Αριθμός 687/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ιωάννη Ιωαννίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., που παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, για αναίρεση της με αριθμό 920/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ........ Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1594/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.Ια Π.Κ., προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπή, δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθαρρύνσεις και παραινέσεις, δηλαδή με συμβουλές κ.λ.π., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν.2908/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ΄ έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, εδέχθη από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει, ότι ο αναιρεσείων κατά το καθοριζόμενος τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στον εξετασθέντα μάρτυρα ....... να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εδέχθη, ότι ο αναιρεσείων έπεισε τον πιο πάνω μάρτυρα να καταθέσει όσα κατέθεσε με "πειθώ και φορτικότητα δια συμβουλών και προτροπών" υπό την έννοια της παραινέσεως, της παρακινήσεως και της ενθαρρύνσεως, δηλαδή της εμψυχώσεως του φυσικού αυτουργού. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Έτσι, αναφέρονται στην ελεγχόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ο τρόπος και τα μέσα (πειθώ, φορτικότητα, συμβουλές και παραινέσεις με την έννοια που προεξετέθη) που ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε για να παρακινήσει τον αυτουργό της πράξεως να τελέσει την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη καθώς και οι σκέψεις που οδήγησαν το Εφετείο στην κρίση ότι, ενόψει των περιστατικών τούτων που δέχθηκε, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία, τα οποία η διάταξη του άρθρου 46 παρ. Ια του ΠΚ απαιτεί για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας. Συνεπώς, η πληττομένη απόφαση, αφ΄ ενός μεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφ΄ ετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 46 παρ. Ια ΠΚ και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι με την πληττομένη απόφαση παραβιάστηκε "η θεμελιώδης αρχής της αντικειμενικότητας" καθώς και "το τεκμήριο αθωότητος", αφού παρέμεινε αναπόδεικτη η "ενδιάθετη συμμετοχή του" στην εκ μέρους του φυσικού αυτουργού διαμόρφωση της αποφάσεώς του να εξετασθεί, ως μάρτυρας και να καταθέσει όσα κατέθεσε. Καθό μέρος με τον λόγο αυτό υποστηρίζεται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ο λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως (ή του βουλεύματος), πέραν των περιοριστικώς αναφερομένων στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ, εκτός αν συνδέονται με κάποια άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπομένους λόγους αναιρέσεως, το οποίο, όμως, δεν συμβαίνει εν προκειμένω, καθό δε μέρος με αυτόν προτείνονται αιτιάσεις κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως (παρέμεινε αναπόδεικτη η ενδιάθετη συμμετοχής) ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2006 αίτηση του ......, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 920/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ