτηση του προαναφερθέντος ποσού στο υποδειχθέν από την εκκαλούσα σημείο, πεισθείς, όπως στην κατάθεση του αναφέρει στις διαβεβαιώσεις της ότι ήταν μέλος της εγκληματικής οργάνωσης "17 Νοέμβρη" και ότι εκτός των πληροφοριών που του είχε παράσχει η ίδια στις 21.3.1992 και 24.3.1992, θα του παρείχε και άλλες πληροφορίες που διέθετε που ήταν ψευδείς καθ' όσον ούτε μέλος της 17 Νοέμβρη υπήρξε, ούτε άλλες πληροφορίες για την εν λόγω οργάνωση διέθετε, πλην εκείνων που παρέσχε σ' αυτόν τις προδιαληφθείσες ημεροχρονολογίες, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί η ίδια και να ζημιωθεί η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό ενισχύεται και από την κατάθεση ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή ωσαύτως, του οδηγού του προσωπικού υπηρεσιακού αυτοκινήτου του ...Ζ1.. μετά του οποίου μετέβη στο σημείο εκείνο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκκαλούσα ήταν το πρόσωπο που πράγματι ήλθε σε επικοινωνία με τον τότε αρχηγό της ΕΛΑΣ ...Φ1... ενισχύεται από την ανακριτική κατάθεση του ...Φ1... , αρχηγού της ΕΛΑΣ από το Μάρτιο του έτους 2003, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία, σε κασέτα που παραδόθηκε σ' αυτόν από τον προκάτοχο του ...Φ1... και είχε αφήσει η εκκαλούσα στο γνωστό σημείο (δοχείο απορριμμάτων) αναγνώρισε τη φωνή της γυναίκας εκείνης που είχε επικοινωνήσει με αυτόν λίγες ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και αφού του γνωστοποίησε ότι ήταν η "Άννα" μετά της οποίας είχε συνεργαστεί ο προκάτοχος του, του ζήτησε το ποσό των 5.000.000 δραχμών προκειμένου να του παράσχει πληροφορίες, πλην αυτός αρνήθηκε την καταβολή οιουδήποτε ποσού προ της παροχής των πληροφοριών. Τα γενόμενα παραπάνω δεκτά επιβεβαιώνονται άλλωστε και από την ανακριτική κατάθεση των αστυνομικών οργάνων ...Ψ2... και ...Ψ3..., στους οποίους είχε ανατεθεί η διακριτική παρακολούθηση του χώρου όπου ευρίσκετο το υποδειχθέν από την εκκαλούσα δοχείο απορριμμάτων, επί της οδού .... σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία κατάθεση του εκ τούτων ...Ψ2... , το άτομο που εντόπισε να προσεγγίζει το κρίσιμο παραπάνω σημείο για την παραλαβή του δέματος ήταν μια γυναίκα, η οποία όπως διαπιστώθηκε μετά από διακριτική παρακολούθηση της από τον εκ τούτων ...Ψ3... εργαζόταν σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο στην πλατεία .... γεγονός, που δεν αμφισβητεί άλλωστε και η ίδια στην από 23.10.2002 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή πλην τοποθετεί το χρόνο εργασίας της στο εργαστήριο αυτό μέχρι 1996-1997 και κυκλοφορούσε με ένα άνδρα που τις πρωινές ώρες επιβιβαζόταν σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο των ενόπλων δυνάμεων καθ' όσον πράγματι ο σύζυγος της όπως αναφέρει στην από 21-1-2003 κατάθεση του, ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή τον κρίσιμο χρόνο, ήταν αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, από το οποίο αποστρατεύτηκε το ' έτος 1995. Το γεγονός δε ότι σύμφωνα με το πόρισμα της διενεργηθείσας στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης πραγματογνωμοσύνης σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 9/2003 διαταγής του Ειδικού Εφέτη ανακριτή από τους .... και ... μηχανολόγο μηχανικό και ηλεκτρονικό αντίστοιχα επί τεσσάρων συνομιλιών της φερόμενης ως Άννας (δύο συνομιλίες της με τον ...Φ1... τον Μάρτιο του έτους 1992, μια συνομιλία της με τον ....Ρ1... και δύο συνομιλίες με τον ....Ρ2... ) και της εκκαλούσας, οι φωνές διαφέρουν φωνητικώς 100% κατ' ουδέν αναιρεί τα γενόμενα παραπάνω δεκτά καθ' όσον, όπως και οι ίδιοι οι πραγματογνώμονες στην έκθεση τους αυτή επισημαίνουν αυτή, δεν πραγματοποιήθηκε με την τεχνική και επιστημονική βοήθεια τους και πέραν τούτου είχε παρέλθει και μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της πραγματοποίησης των τηλεφωνημάτων και της λήψης του δείγματος. Εξ' άλλου, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει: τον Ιούνιο του 2000, μετά την δολοφονία του Βρετανού στρατιωτικού .... ο τότε Προϊστάμενος της ΔΑΕΕΒ ....Ζ2... έλαβε εντολή από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης να έρθει σε επαφή με την εκκαλούσα με σκοπό να λάβει πληροφορίες σχετικά με την 17 Νοέμβρη. Περί τον Ιούνιο του ιδίου έτους συναντήθηκαν οι εν λόγω σε καφετέρια της ..., όπου η εκκαλούσα του ανέφερε ότι την είχε επισκεφθεί μία γυναίκα στο σπίτι της, ηλικίας περίπου 55 ετών και την είχε παρακαλέσει να της επιτρέψει να παρακολουθήσει από εκεί την κηδεία ενός στρατιώτη, όπως και έγινε, καθώς η εκκλησία που θα ετελείτο η νεκρώσιμη ακολουθία βρισκόταν απέναντι από το σπίτι της. Της ανέφερε ότι η ίδια ήταν μέλος της 17 Νοέμβρη και ότι ο συγκεκριμένος στρατιώτης δεν είχε αυτοκτονήσει, όπως είχε ανακοινωθεί, αλλά τον είχε δολοφονήσει η 17 Νοέμβρη, επί πλέον δε ότι λίγο πριν από την συνάντησή της με τον ....Ζ2... η εν λόγω άγνωστη γυναίκα της τηλεφώνησε και της είπε ότι βρισκόταν στην Ρωσία γιατί φοβόταν και ότι ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να παραδοθεί και να αποκαλύψει τα μέλη της 17 Νοέμβρη, αλλά απαιτούσε το ποσό των 20.000.000 δρχ., το οποίο θα κατέβαλε ο ...Ζ2... στην εκκαλούσα και αυτή θα το παρέδιδε στην συνέχεια στην πιο πάνω άγνωστη γυναίκα. Με τον τρόπο αυτό η εκκαλούσα επιχείρησε να πείσει τον ...Ζ2... , ότι γνώριζε η ίδια την άγνωστη γυναίκα, ώστε να καταβληθεί σε αυτήν το ανωτέρω χρηματικό ποσό από το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου, δήθεν, να το καταβάλει στην άγνωστη. Η πράξη της όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως της, καθώς ο ...Ζ2... δεν πείσθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις της και δεν καταβλήθηκε σ' αυτή το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Για τα προεκτεθέντα, σαφής ελέγχεται η από 30.3.2003 κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη του ...Ζ2... ο οποίος από τους έτους 2000 υπηρετούσε ως προϊστάμενος στη ΔΑΕΒ και ουδεμία ανάμειξη είχε με το περιστατικό της οδού .... στην οποία κατάθεση έμφαση δίδει στην εμμονή της εκκαλούσας όπως καταβληθεί το αιτούμενο ποσό από τη διαμένουσα στην Ρωσία άγνωστη γυναίκα των 20.000.000 δραχμών προκειμένου να παράσχει πληροφορίες αναφορικά με τα μέλη της 17 Νοέμβρη παρά την επισήμανση του ότι το ποσό της επικήρυξης των μελών της οργάνωσης αυτής υπερέβαινε κατά πολύ το αιτούμενο ως άνω ποσό. Η κατάθεση του αυτή δεν αναιρείται από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο τουναντίον ενισχύεται σε σχέση με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά από τα όσα προανακριτικά αλλά και ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή κατέθεσε ο συνοδεύσας τον προαναφερόμενο μάρτυρα κατά τη συνάντησή του με την εκκαλούσα αστυνόμος Α' ... , αλλά και από τα όσα η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει στην από 30.5.2003 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του ίδιου πιο πάνω ανακριτή που επιβεβαιώνει την συνάντηση της μετά την δολοφονία του άγγλου ..... με τον προαναφερόμενο μάρτυρα ....Ζ2... πλην, δεν θυμάται όπως υποστηρίζει, αν έλαβε χώρα συζήτηση για χρήματα και αποδίδει τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τη διαμένουσα στη Ρωσία άγνωστη γυναίκα που είχε πληροφορίες για τη 17 Νοέμβρη, σε υπόδειξη άγνωστου μοτοσυκλετιστή που συνήντησε κατά τη μετάβαση της προς συνάντηση του ...Ζ2... . Και ναι μεν στην συμπληρωματική από 16.6.2006 απολογία της η εκκαλούσα αρνείται το περιεχόμενο της καταθέσεως της αυτής υποστηρίζουσα ότι ουδέποτε έδωσε κατάθεση, περιεχομένου ομοίου με το προεκτεθέν, ωστόσο, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, που ας σημειωθεί δεν είχε καμμία εμπλοκή στην υπόθεση της οδού .... , από κανένα στοιχείο και για κανένα λόγο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα και με την εισαγγελική πρόταση στην οποία κατά τα λοιπά και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται κατά το μέρος που δεν διαφοροποιείται, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας τόσο για την επί μέρους πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τελέστηκε το Μάιο του 1992, όσο και για την απόπειρα αυτής που φέρεται ότι τελέστηκε τον Ιούνιο του 2000 όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, τις οποίες επισημαίνεται ότι τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη και βάσει οργανωμένου σχεδίου τέλεση τους προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της το δε συνολικό όφελος της εκκαλούσας και η συνολική ζημία που προξενήθηκε και απειλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Τουναντίον, ως προς τις επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης που φέρονται ότι τελέσθηκαν από την εκκαλούσα στις 21.3.1992 και 24.3.1992, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά παραπάνω, οι πληροφορίες που παρέσχε η εκκαλούσα για το περιστατικό της οδού .... ήσαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αληθείς και για την παροχή των πληροφοριών αυτών η εκκαλούσα δεν εξωτερίκευσε στις τηλεφωνικές-επικοινωνίες που είχε τις προδιαληφθείσες ημεροχρονολογίες με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Με βάση τα προεκτεθέντα συνεπώς, θα πρέπει να γίνει και εν μέρει ουσιαστικά δεκτή η υπό κρίση έφεση κατά του υπ' αρ. 3636/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να μεταρρυθμισθεί εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέσει με τη παραπεμπτική του διάταξη για τις επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα στις 21.3.1992 και 24.3.1992 κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη άνω του ποσού των 5.000.000 δρχ. ή 15.000.000 ευρώ και να μη γίνει γι' αυτές τις επί μέρους πράξεις κατηγορία να επαναδιατυπωθεί η σε βάρος της κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά μήνα Μάϊο 1992 όπως στο διατακτικό, στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού των πραγματικών περιστατικών των απαρτιζόντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, καθόσον όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 27, 43, 309, 313, 319 και 318 του Κ.Π.Δ. δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας όταν δια βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά τα απαρτίζοντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα κατά τις λοιπές αυτού διατάξεις. Με τις σκέψεις του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων για τα οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή της αναιρεσείουσας, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προβλέπουν τα αδικήματα της απάτης κατ΄επάγγελμα και συνήθεια, κατ΄εξακολούθηση και της απόπειρας αυτής, για τα οποία παραπέμπεται να δικασθεί η αναιρεσείουσα και τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Είναι λοιπόν κατά ταύτα απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι 1ος και 2ος λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων στις οποίες το προσβαλλόμενο βούλευμα στήριξε την παραπομπή της κατηγορουμένης. Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο 3ος λόγος αναίρεσης της μη παράθεσης στο βούλευμα των άρθρων του Ποινικού Νόμου, διότι η διάταξη του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. όπως αναμορφώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003 δεν περιλαμβάνει ως λόγο αναιρέσεως και την έλλειψη αυτή (ΑΠ 67/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ/697). Να σημειωθεί όμως ότι οι διατάξεις του Ποινικού Νόμου (98, 13 στ΄, 42 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ.) αναφέρονται στο επικυρούμενο πρωτόδικο βούλευμα (δείτε β΄ σελ. του 7ου φύλλου αυτού). Αβάσιμοι και απορριπτέοι ως τέτοιοι είναι και οι 4ος και 5ος λόγοι αναίρεσης, καθ΄όσον αυτοί αναφέρονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα (ΑΠ 1615/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/971). Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω εκτιθεμένων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η υπ΄αριθ. 39/2007 αίτηση αναίρεσης της X1 , κατά του υπ' αριθ. 298/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23-4-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεων του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από τις 3-3-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίινουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000.000 ευρώ). Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ΄) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2409/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένης τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. ΙΙ. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ όπως αυτή προστέθηκε με την υπό παρ. 1.1. της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υπό παρ. 1.1 της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. ΙΙΙ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και συνάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 298/2007 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις αλλά και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από όλο ανεξαιρέτως το αποδεικτικό υλικό (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, την από Φεβρουάριο 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 9/2003 διάταξης του ειδικού εφέτη - ανακριτή, την απολογία και τα υπομνήματα της κατηγορουμένης), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 21 Μαρτίου 1992 ο τότε αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας ....Φ1.... δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από μια γυναίκα η οποία ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει κάποια σοβαρή πληροφορία για την εγκληματική οργάνωση "17Ν" και ότι "ίσως και η ίδια είναι μέλος της" πλην αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία της παρά μόνο το μικτό όνομα "Άννα". Η πληροφορία αφορούσε επικείμενο κτύπημα κατά δικαστικού λειτουργού στις 27-3-1992 και ο λόγος που ήθελε να δώσει την πληροφορία αυτή ήταν για να εκδικηθεί την εγκληματική πιο πάνω οργάνωσης για τη δολοφονία κάποιου στρατιώτη, που είχε λάβει χώρα σε στρατόπεδο και η κηδεία του είχε τελεσθεί στη .... προ διημέρου ή τριημέρου. Η συνομιλία αυτή δεν καταγράφηκε. Στις 24 Μαρτίου 1992 ο τότε αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας δέχθηκε εκ νέου τηλεφώνημα από την ίδια γυναίκα η οποία του ανέφερε πώς αν το κτύπημα κατά του δικαστικού λειτουργού και συγκεκριμένα εισαγγελέα, αποτύχει, τότε τα μέλη της οργάνωσης θα συναντηθούν στην οδό .... , μπροστά σε ένα κίτρινο κτίριο και ότι στο σημείο εκείνο θα μετέβαιναν με ένα ασθενοφόρο καθώς και ένα περιπολικό και μάλιστα στο τελευταίο θα επέβαινε και η ίδια φέροντας στολή αστυνομικού. Η συνομιλία αυτή καταγράφηκε σε κασσέτα. Μετά από διαδοχικές συσκέψεις μεταξύ της ηγεσίας της αστυνομίας και του αρμόδιου Υπουργού αποφασίστηκε η λήψη μέτρων τόσο για την προστασία των δικαστικών λειτουργών όσο και για τη σύλληψη των τρομοκρατών. Τη συγκεκριμένη ημέρα (27.3.1992) και παρά της κινητοποίηση της αστυνομίας με σκοπό τη σύλληψη των τρομοκρατών, η επιχείρηση αυτή απέτυχε και τα μέλη της 17 Νοέμβρη εμφανίστηκαν στο προαναφερθέν σημείο, επιβαίνοντες όχι σε ασθενοφόρο ή περιπολικό αλλά σε ένα κλεμμένο κλειστό τύπο ΒΑΝ αυτοκίνητο με το οποίο και κατόρθωσαν να διαφύγουν μετά ολιγόλεπτη παραμονή στο προαναφερθέν σημείο της συναντήσεως τους. Το ότι οι επιβαίνοντες του κλεμμένου ως ανωτέρω αυτοκινήτου ήταν πράγματι μέλη της οργάνωσης 17 Νοέμβρη, συνηγορεί το μεν το περιεχόμενο της προκήρυξης της οργάνωσης αυτής που ανέλαβε την ευθύνη για το πιο πάνω περιστατικό, το δε, το γεγονός της ανεύρεσης εντός του ανωτέρω αυτοκινήτου ενός περιστρόφου που είχε αφαιρεθεί από το αστυνομικό τμήμα .... κατά το παρελθόν από την ίδια οργάνωση. Μετά παρέλευση διμήνου ο αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας ....Φ1.... , δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα από την ίδια πιο πάνω άγνωστη γυναίκα η οποία του ζήτησε χρήματα προκειμένου να παράσχει και άλλες πληροφορίες και να διαφύγει στο εξωτερικό και μάλιστα για την περαιτέρω μεταξύ τους συνεργασία έθεσε ως όρο, τα χρήματα να τοποθετούν σε συγκεκριμένο σημείο της επιλογής της και να μη τεθεί υπό παρακολούθηση και η συνομιλία αυτή καταγράφηκε. Μετά προηγούμενη συνεννόηση με την τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης αποφασίστηκε να δοθεί σ' αυτή το ποσό των 13.000.000 δραχμών το οποίο και πράγματι τοποθετήθηκε σε κάδο απορριμάτων που βρισκόταν στην οδό .... στη ...., όπως είχε υποδείξει , από τον αρχηγό της ΕΛΑΣ ....Φ1... και τον οδηγό του περιπολικού με το οποίο μετέβησαν στο σημείο εκείνο ...Ζ1... , κατά της διάρκεια παραμονής των οποίων στο σημείο εκείνο επί μία ώρα περίπου, ουδείς εμφανίστηκε προς παραλαβή του πιο πάνω ποσού. Το βράδυ της ίδιας ημέρας η εν λόγω άγνωστη γυναίκα επικοινώνησε με το ....Φ1... τον οποίο διαβεβαίωσε ότι παρέλαβε τα χρήματα και του ανέφερε ότι θα του παράσχει περισσότερες πληροφορίες. Το Μάϊο του 1993 και ενώ ήδη ο αρχηγός της ΕΛΑΣ ..Φ1... είχε απροστρατευθεί, στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης έφθασε μια κασέτα (μαγνητοταινία), με παραλήπτη τον ίδιο, στην οποία η ίδια πιο πάνω γυναίκα είχε μαγνητοφωνήσει ένα μήνυμα με το οποίο έδινε διάφορες πληροφορίες και ειδικότερα αναφορικά με τον τόπο διαμονής της (στην Ιταλία) καθώς και με την επιστροφή των χρημάτων που καθ' υπόδειξη της τοποθετήθηκαν στον κάδο απορριμάτων της οδού .... στη .... μέσω της μητρός της και ζητούσε εκ νέου χρήματα που έπρεπε να τοποθετηθούν στο γνωστό μέρος προκειμένου να τα παραλάβει κάποιος συνεργάτης της. Μετά από αυτό, αποφασίσθηκε μεταξύ του νέου αρχηγού της ΕΛΑΣ ....Φ2... και του τότε Υπουργού Δημόσιας Τάξης να τοποθετηθεί στο ίδιο με το προηγούμενο σημείο (κάδο απορριμάτων) ένα πακέτο με εφημερίδες και να ληφθούν τα ανάλογα μέτρα ώστε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους ο τότε διοικητής της αστυνομικής Δ/νσης Αττικής ...Ψ1... μετά από αίτημα του Αρχηγού της ΕΛΑΣ ....Φ2... , ανέθεσε στους ανθυπαστυνόμο ....Ψ2... και αρχιφύλακα ...Ψ3... , την παρακολούθηση του πιο πάνω σημείου (κάδου απορριμάτων), αφού προηγουμένως είχε τοποθετηθεί εντός αυτού το δέμα με τις εφημερίδες. Μετά πάροδο ολίγων ημερών οι εν λόγω αστυνομικοί αντιλήφθηκαν μια γυναίκα ηλικίας περίπου 40 ετών να εξέρχεται από μία παρακείμενη οικία και να παίρνει το δέμα αυτό από τον κάδο. Όπως δε εκ των υστέρων διακριβώθηκε μετά από διακριτική παρακολούθηση από τον αρχιφύλακα ...Ψ3... η προαναφερθείσα γυναίκα εργαζόταν σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο στην πλατεία .... . Επί πλέον δε κυκλοφορούσε με ένα άνδρα ο οποίος τις πρωινές ώρες επιβιβαζόταν σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο των ενόπλων δυνάμεων, όπου βρίσκονταν και άλλοι ένστολοι στρατιωτικοί. Μάλιστα σε κάποια από τις παρακολουθήσεις αυτές και συγκεκριμένα ο προαναφερθείς αρχιφύλακας, την άκουσε να τηλεφωνεί από περίπτερο της πλατείας ..... και να ζητά από το συνομιλητή της, έντονα χρήματα. Όπως προέκυψε μετά από επικοινωνία του ...Ψ3... με τον ....Φ2... το συγκεκριμένο τηλεφώνημα έγινε προς τον ...Φ1... , το δε πρόσωπο που παρακολουθούσαν οι προαναφεφθέντες ήταν η εκκαλούσα. Για τα προεκτεθέντα, σαφής ελέγχεται η δοθείσα κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Εφέτη ανακριτή του τότε αρχηγού της ΕΛΑΣ ....Φ1..., που επιβεβαιώνει το προδιαληφθέν περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μετ' αυτού η εκκαλούσα όπως συνάγεται από τα γενόμενα παραπάνω δεκτά, στις 21.3.1992, 24.3.1992 και κατά μήνα Μάϊο του έτους 1992 αλλά και την τοποθέτηση κατ' απαίτηση της εκκαλούσας σε υποδειχθέν υπ' αυτής σημείο της οδού ... πλησίον της οικίας στη .... του ποσού των 13.000.000 δραχμών προκειμένου να παράσχει και άλλες πληροφορίες, εκτός από εκείνες σε σχέση με το περιστατικό της οδού .... που όπως διακριβώθηκε δεν διέθετε και υπό τον όρο της μη παρακολουθήσεως της. Η κατάθεση του αυτή σε σχέση με την καταβολή του πράγματι και την τοποθέτηση του προαναφερθέντος ποσού στο υποδειχθέν από την εκκαλούσα σημείο, πεισθείς, όπως στην κατάθεση του αναφέρει στις διαβεβαιώσεις της ότι ήταν μέλος της εγκληματικής οργάνωσης "17 Νοέμβρη" και ότι εκτός των πληροφοριών που του είχε παράσχει η ίδια στις 21.3.1992 και 24.3.1992, θα του παρείχε και άλλες πληροφορίες που διέθετε που ήταν ψευδείς καθ' όσον ούτε μέλος της 17 Νοέμβρη υπήρξε, ούτε άλλες πληροφορίες για την εν λόγω οργάνωση διέθετε, πλην εκείνων που παρέσχε σ' αυτόν τις προδιαληφθείσες ημεροχρονολογίες, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί η ίδια και να ζημιωθεί η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό ενισχύεται και από την κατάθεση ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή ωσαύτως, του οδηγού του προσωπικού υπηρεσιακού αυτοκινήτου του ...Ζ1... μετά του οποίου μετέβη στο σημείο εκείνο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκκαλούσα ήταν το πρόσωπο που πράγματι ήλθε σε επικοινωνία με τον τότε αρχηγό της ΕΛΑΣ ....Φ1... ενισχύεται από την ανακριτική κατάθεση του ...Φ2... , αρχηγού της ΕΛΑΣ από το Μάρτιο του έτους 2003, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία, σε κασέτα που παραδόθηκε σ' αυτόν από τον προκάτοχο του ...Φ1... και είχε αφήσει η εκκαλούσα στο γνωστό σημείο (δοχείο απορριμάτων) αναγνώρισε τη φωνή της γυναίκας εκείνης που είχε επικοινωνήσει με αυτόν λίγες ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και αφού του γνωστοποίησε ότι ήταν η "Άννα" μετά της οποίας είχε συνεργαστεί ο προκάτοχος του του ζήτησε το ποσό των 5.000.000 δραχμών προκειμένου να του παράσχει πληροφορίες, πλην αυτός αρνήθηκε την καταβολή οιουδήποτε ποσού προ της παροχής των πληροφοριών. Τα γενόμενα παραπάνω δεκτά επιβεβαιώνονται άλλωστε και από την ανακριτική κατάθεση των αστυνομικών οργάνων ....Ψ2... και ...Ψ3... , στους οποίους είχε ανατεθεί η διακριτική παρακολούθηση του χώρου όπου ευρίσκετο το υποδειχθέν από την εκκαλούσα δοχείο απορριμάτων, επί της οδού ... σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία κατάθεση του εκ τούτων ...Ψ2..., το άτομο που εντόπισε να προσεγγίζει το κρίσιμο παραπάνω σημείο για την παραλαβή του δέματος ήταν μια γυναίκα, η οποία όπως διαπιστώθηκε μετά από διακριτική παρακολούθηση της από τον εκ τούτων ....Ψ3... εργαζόταν σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο στην πλατεία .... γεγονός, που δεν αμφισβητεί άλλωστε και η ίδια στην από 23.10.2002 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή πλην τοποθετεί το χρόνο εργασίας της στο εργαστήριο αυτό μέχρι 1996-1997 και κυκλοφορούσε με ένα άνδρα που τις πρωινές ώρες επιβιβαζόταν σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο των ενόπλων δυνάμεων καθ' όσον πράγματι ο σύζυγος της όπως αναφέρει στην από 21-1-2003 κατάθεση του, ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή τον κρίσιμο χρόνο, ήταν αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, από το οποίο αποστρατεύτηκε το ' έτος 1995. Το γεγονός δε ότι σύμφωνα με το πόρισμα της διενεργηθείσας στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης πραγματογνωμοσύνης σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 9/2003 διαταγής του Ειδικού Εφέτη ανακριτή από τους .... και ... μηχανολόγο μηχανικό και ηλεκτρονικό αντίστοιχα επί τεσσάρων συνομιλιών της φερόμενης ως Άννας (δύο συνομιλίες της με τον ...Φ1... τον Μάρτιο του έτους 1992, μια συνομιλία της με τον ...Ρ1... και δύο συνομιλίες με τον ...Ρ2... ) και της εκκαλούσας, οι φωνές διαφέρουν φωνητικώς 100% κατ' ουδέν αναιρεί τα γενόμενα παραπάνω δεκτά καθ' όσον, όπως και οι ίδιοι οι πραγματογνώμονες στην έκθεση τους αυτή επισημαίνουν αυτή, δεν πραγματοποιήθηκε με την τεχνική και επιστημονική βοήθεια τους και πέραν τούτου είχε παρέλθει και μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της πραγματοποίησης των τηλεφωνημάτων και της λήψης του δείγματος. Εξ' άλλου, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει: τον Ιούνιο του 2000, μετά την δολοφονία του Βρετανού στρατιωτικού ..... ο τότε Προϊστάμενος της ΔΑΕΕΒ ...Ζ2... έλαβε εντολή από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης να έρθει σε επαφή με την εκκαλούσα με σκοπό να λάβει πληροφορίες σχετικά με την 17 Νοέμβρη. Περί τον Ιούνιο του ιδίου έτους συναντήθηκαν οι εν λόγω σε καφετέρια της .... , όπου η εκκαλούσα του ανέφερε ότι την είχε επισκεφθεί μία γυναίκα στο σπίτι της, ηλικίας περίπου 55 ετών και την είχε παρακαλέσει να της επιτρέψει να παρακολουθήσει από εκεί την κηδεία ενός στρατιώτη, όπως και έγινε, καθώς η εκκλησία που θα ετελείτο η νεκρώσιμη ακολουθία βρισκόταν απέναντι από το σπίτι της. Της ανέφερε ότι η ίδια ήταν μέλος της 17 Νοέμβρη και ότι ο συγκεκριμένος στρατιώτης δεν είχε αυτοκτονήσει, όπως είχε ανακοινωθεί, αλλά τον είχε δολοφονήσει η 17 Νοέμβρη, επί πλέον δε ότι λίγο πριν από την συντάντησή της με τον ...Ζ2... η εν λόγω άγνωστη γυναίκα της τηλεφώνησε και της είπε ότι βρισκόταν στην Ρωσία γιατί φοβόταν και ότι ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να παραδοθεί και να αποκαλύψει τα μέλη της 17 Νοέμβρη, αλλά απαιτούσε το ποσό των 20.000.000 δρχ., το οποίο θα κατέβαλε ο ...Ζ2... στην εκκαλούσα και αυτή θα το παρέδιδε στην συνέχεια στην πιο πάνω άγνωστη γυναίκα. Με τον τρόπο αυτό η εκκαλούσα επιχείρησε να πείσει τον ....Ζ2... , ότι γνώριζε η ίδια την άγνωστη γυναίκα, ώστε να καταβληθεί σε αυτήν το ανωτέρω χρηματικό ποσό από το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου, δήθεν, να το καταβάλει στην άγνωστη. Η πράξη της όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως της, καθώς ο ...Ζ1... δεν πείσθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις της και δεν καταβλήθηκε σ' αυτή το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Για τα προεκτεθέντα, σαφής ελέγχεται η από 30.3.2003 κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη του ..Ζ2... ο οποίος από τους έτους 2000 υπηρετούσε ως προϊστάμενος στη ΔΑΕΒ και ουδεμία ανάμειξη είχε με το περιστατικό της οδού .... στην οποία κατάθεση έμφανση δίδει στην εμμονή της εκκαλούσας όπως καταβληθεί το αιτούμενο ποσό από τη διαμένουσα στην Ρωσία άγνωστη γυναίκα των 20.000.000 δραχμών προκειμένου να παράσχει πληροφορίες αναφορικά με τα μέλη της 17 Νοέμβρη παρά την επισήμανση του ότι το ποσό της επικήρυξης των μελών της οργάνωσης αυτής υπερέβαινε κατά πολύ το αιτούμενο ως άνω ποσό. Η κατάθεση του αυτή δεν αναιρείται από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο τουναντίον ενισχύεται σε σχέση με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά από τα όσα προανακριτικά αλλά και ενώπιον του ανωτέρω ανακριτή κατέθεσε ο συνοδεύσας τον προαναφερόμενο μάρτυρα κατά τη συνάντησή του με την εκκαλούσα αστυνόμος Α' .... , αλλά και από τα όσα η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει στην από 30.5.2003 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του ίδιου πιο πάνω ανακριτή που επιβεβαιώνει την συνάντηση της μετά την δολοφονία του άγγλου ..... με τον προαναφερόμενο μάρτυρα ...Ζ2... πλην, δεν θυμάται όπως υποστηρίζει, αν έλαβε χώρα συζήτηση για χρήματα και αποδίδει τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τη διαμένουσα στη Ρωσία άγνωστη γυναίκα που είχε πληροφορίες για τη 17 Νοέμβρη, σε υπόδειξη άγνωστου μοτοσυκλετιστή που συνήντησε κατά τη μετάβαση της προς συνάντηση του ....Ζ2... . Και ναι μεν στην συμπληρωματική από 16.6.2006 απολογία της η εκκαλούσα αρνείται το περιεχόμενο της καταθέσεως της αυτής υποστηρίζουσα ότι ουδέποτε έδωσε κατάθεση, περιεχομένου ομοίου με το προεκτεθέν, ωστόσο, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, που ας σημειωθεί δεν είχε καμμία εμπλοκή στην υπόθεση της οδού .... , από κανένα στοιχείο και για κανένα λόγο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα και με την εισαγγελική πρόταση στην οποία κατά τα λοιπά και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται κατά το μέρος που δεν διαφοροποιείται, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας τόσο για την επί μέρους πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τελέστηκε το Μάιο του 1992, όσο και για την απόπειρα αυτής που φέρεται ότι τελέστηκε τον Ιούνιο του 2000 όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, τις οποίες επισημαίνεται ότι τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη και βάσει οργανωμένου σχεδίου τέλεση τους προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της το δε συνολικό όφελος της εκκαλούσας και η συνολική ζημία που προξενήθηκε και απειλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Τουναντίον, ως προς τις επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης που φέρονται ότι τελέσθηκαν από την εκκαλούσα στις 21.3.1992 και 24.3.1992, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά παραπάνω, οι πληροφορίες που παρέσχε η εκκαλούσα για το περιστατικό της οδού .... ήσαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αληθείς και για την παροχή των πληροφοριών αυτών η εκκαλούσα δεν εξωτερίκευσε στις τηλεφωνικές-επικοινωνίες που είχε τις προδιαληφθείσες ημεροχρονολογίες με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Με βάση τα προεκτεθέντα συνεπώς, θα πρέπει να γίνει και εν μέρει ουσιαστικά δεκτή η υπό κρίση έφεση κατά του υπ' αρ. 3636/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να μεταρρυθμισθεί εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέσει με τη παραπεμπτική του διάταξη για τις επί μέρους πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα στις 21.3.1992 και 24.3.1992 κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη άνω του ποσού των 5.000.000 δρχ. ή 15.000.000 ευρώ και να μη γίνει γι' αυτές τις επί μέρους πράξεις κατηγορία να επαναδιατυπωθεί η σε βάρος της κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά μήνα Μάϊο 1992 όπως στο διατακτικό, στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού των πραγματικών περιστατικών των απαρτιζόντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, καθόσον όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 27, 43, 309, 313, 319 και 318 του Κ.Π.Δ. δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας όταν δια βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά τα απαρτίζοντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα κατά τις λοιπές αυτού διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και της απόπειρας απάτης σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του ελληνικού δημοσίου για τα οποία παραπέμπεται να δικαστεί η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν τα ως άνω εγκλήματα, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ενώ εξάλλου δεν εστέρησε το βούλευμα της νόμιμης βάσης, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, πλην άλλων, α) τα ψευδή γεγονότα που εν γνώσει της η αναιρεσείουσα παρέστησε ως αληθινά, με τα οποία παραπλανήθηκαν οι ως άνω ...Φ1... , Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και ...Ζ2... , Προϊστάμενος της ΔΕΕΒ, και β) τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν και επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, και της απόπειρας αυτής, όπως αυτά περιγράφονται από το Συμβούλιο για τη θεμελίωσή της. Κατά συνέπεια οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄του ΚΠοινΔ της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Οι δε λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που υπό την επίκληση των ως άνω λόγων πλήττουν την ανεξέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες, εφόσον, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. IV. Η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1δ ΄ ΚΠοινΔ, που προέβλεπε λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος για παράλειψη αναγραφής του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 3160/2003 (από 30-6-2003). Εντεύθεν, ο συναφής λόγος αναιρέσεως για τη μη παράθεση στο βούλευμα των άρθρων του ΠΚ με βάση τα οποία παραπέμπεται η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα που επικύρωσε το πρωτόδικο δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει ως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες εν πάση περιπτώσει περιέχονται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό. VI. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2007 και με αριθ. 39/2007 αίτηση της X1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 298/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ